Η συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος επιβεβαιώνει μέχρι κεραίας τη θέση του ΚΚΕ ότι η συνταγματική αναθεώρηση στοχεύει σε ένα πιο ισχυρό και ευέλικτο κράτος για τα συμφέροντα του κεφαλαίου, επομένως πιο εχθρικό και επιθετικό απέναντι στον λαό. Τόσο οι προτάσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας όσο και η στάση των άλλων κομμ... Περισσότερα
Πολιτικά κόμματα και εργατικά συνδικάτα
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
Η σύμφυση μεταξύ πολιτικού κόμματος και εργατικού συνδικάτου είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, καθότι έχει άμεσες προεκτάσεις αφενός μεν στο πεδίο του κοινωνικού, αφετέρου δε στο πολιτικό οικοδόμημα. Η ισορροπία δυνάμεων και «ισχύος» μεταξύ πολιτικού κόμματος και εργατικού συνδικάτου δύναται να επηρεάσει ριζικά και «δομικά» το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Στην Ευρωπαϊκή ήπειρο έχουν διαμορφωθεί δύο εν πολλοίς διαφορετικά πολιτικά-συνδικαλιστικά πρότυπα: Στην πρώτη περίπτωση, τα εργατικά συνδικάτα, διαμεσολαβώντας με την δική τους ιδεολογική σκευή στο πεδίο του πολιτικού, παρεμβαίνουν άμεσα στον καταμερισμό εργασίας μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Πρόκειται για το πολιτικό-συνδικαλιστικό πρότυπο του Ευρωπαϊκού Βορρά. Τα εργατικά συνδικάτα συγκροτούνταν ως μαζικές συσσωματώσεις που, την ίδια στιγμή, έτειναν να συμφύονται οργανικά με τον χώρο της Αριστεράς, ήτοι με τα σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά κόμματα.
Η ευρύτερη σοσιαλδημοκρατική κατίσχυση επηρέασε δομικά την «κίνηση» των εργατικών συνδικάτων, καθότι το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο της κοινωνικής συναίνεσης, (ως ιδεολογία & πράξη) διαχύθηκε στο εσωτερικό των εργατικών συνδικάτων. Αντιστρέφοντας τους προσίδιους όρους πολιτικής «ανάγνωσης» και «χαρτογράφησης» του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πως το περιώνυμο σοσιαλδημοκρατικό κοινωνικό υπόδειγμα οργάνωσης και ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων έγκειται ακριβώς στην άμεση παρέμβαση των εργατικών συνδικάτων στο πεδίο της απρόσκοπτης και διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Η άμεση παρεμβολή των συνδικάτων στο πεδίο του καταμερισμού εργασίας μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας αποκρυσταλλώθηκε στο ευρύτερο πεδίο της κοινωνικοπολιτικής θέσμισης ως μορφή μίας προσίδιας κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων, ήτοι ως μορφή μίας ταξικής συναρμογής ισχύος. Σε αυτό το πλαίσιο, η δράση και η δραστηριοποίηση των εργατικών συνδικάτων μετατόπισε ριζικά τους όρους της κοινωνικής-ταξικής σύγκρουσης. Έτσι, οι πρωτόλειες και άμεσες μορφές της συνδικαλιστικής-συγκρουσιακής έγκλισης και ιεράρχησης υποχώρησαν, κάτι που συνέτεινε στην ανάδυση ενός συνδικαλιστικού «αμαλγάματος» το οποίο, αίροντας τους όρους της άμεσης συγκρουσιακής διάστασης στους χώρους εργασίας, κινήθηκε με άξονα την βελτίωση των όρων αναπαραγωγής της εργατικής τάξης.
Η συγκρότηση ενός ανεπτυγμένου και διευρυμένου κράτους πρόνοιας στις χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά αποτελεί τον θεμέλιο λίθο μίας ευρύτερης σοσιαλδημοκρατικής συναρμογής, στην προμετωπίδα της οποίας βρίσκεται η δομική παρεμβολή των εργατικών-σοσιαλδημοκρατικών συνδικάτων. Η μεταπολεμική σύμφυση σοσιαλδημοκρατικού κόμματος-σοσιαλδημοκρατικών συνδικάτων εδράζεται πάνω στο άξονα της διαμόρφωσης και αποκρυστάλλωσης κομμάτων που λειτουργούν ως «συλλογικοί διανοούμενοι». Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα «συλλογικός διανοούμενος» ιεραρχεί προτεραιότητες, ενσωματώνει εγκλήσεις και προτάγματα, ενώ, την ίδια στιγμή, λειτουργεί ως «ολικό» κόμμα επικαθορισμού του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι.
Κύρια και χαρακτηριστική περίπτωση ενός «ολικού» ηγεμονικού κόμματος απετέλεσε το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Σουηδίας (SAP), το οποίο διαχειρίστηκε την κυβερνητική εξουσία επί 44 συναπτά έτη, (1932-1976). Όπως αναφέρει ο Σεραφείμ Σεφεριάδης, «στη βάση ενός προγράμματος γενναίων δημοσίων δαπανών, το SAP (σ.σ: το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Σουηδίας) κέρδισε τις εκλογές του 1932 και στη συνέχεια (σε συνεργασία με το Αγροτικό Κόμμα) έθεσε τις βάσεις για τη μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία».[1]
Η κοινωνική και πολιτική ηγεμονία του Σουηδικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος περιελάμβανε οργανικά και το συνδικαλιστικό κίνημα, διαμορφώνοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις για την αποκρυστάλλωση της μορφής του συνδικάτου «κοινωνικού διανοούμενου», το οποίο άπτεται μορφών συλλογικής δράσης και βελτίωσης των όρων διαβίωσης του εργατικού μπλοκ όντας προσδεδεμένο στο «ολικό» ηγεμονικό κόμμα.
Στην περίπτωση της Γερμανίας η σύμφυση μεταξύ σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και εργατικών συνδικάτων προσέλαβε και αμιγώς οργανωτικά-«σχεσιακά» χαρακτηριστικά. Όπως επισημαίνει ο Ηλίας Κατσούλης, «έτσι, η εργατική τάξη της ΟΔΓ (σ.σ: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ή Δυτική Γερμανία όπως επικράτησε να λέγεται στην καθομιλουμένη) ασκεί έμμεσα, αλλά αποφασιστικά, επιρροή στην πολιτική του SPD, (σ.σ: Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Γερμανίας) του οποίου οι παραδοσιακοί δεσμοί με τον εργατικό συνδικαλισμό διατηρούνται ιδιαίτερα έντονοι, (η πλειοψηφία των στελεχών των συνδικάτων είναι μέλη του SPD, ενώ ένας μεγάλος αριθμός των εκλεγμένων βουλευτών του κόμματος στην Ομοσπονδιακή Βουλή και τοπικές Βουλές, είναι συνδικαλισμένοι) και ταυτόχρονα βοηθά στην ανεξαρτητοποίηση των συνδικάτων και την ενίσχυση του ρόλο τους στη ζωή της ΟΔΓ».[2]
Πέρα και πάνω από του πλέριους οργανωτικούς δεσμούς που συγκροτούνται μεταξύ σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και εργατικών συνδικάτων, όπως βλέπουμε και στην περίπτωση του SPD, Η σύμφυση κόμματος-συνδικάτου προσλαμβάνει και πολιτικά, προγραμματικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά που δύνανται να επηρεάσουν και να μετατοπίσουν την διευρυμένη ή μη αναπαραγωγή των κοινωνικών τάξεων. Η οργανωτική σύμφυση του SPD με τα Γερμανικά εργατικά συνδικάτα εξηγεί «μερικώς» το περίγραμμα της πολύπλοκης πολιτικής-συνδικαλιστικής σύνδεσης τους, καθότι δεν ανάγεται σε μία πολλαπλότητα κοινωνικών συμφερόντων, ιδεολογίας και πολιτικής στρατηγικής.
Και φυσικά μια τέτοια σύνδεση που «φιλτράρεται» και διαμεσολαβείται μέσα από τις «ρηγματώσεις» της πολιτικής πράξης και του κοινωνικού «χρόνου» συγκροτείται με ρήξεις, διασπάσεις και εγκάρσιες τομές που τέμνουν και ανατέμνουν το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.
Τώρα, το δεύτερο συνδικαλιστικό πρότυπο «εντοπίζεται» στον Ευρωπαϊκό Νότο, εκεί όπου η προσίδια πολιτική «κίνηση» τέμνει τον κοινωνικό «χώρο» και «χρόνο». Η πτώση των δικτατορικών καθεστώτων σε τρεις χώρες της Νότιας Ευρώπης (Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα), διαμόρφωσε τους όρους για την ανασυγκρότηση των εργατικών συνδικάτων πάνω σε «νέα» βάση. Η αναγκαία εμπέδωση και εμβάθυνση του εκδημοκρατισμού συμφύθηκε οργανικά με την αναγκαιότητα του «εκδημοκρατισμού» του ρόλου και της λειτουργίας των συνδικάτων, ώστε ακριβώς τα συνδικάτα να «ξεφύγουν» από την κρατική «μέγγενη».
Η διάρρηξη των δεσμών κράτους-εργατικών συνδικάτων, ή ορθότερα του ελέγχου των εργατικών συνδικάτων από το κράτος, διαμεσολαβήθηκε και επετεύχθη ως αποτέλεσμα της δραστηριοποίησης των πολιτικών συσσωματώσεων. Εκείνη την κρίσιμη κοινωνικά και πολιτικά περίοδο τα συνδικάτα λειτούργησαν ως «πόλοι» που συνέβαλλαν στην προώθηση ενός ευρύτερου κοινωνικού «εκδημοκρατισμού», καθότι έτειναν να ενσωματώνουν το βασικό και «δομικό» στοιχείο της συμμετοχής του λαϊκού-εργατικού μπλοκ στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η προώθηση του κοινωνικού «εκδημοκρατισμού» ενσωμάτωνε και χαρακτηριστικά ρήξης. (Βλ. την περίπτωση του εργοστασιακού κινήματος των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων). Έτσι, τα εργατικά συνδικάτα, συμπλήρωσαν στο πεδίο του κοινωνικού, την δραστηριοποίηση των πολιτικών κομμάτων, κύρια των αριστερών πολιτικών κομμάτων.
Η σύμφυση τους (πολιτικό κόμμα-εργατικό συνδικάτο) προσέλαβε τα χαρακτηριστικά μίας πρωτόλειας και πρωταρχικής δημοκρατικής σχέσης-κίνησης, που, την ίδια στιγμή, απευθυνόταν στο κοινωνικό μπλοκ των λαϊκών-υποτελών τάξεων. Κύρια στην περίπτωση της Ελλάδας, η συμβολική «κατάκτηση» του αναγκαίου κοινωνικού «εκδημοκρατισμού» επετεύχθη με τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μετά την άνοδο της στην κυβερνητική εξουσία το 1981. Το επίσημο και θεσμικό συνδικαλιστικό κίνημα αναδείχθηκε ως «πυλώνας» της διαδικασίας εμπέδωσης και εμβάθυνσης του αναγκαίου κοινωνικού και πολιτικού «εκδημοκρατισμού».
Σε αντίθεση με το συνδικαλιστικό κίνημα των Βορειοευρωπαϊκών χωρών, στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου το συνδικαλιστικό κίνημα αρχικά κινήθηκε προς την κατεύθυνση της προώθησης του κοινωνικού «εκδημοκρατισμού», προτού επιδιώξει την παρέμβαση του στο πεδίο του καταμερισμού εργασίας μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η μετάβαση στην πρωταρχική μορφή άρθρωσης και συγκρότησης των εργατικών συνδικάτων, ήτοι στην λειτουργία τους ως «επιταχυντές» (ή και «επιβραδυντές» της κοινωνικής-ταξικής σύγκρουσης) ισχυροποίησε την σύνδεση κομμάτων-συνδικάτων.
Την περίοδο της μεταπολιτευτικής κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης αναδείχθηκε ως κυρίαρχη συνδικαλιστική δύναμη η «δομή» της ΠΑΣΚΕ, συνδικαλιστική παράταξης του ΠΑΣΟΚ που αντανακλούσε την διάθεση μίας σοσιαλδημοκρατικής «διευθέτησης» των κοινωνικών-ταξικών σχέσεων.
Η ρήξη μετασχηματίστηκε σε «διευθέτηση» και συναρμογή αιτημάτων και στόχων που αφενός μεν δεν έθεταν σε «συγκρουσιακή αμφισβήτηση» την κυριαρχία του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας, αφετέρου δε επεδίωξαν την «ποιοτική αναβάθμιση» (upgrade) των όρων διαβίωσης της εργατικής τάξης. Το ελληνικό μεταπολιτευτικό συνδικαλιστικό κίνημα αρθρώθηκε με βάση την βασική μεταπολιτευτική κομματική συγκρότηση: ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ, ΚΚΕ.
Τα εργατικά συνδικάτα ως μορφές εκπροσώπησης των άμεσων εργατικών συμφερόντων, οφείλουν να δρουν ας αυτόνομοι «επιταχυντές» της κοινωνικής εξέλιξης και προόδου. Και σε αυτό το σημείο αναδύεται το «κρισιακό» σημείο της πρωταρχικής και θεμελιώδους λειτουργίας τους: να δρουν και να επιτελούν καθήκοντα «κοινωνικού διανοούμενου», πέρα και πάνω από την ιδεολογική και προγραμματική σκευή που τα συμφύει με ένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα. Οφείλουν να παράγουν ιδεολογία, ιδεολογία «συγκρουσιακή» και «ρηξιακή», ιδιαίτερα την σημερινή «κρισιακή» περίοδο η οποία και νοηματοδοτείται «ολικά» ως περίοδος αναδιανομής πλούτου και ισχύος προς την πλευρά του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας.
«Εάν η ιδεολογία, σύμφωνα με την ιστορικιστική αναπαράσταση, νοείται σαν ταμπέλα αναγνωριστική, που οι τάξεις-υποκείμενα φέρουν στην πλάτη τους, όχι μόνο καθίσταται αδύνατη κάθε εξήγηση για το πώς ενυπάρχουν μέσα στην κυρίαρχη ιδεολογία, στοιχεία προερχόμενα από ιδεολογίες άλλων τάξεων, και όχι αποκλειστικά στοιχεία της πολιτικά κυρίαρχης τάξης, αλλά δεν είναι πια δυνατό, να θεμελιώσουμε πειστικά, το γεγονός ότι η ιδεολογία της εργατικής τάξης είναι διαρκώς εκτεθειμένη στην επιρροή της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως και της μικροαστικής ιδεολογίας».[3]
Και τα εργατικά συνδικάτα οφείλουν να σφυρηλατούν και να συγκροτούν την εργατική τάξη μέσα στους χώρους εργασίας, συμβάλλοντας στην αποτροπή διάχυσης των βασικών ιδεολογικών χαρακτηριστικών της κυρίαρχης τάξης στο εσωτερικό της. (της εργατικής τάξης).
[1] Βλ.σχετικά, Σεφεριάδης Σεραφείμ, ‘Σοσιαλδημοκρατικές στρατηγικές στον 20ο αιώνα. Επισημάνσεις για μια Πολιτική Κοινωνιολογία,’ στο, Κατσούλης Ηλίας, (επιμ.), ‘Νέα Σοσιαλδημοκρατία. Περιεχόμενα Πολιτικής, Θεσμοί, Οργανωτικές Δομές΄, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2002, σελ. 92.
[2] Βλ.σχετικά, Γκρέμπινγκ Χέλγκα, ‘ Η Ιστορία του Γερμανικού Εργατικού κινήματος’. Στον «εμπλουτισμό» του τόμου έχει συμβάλλει και ο Ηλίας Κατσούλης με το κείμενο, ‘Το νέο «ταξικό» όραμα της Σοσιαλδημοκρατίας’. Μετάφραση: Πανάγου Μ.- Κατσούλης Ηλίας, Επιμέλεια, Εισαγωγή, Επίλογος: Κατσούλης Ηλίας, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1982, σελ. 413-414.