Η συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος επιβεβαιώνει μέχρι κεραίας τη θέση του ΚΚΕ ότι η συνταγματική αναθεώρηση στοχεύει σε ένα πιο ισχυρό και ευέλικτο κράτος για τα συμφέροντα του κεφαλαίου, επομένως πιο εχθρικό και επιθετικό απέναντι στον λαό. Τόσο οι προτάσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας όσο και η στάση των άλλων κομμ... Περισσότερα
Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
«Ένα ανοιξιάτικο απογεματινό στα προάστια. Τα τέσσερα σπίτια του χτήματος Φαντάζουν άσπρα μες στη σκοτεινιά. Οι εργάτες κάθονται ακόμα Μπροστά στα σκούρα τραπέζια στην αυλή. Μιλάνε για τον κίτρινο κίνδυνο. Μικρά κορίτσια πηγαίνουνε να φέρουν μπύρα Αν και η χάλκινη καμπάνα του μοναστηριού των Ουρσουλίνων έχει κιόλας χτυπήσει. Με σηκωμένα τα μανίκια γέρνουν οι πατεράδες τους πάνω απ’ το γείσο του παραθυριού. Οι γείτονες τυλίγουν τις ροδακινιές που ακουμπούν στους τοίχους των σπιτιών Μ΄ άσπρα κουρέλια να τις προφυλάξουν απ’ την παγωνιά της νύχτας». (Μπέρτολτ Μπρεχτ, ‘Αουγκσμπουργκ’).
Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Γερμανίας (SPD), που ουσιαστικά ιδρύθηκε το 1875, επηρέασε και επηρεάζει την όλη κίνηση της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα, αποτελεί τον κυβερνητικό εταίρο των Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών, ενώ, συγκριτικά με το παρελθόν, έχει απολέσει ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής-κοινωνικής του δύναμης. Στο εσωτερικό του κόμματος, από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του, άρχισε να αποκρυσταλλώνεται σταδιακά ένας δομικός ιδεολογικός δυϊσμός που επηρέασε σημαντικά την πολιτική κατεύθυνση του κόμματος: ο δομικός δυϊσμός σχετιζόταν με την αντιπαράθεση μεταξύ μαρξιστών και αναθεωρητών. Το αναθεωρητικό ρεύμα, που ουσιαστικά αποτελούσε μία προσπάθεια ερμηνείας και ανάλυσης του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, στηριζόταν στο θεωρητικό έργο του Έντουαρντ Μπερνστάϊν.
Όπως αναφέρει και η Σέρι Μπέρμαν: «Το πιο εντυπωσιακό γνώρισμα του προγράμματος της Ερφούρτης ήταν ο δυϊσμός του. Το θεωρητικό πρώτο μέρος του προγράμματος το είχε επεξεργαστεί κυρίως ο Καρλ Κάουτσκυ και απηχούσε πιστά τις δικές του ορθόδοξες μαρξιστικές θέσεις. Επρόκειτο εν πολλοίς για μια ανάλυση των καταστροφικών για το προλεταριάτο επιπτώσεων της οικονομικής ανάπτυξης και σκιαγραφούσε μια αποκρουστική εικόνα του καπιταλιστικού μέλλοντος. Το δεύτερο μέρος του προγράμματος, γραμμένο κυρίως από τον Έντουαρντ Μπερνστάϊν, επικεντρωνόταν στα πρακτικά αιτήματα του κόμματος. Ήταν ουσιαστικά ένας μακροσκελής και μάλλον ανιαρός κατάλογος μεταρρυθμίσεων (στις οποίες περιλαμβάνονταν το καθολικό δικαίωμα ψήφου για τους άνδρες σε όλες τις εκλογές, η καταβολή αποζημίωσης στους εκλεγμένους αξιωματούχους, η φιλελευθεροποίηση της εργατικής νομοθεσίας, η διακήρυξη ότι η θρησκεία είναι ιδιωτική υπόθεση, η πλήρης εκκοσμίκευση του σχολείου και η προοδευτική φορολογία εισοδημάτων και ιδιοκτησίας), που τις περισσότερες θα μπορούσαν κάλλιστα να τις υποστηρίξουν προοδευτικοί φιλελεύθεροι».[1]
Η προσίδια σύγκρουση μεταξύ ρήξης και μεταρρύθμισης διέτρεχε την όλη πορεία του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Γερμανίας. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πως αυτή η κομματική πορεία σκιαγραφεί με ενάργεια και την συνολική πορεία του Γερμανικού εργατικού κινήματος, στο βαθμό που το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα επεδίωξε: 1. Τον δομικό προσδιορισμό του Γερμανικού εργατικού κινήματος, και, 2. Την διάχυση της ιδεολογίας του στο εσωτερικό του. Η συγκεκριμένη Σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία επεδίωξε να μετασχηματιστεί σε κυριαρχική. Η ιστορική πορεία και μετεξέλιξη του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, εντός του Γερμανικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, ήταν η πορεία ‘ενός βήματος μπροστά, δύο βημάτων πίσω’. Ο Γερμανικός κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός, εισερχόμενος σε φάση ταχύτατης και ραγδαίας ανάπτυξης, μετέβαλλε τους όρους συγκρότησης και ‘ανάπτυξης’ του κομματικού-πολιτικού συστήματος. Ο Γερμανικός Σοσιαλδημοκρατικός μεταρρυθμισμός εκφράστηκε στο εσωτερικό του κόμματος και του εργατικού κινήματος.
Ο Νίκος Πουλαντζάς μας προσφέρει το περίγραμμα αυτού του στρατηγικού μεταρρυθμισμού: «Για το γερμανικό εργατικό κίνημα πρόκειται για τον λασαλισμό. Σε αντίθεση προς τον οικονομιστικό ρεφορμισμό του τρεηντ-γιουνιονισμού, συνίσταται στο να θεωρεί το Κράτος σαν παράγοντα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης «από τα πάνω», σαν Κράτος που δεν υπάρχει ζήτημα να σπάσει ο μηχανισμός και οι δομές του και να καταληφθεί η εξουσία του, αλλά να εξαναγκαστεί να παίξει το ρόλο του μεσολαβητή τρίτου ανάμεσα στις τάξεις που ανταγωνίζονται».[2]
Με αυτόν τον τρόπο ο Γερμανικός μεταρρυθμισμός εγγράφει στα χαρακτηριστικά του μία «μεταφυσική» θεώρηση του κράτους και του ρόλου του. Έτσι, το κράτος δύναται να διαδραματίσει ρόλο κοινωνικού «ενοποιητή», που πέρα και πάνω από τις κοινωνικές τάξεις, θα διατρέχει «ουδέτερα» και κανονιστικά το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Το κράτος νομιμοποιείται κοινωνικά και «ανασυγκροτείται» πολιτικά, φέροντας εντός του το πρόσημο το «ανυψωτή» του λαού-έθνους.
Η πορεία του κόμματος στον 20ο αιώνα σημαδεύτηκε από τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Η ήττα της ναζιστικής Γερμανίας και το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, ισοδυναμούν με την επιδίωξη της ολικής ανασυγκρότησης του κόμματος, μία ανασυγκρότηση που περιλαμβάνει την αναζήτηση ιδεολογικών κατευθύνσεων, την προγραμματική «αυτοτέλεια» καθώς και την οργανωτική του μεγέθυνση.
Σημείο τομής, όχι μόνο στην μεταπολεμική αλλά στην όλη ιστορία του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος αποτελεί το συνέδριο του Bad Godesberg, που έλαβε χώρα το 1959. Θα επιχειρήσουμε να προβούμε σε μία «αιρετική» ερμηνεία της σημαντικότητας του συγκεκριμένου συνεδρίου, ακριβώς διότι το συγκεκριμένο συνέδριο παρήγαγε τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση ενός συμπαγούς ιδεολογικά και συνεκτικού πολιτικά κόμματος, το οποίο πλέον δύναται να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες. Το Bad Godesberg ως «κρισιακό» συμβάν οριοθετεί το πλαίσιο δράσης του κόμματος, ενώ, την ίδια στιγμή, προσδίδει στο κόμμα τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά ενός οιονεί κυβερνητικού κόμματος. «Το πρόγραμμα του Godesberg τον Νοέμβριο του 1959, αντιπροσωπεύει μία θεμελιώδη αλλαγή υποδείγματος ‘από το κόμμα της εργατικής τάξης στο κόμμα του λαού’».[3]
Το συνέδριο αυτό ορίζεται και προσδιορίζεται ως η συμπύκνωση της μεταρρυθμιστικής πολιτικής στρατηγικής του κόμματος. Άρα, θα μπορούσαμε να πούμε πως το πρόγραμμα του Bad Godesberg νοείται όχι ως αφετηρία ενός δομικού πολιτικού, προγραμματικού και ιδεολογικού μετασχηματισμού του κόμματος, αλλά ως συμπύκνωση της μεταρρυθμιστικής κατίσχυσης στο εσωτερικό του. Με αυτόν τον τρόπο, στα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της συνεδριακής διαδικασίας εγγράφονται οι έννοιες της μεταρρύθμισης και του μετασχηματισμού. Η συμπύκνωση της ιστορικής μεταρρυθμιστικής στρατηγικής του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος συμφύεται οργανικά με τον προσίδιο μετασχηματισμό του σε ένα οιονεί κυβερνητικό κόμμα το οποίο θέλει να ενσωματώσει πολυσυλλεκτικά χαρακτηριστικά. Έτσι, αυτό το σημαντικό συνέδριο διεξήχθη υπό τους όρους της «διπλής κίνησης».
Πλέον, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εγκιβωτίζει στο εσωτερικό του τα άμεσα και θεμελιώδη συστατικά της Σοσιαλδημοκρατικής αφήγησης που έγκεινται στην επιδίωξη εφαρμογής μεταρρυθμίσεων που θα αμβλύνουν και θα περιορίζουν αφενός μεν το κεφαλαιοκρατικό κέρδος, αφετέρου δε τις συνέπειες από την εμβάθυνση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
«Με το πρόγραμμα του Μπάντ Γκόντεσμπεργκ, το SPD έκλεισε τελειωτικά ειρήνη με το αστικό-δημοκρατικό κράτος, αποδεχόμενο, έτσι, και προγραμματικά την ειρήνη, που πολύ πιο πριν είχε κλείσει με την αστική δημοκρατία η γερμανική εργατική τάξη. Βέβαια, ο απώτερος σκοπός της σοσιαλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας δεν εγκαταλείπεται, το Πρόγραμμα όμως του Μπάντ Γκόντεσμπεργκ αποφεύγει, σ’ αντίθεση μ’ όλα τα προηγούμενα κομματικά προγράμματα, να τοποθετηθεί κοσμοθεωρητικά. Αντ’ αυτού αναγνωρίζει τις τρείς βασικές αξίες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Αλληλεγγύης, τις οποίες θέτει σαν στόχο της πολιτικής του κόμματος. Ο «αγώνας ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα» (Πρόγραμμα Χαϊδελβέργης, 1925) δεν είναι επίκαιρος, ούτε η «κοινωνικοποίηση των μέσων της παραγωγής» θεωρείται βασική προϋπόθεση του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού. Αντίθετα τονίζεται ιδιαίτερα η σημασία του ανταγωνισμού για την λειτουργία της αγοράς».[4]
Ακόμη και σήμερα, το Bad Godesberg διατρέχει την πολιτική, προγραμματική και ιδεολογική σκευή του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Το μεταπολεμικό SPD κινήθηκε πάνω στους άξονες μίας κλασικού τύπου σοσιαλδημοκρατικής αναδιανεμητικής πολιτικής, εκεί όπου το σοσιαλδημοκρατικό πρόταγμα έτεινε στην αποκρυστάλλωση ενός διευρυμένου κράτους πρόνοιας. Το σημερινό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, όπως και τα κυριότερα ομόλογα ευρωπαϊκά Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αντιμετωπίζει δύο άμεσα και βασικά προβλήματα: από την μία πλευρά, ‘απεντάσσει’ το φορτισμένο Σοσιαλδημοκρατικό προγραμματικό και ιδεολογικό φορτίο, ενώ, από την άλλη πλευρά, αντιμετωπίζει προβλήματα κοινωνικής-εκλογικής συρρίκνωσης.
Τα δύο αυτά προβλήματα, συνδεόμενα μεταξύ τους, συγκροτούν μία Σοσιαλδημοκρατική κρίση ταυτότητας, μία κρίση που θέτει εν αμφιβόλω την μακροπρόθεσμη πορεία της πολιτικής συσσωμάτωσης που αποκαλείται Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.
Η κρίση που διατρέχει οριζόντια και κάθετα τα Σοσιαλδημοκρατικά πολιτικά κόμματα επηρεάζει την προνομιακή τους σύμφυσης με τα εργατικά συνδικάτα. Η εφαρμογή της περίφημης και περιβόητης ‘Ατζέντας’ 2010, από την κυβέρνηση συνεργασίας Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων, προκάλεσε μία δομική μετατόπιση κομματικών-συνδικαλιστικών δυνάμεων: πολλοί συνδικαλιστές, καθώς και κομματικά στελέχη εγκατέλειψαν το κόμμα, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την σταδιακή ενδυνάμωση του αριστερού πόλου του κομματικού συστήματος. Η εφαρμογή της ‘Ατζέντας 2010’ έτεινε στην ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, από κοινού με την περικοπή των κοινωνικών δαπανών και την συνακόλουθη μείωση της «επεκτασιμότητας» του κοινωνικού κράτους.
Ως εκ τούτου, προκαλούνται ριζικές μεταβολές στην κοινωνική συμμαχία που είχε συγκροτήσει το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Η άρση της εμπιστοσύνης (προς το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα), από ένα σημαντικό τμήμα του μπλοκ των λαϊκών-υποτελών τάξεων ακολουθήθηκε από την αδυναμία κοινωνικής διεύρυνσης του κόμματος: μιλώντας με τους όρους μίας προσίδιας κυβερνησιμότητας, η Γερμανική μεσαία τάξη διείδε στο Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα έναν σταθερότερο και κυβερνητικά «ικανότερο» πολιτικό εκφραστή και διαμεσολαβητή. Με αυτόν τον τρόπο, τα τελευταία χρόνια, έχει αρθεί στην πράξη η λαϊκή πλειοψηφική πολυσυλλεκτικότητα του Bad Godesberg. Aπό την αντιστροφή αυτών των όρων εξαρτάται η μελλοντική πορεία και μετεξέλιξη του κόμματος.
Ο δομικός πολιτικός, προγραμματικός και ιδεολογικός μετασχηματισμός των Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, έχει προκαλέσει μετατοπίσεις στο πεδίο του κοινωνικού, καθώς και στην γενικότερη ιδεολογική σύγκρουση πολιτικών ιδεολογιών. Είναι προφανές ότι η Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία οφείλει να επαναπροσδιορίσει την πολιτική και ιδεολογική της στρατηγική.
[1] Βλ. σχετικά, Μπέρμαν Σέρι, ‘ Το πρωτείο της Πολιτικής. Η Σοσιαλδημοκρατία και η Ευρώπη του 20ου αιώνα’. Μετάφραση: Αστερίου Ελένη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο-Αθήνα, 2014, σελ. 89-90.
[3] Βλ. σχετικά, ‘Volume 8. Occupation and Emergency of two States, 1945-1961. Godesberg program of the SPD (November 1959), German History in Documents and Images, PDF. Το πρόγραμμα του Βad Godesberg θέτει τις βάσεις για την πολλαπλή κοινωνική θέσμιση του κόμματος. Οι σχέσεις εκπροσώπησης που είχε συγκροτήσει με ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης δεν ήσαν αρκετές για τον προσίδιο «κυβερνητικό» μετασχηματισμό του κόμματος. Εδώ ακριβώς εντοπίζουμε την πολιτική και ιδεολογική αλληλουχία. Το κοινωνικά πολλαπλό και πολυκεντρικό «κόμμα του λαού», αίρει το πλαίσιο και το «ποιοτικό» πεδίο της μαρξιστικής θέσμισης του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος.
[4] Βλ. σχετικά, Κατσούλης Ηλίας, ‘Ειρήνη και Μεταρρυθμίσεις. Το νέο «ταξικό» όραμα του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος’, Επίλογος στο, Γκρέμπινγκ Χέλγκα, ‘Η Ιστορία του Γερμανικού Εργατικού Κινήματος’, Μετάφραση: Πανάγου Μ.- Κατσούλης Ηλίας, Επιμέλεια, Εισαγωγή, Επίλογος: Κατσούλης Ηλίας, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1982, σελ. 406-407.