Η συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος επιβεβαιώνει μέχρι κεραίας τη θέση του ΚΚΕ ότι η συνταγματική αναθεώρηση στοχεύει σε ένα πιο ισχυρό και ευέλικτο κράτος για τα συμφέροντα του κεφαλαίου, επομένως πιο εχθρικό και επιθετικό απέναντι στον λαό. Τόσο οι προτάσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας όσο και η στάση των άλλων κομμ... Περισσότερα
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ
από Η Άλλη Άποψη
Τις προϋποθέσεις και τα εργαλεία για το «άλμα δεκαετίας» στα κέρδη του κεφαλαίου και της επιτάχυνσης της αντιλαϊκής πολιτικής, μετά τον «κάβο» της πανδημίας, περιγράφει σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Tο Βήμα της Κυριακής», ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Επαναλαμβάνοντας τα χιλιοειπωμένα περί των τάχα «στέρεων βάσεων» στις οποίες θα στηριχτεί η καπιταλιστική οικονομία μετά κι από αυτή την καπιταλιστική κρίση, ο πρωθυπουργός κάνει λόγο για «ένα άλμα δεκαετίας και όχι μια προσωρινή εκτίναξη του ΑΕΠ» μετά την πανδημία και παραθέτοντας τα εργαλεία προκειμένου οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι να αυξήσουν περαιτέρω τα κέρδη τους, αναφέρεται σε τρεις «βασικούς όρους» και συγκεκριμένα «να αλλάξει το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής. Κάτι που άλλαξε εκ των πραγμάτων» ώστε η κυβέρνηση να συνεχίσει να συνεχίσει να μπουκώνει με χρήμα και άλλες διευκολύνσεις τους επιχειρηματικούς ομίλους, τη συνέχιση των «διαρθρωτικών αλλαγών», των αντιλαϊκών ανατροπών «που θα κάνουν την «Ελλάδα πιο ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις. Και αυτό γίνεται ήδη και συνεχίζεται», όπως και την «εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος μέσα από τη γρήγορη μείωση των κόκκινων δανείων», σφίγγοντας κι άλλο τη θηλιά σε επαγγελματίες και λαϊκά στρώματα και γενικεύοντας τους πλειστηριασμούς. Ενώ ξεχωριστή αναφορά κάνει φυσικά και στο «Ταμείο Ανάκαμψης» μιλώντας για ένα δεύτερο ΕΣΠΑ για την προώθηση των «μεταρρυθμίσεων» και «παρεμβάσεων» σε κρίσιμους τομείς, που φυσικά διευκολύνουν και εξασφαλίζουν την άμεση και υψηλή κερδοφορία του κεφαλαίου και δεν έχουν σχέση με τις πραγματικές λαϊκές ανάγκες, έργα και υποδομές.
Επιστρατεύοντας ψεύτικα διλήμματα προκειμένου να εγκλωβίσει τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα στους στόχους και τις απαιτήσεις της άρχουσας τάξης, των πολυεθνικών και των μονοπωλίων, ο πρωθυπουργός σημειώνει ότι από τα δίπολο «αριστερά - δεξιά», εκείνος προτιμά το ζεύγος «πρόοδος - καθήλωση», «γιατί το ζητούμενο σήμερα, δεν είναι απλά η δίκαιη κατανομή του πλούτου. Αλλά η μεγέθυνσή του που θα φέρει και τον ισότιμο επιμερισμό του». Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Κ. Μητσοτάκης λανσάρει σε νέα έκδοση το χρεωκοπημένο και επικίνδυνο για το λαό ιδεολόγημα ότι τάχα από την αύξηση του παραγόμενου πλούτου θα κερδίσουν με δίκαιο τρόπο και οι εργαζόμενοι. Ιδεολόγημα που η ίδια η ζωή βέβαια κατέρριψε και καταρρίπτει αφού με τις εφαρμοζόμενες αντιλαϊκές πολιτικές και τους σιδερένιους νόμους της καπιταλιστικής οικονομίας σε πλήρη ισχύ ξανά και ξανά επιβεβαιώνεται ότι η καπιταλιστική κερδοφορία χτίζεται μόνο με την ένταση της εκμετάλλευσης.
Προκλητικός εμφανίζεται και για τηνπανδημίακαι τη διαχείριση της, επικαλούμενος τις εκατόμβες νεκρών στην υπόλοιπη ΕΕ για να επαναλάβει χωρίς ντροπή πως «εάν η Ελλάδα είχε τον μέσο ευρωπαϊκό όρο σε απώλειες ανά εκατομμύριο κατοίκων, σήμερα θα θρηνούσε τα διπλάσια θύματα».
Ενώ αφού επαναλαμβάνει τα περί ενίσχυσης του δημόσιου συστήματος, που καταρρέουν με πάταγο ξανά τις μέρες αυτές, την ώρα που ο δημόσιος τομέας της Υγείας ασφυκτιά από την πανδημία, από τις ελλείψεις προσωπικού, εξοπλισμού, χρηματοδότησης και υποδομών, με την κυβέρνηση όχι μόνο να αρνείται την πραγματική επίταξη του ιδιωτικού τομέα της Υγείας, αλλά και να επιδοτεί αδρά τους κλινικάρχες της ιδιωτικής Υγείας, ο Κ. Μητσοτάκης ισχυρίζεται ότι ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας συνεργάζονται υπό την καθοδήγηση του υπουργείου. Συνεργασία λοιπόν βαφτίζεται ότι τα δημόσια νοσοκομεία έχουν μπει στον «αναπνευστήρα», την ώρα που η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να ακουμπήσει την «ιερή αγελάδα» της ιδιωτικής Υγείας. Μάλιστα και εδώ, αποδεικνύοντας ότι η κυβέρνηση βλέπει «την κρίση ως ευκαιρία» ο πρωθυπουργός ισχυρίζεται πως τάχα μαζί με το «στερεότυπο» του «τεμπέλη δημόσιου υπαλλήλου» «διαλύθηκε και το στερεότυπο του "ανάλγητου" ιδιωτικού τομέα» και πως «κάποια στιγμή, λοιπόν πρέπει να αντιληφθούμε ότι το δημόσιο δεν ταυτίζεται με το κρατικό».
Κατόπιν αυτών, με «μένος» επιτίθεται στις διαδηλώσεις που μπαίνουν εμπόδιο στην αντιλαϊκή πολιτική, φτάνοντας να ισχυριστεί πως«δείχνοντας εμπιστοσύνη στην υπευθυνότητα όλων των πολιτικών δυνάμεων, δεν απαγορεύσαμε τις διαδηλώσεις», επιστρατεύοντας τις αθλιότητες του κοινωνικού αυτοματισμού («προσωπικά, δεν θεωρώ το δικαίωμα του συνέρχεσθαι κατ' ανάγκην πιο σημαντικό από το δικαίωμα του εργάζεσθαι» λέει), και μιλώντας για «υγειονομικό σαμποτάζ. Γιατί ο μαζικός συγχρωτισμός αποδεδειγμένα διασπείρει τον ιό. Αλλάκαι ένα κοινωνικό σαμποτάζ.Γιατί εκπέμπει το μήνυμα της συλλογικής παραβίασης των μέτρων προστασίας». Αξιοποιώντας και την «πάσα» του ΣΥΡΙΖΑ με τα περί «μορατόριουμ», ισχυρίζεται πως τάχα αυτό σημαίνει «ναι στο δρόμο, αλλά όχι στο νόμο» και «να μην ψηφίζονται νομοσχέδια ... να μην λειτουργεί το κράτος ... κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί».
Προαναγγέλοντας δε και παραπέρα ένταση της καταστολής που είναι το συνοδευτικό της αντιλαϊκής πολιτικής λέει ότι «στην Ελλάδα είχαμε μάλλον το ανάποδο πρόβλημα: μια συστηματική υποχώρηση του κράτους απέναντι σε φαινόμενα βίας στο όνομα του "δικαιωματισμού" ορισμένων».