Τετάρτη, 18 Μάι, 2022

  • ΠΕΑΕΑ/ΔΣΕ παράρτημα Νάουσας: Εκδήλωση μνήμης
  • Ημερίδα για την δημόσια υγεία στη μνήμη του Θανάση Γεωργιάδη
  • Τέλος, με εξαιρέσεις, η χρήση μάσκας σε κλειστούς χώρους από 1η Ιούνη
  • ΦΙΛΙΠΠΟΣ: Νίκησε και πάει για ...τελικό παραμονής στο ΑΓΡΙΝΙΟ
  • ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ: Ο λαός θα πληρώσει πολύ ακριβά τη μεγαλύτερη πρόσδεση της Ελλάδας στα σχέδια των ΗΠΑ
  • Μήνυμα Δημάρχου Βέροιας για την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων
ΠΕΑΕΑ/ΔΣΕ παράρτημα Νάουσας: Εκδήλωση μνήμης1 Ημερίδα για την δημόσια υγεία στη μνήμη του Θανάση Γεωργιάδη2 Τέλος, με εξαιρέσεις, η χρήση μάσκας σε κλειστούς χώρους από 1η Ιούνη3 ΦΙΛΙΠΠΟΣ: Νίκησε και πάει για ...τελικό παραμονής στο ΑΓΡΙΝΙΟ4 ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ: Ο λαός θα πληρώσει πολύ ακριβά τη μεγαλύτερη πρόσδεση της Ελλάδας στα σχέδια των ΗΠΑ5 Μήνυμα Δημάρχου Βέροιας για την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων6

Το Σχόλιο της Ημέρας

Φερετζές...

Φερετζές...

Το ...στάξιμο από την ουρά του γαϊδάρου θυμίζει η συζήτηση εδώ και βδομάδες σχετικά με τη χρήση ή όχι της μάσκας προστασίας σε κλειστούς χώρους. Γιατί όσο η κυβέρνηση «μαδάει τη μαργαρίτα» για το πώς και το πού «βγάζουμε τη μάσκα», η μετάδοση του κορονοϊού συνεχίζεται, η επιδημιολογική επιτήρηση έχει πάει περίπατο, με τα διαγνωστικά τε... Περισσότερα

Για την κυβέρνηση συνασπισμού στη Γερμανία

Τελευταία ενημέρωση από Η Άλλη Άποψη
Για την κυβέρνηση συνασπισμού στη Γερμανία

του ΣΙΜΟΥ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗ, υποψήφιου Διδάκτορα

Μετά από διαβουλεύσεις που κράτησαν περίπου δύο μήνες, συγκροτήθηκε η κυβέρνηση συνασπισμού στη Γερμανία. Την κυβέρνηση του «μεγάλου συνασπισμού», όπως αποκαλείται απαρτίζουν το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα (CDU), το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) και το κόμμα των Χριστιανοκοινωνιστών (CSU) της Βαυαρίας. Θυμίζουμε πως στις εκλογές που διεξήχθησαν στις 22 Σεπτεμβρίου 2013, είχε επικρατήσει, και με μεγάλη διαφορά το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ. Οι αναλύσεις που ακολούθησαν την δημιουργία της κυβέρνησης «μεγάλου συνασπισμού» στη Γερμανία εστίασαν σε δύο επίπεδα: 1) Στο κατά πόσο η συμμετοχή σε μία συμμαχική κυβέρνηση των Σοσιαλδημοκρατών θα επηρεάσει και θα αλλάξει την πολιτική που ακολουθεί η καγκελάριος Μέρκελ, και 2) Στην κατανομή των υπουργικών θώκων μεταξύ στελεχών των τριών κομμάτων. Και σε αυτή την περίπτωση, λόγος έγινε για την τοποθέτηση του προέδρου του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Ζίγκμαρ Γκάμπριελ στη θέση του υπουργού Οικονομικών, καθώς επίσης και στη θέση του αντικαγκελάριου της νέας συμμαχικής Γερμανικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τα λεγόμενα των αστών δημοσιολόγων, ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ θα ασκεί έναν εποπτικό ρόλο και θα αποτελεί το αναγκαίο όσο και θεσμικό «αντίβαρο» που θα ελέγχει τον Χριστιανοδημοκράτη υπουργό Οικονομίας, Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε.

  Το μείζον όμως είναι να εστιάσουμε στην ουσία και όχι στις επικοινωνιακές εντυπώσεις. Η παραπάνω προσέγγιση ουσιαστικό υπονοεί πως η συμμετοχή του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στην κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» θα επιβάλλει μία «νέα» φιλολαϊκή-φιλεργατική πολιτική, η οποία και θα κινείται στον αντίποδα της πολιτικής που ακολούθησε η προηγούμενη κυβέρνηση συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών-Φιλελευθέρων-Χριστιανοκοινωνιστών.

 Το πολιτικό παρελθόν των Σοσιαλδημοκρατών δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Αρκεί να πάμε το ρολόι του πολιτικού χρόνου λίγο πίσω, για να θυμηθούμε τα αντιλαϊκά-αντεργατικά μέτρα, τις αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις που περιελάμβανε η περιβόητη Agenda 2010 της Σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Σρέντερ. Η Agenda 2010 με τα μέτρα που περιελάμβανε, έθεσε τους υλικούς όρους που συνέβαλλαν σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας και στην συνακόλουθη αύξηση της κερδοφορίας του Γερμανικού κεφαλαίου.  Τα «καυτά» πολιτικά θέματα που καλείται να διαχειριστεί η νέα κυβέρνηση σχετίζονται αφενός μεν με την θέσπιση του κατώτατου μισθού, θέμα εξόχως σημαντικό για τους Γερμανούς εργαζόμενους, καθώς και για τους μετανάστες που διαμένουν και εργάζονται στη χώρα, αφετέρου δε  με την Γερμανική πολιτική σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ουσία δηλαδή με την πολιτική διαχείρισης της βαθιάς οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης, η οποία και ταλανίζει την ιμπεριαλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση.

Φυσικά, η πολιτική διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης, από πλευράς Γερμανίας δεν προοιωνίζεται  τίποτε καλό για τους εργαζόμενους των Ευρωπαϊκών χωρών που πλήττονται άμεσα από τις συνέπειες και την πολιτική διαχείριση και διαρρύθμιση της καπιταλιστικής κρίσης. Ειδικά για τους εργαζόμενους του χειμαζόμενου Ευρωπαϊκού Νότου και όχι μόνο, η πολιτική διαρρύθμιση της καπιταλιστικής κρίσης έγκειται στην απτή εφαρμογή πολιτικών λιτότητας σε συνδυασμό με την πραγματοποίηση «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», που μετουσιώνονται σε εκείνους τους υλικούς όρους που συντείνουν: Αφενός μεν στην θεσμική διασφάλιση των όρων αναπαραγωγής της  κερδοφορίας και της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, κάτι που σχετίζεται και με το βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο ξεπέρασμα της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου, αφετέρου δε στην κατίσχυση ενός «νέου» προτύπου εργασιακών σχέσεων που «απογυμνώνει» κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά τον εργαζόμενο, τον «εξατομικεύει» στο επίπεδο της διαπάλης, ενώ την ίδια στιγμή ωθεί εκτός παραγωγικής και κοινωνικής διαδικασίας ένα σημαντικό κομμάτι της μισθωτής εργασίας. Ουσιαστικά η ώθηση στο παραγωγικό «περιθώριο» ισούται με την κοινωνική και πολιτική περιθωριοποίηση, με τον ζωώδη και βάρβαρο πολιτικό εξοστρακισμό.

  Τώρα, μπαίνοντας στην ουσία των πολιτικών ζητημάτων, η θέσπιση του κατώτατου μισθού μετατίθεται στο μέλλον, αφήνοντας ουσιαστικά άθικτους τους όρους της διευρυμένης αναπαραγωγής της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Η μη άμεση θέσπιση του κατώτατου ημερομισθίου και μισθού βρίσκει την άμεση αντανάκλαση της στους όρους διαβίωσης και στις άσχημες εργασιακές συνθήκες που επηρεάζουν άμεσα την ζωή εκατομμυρίων Γερμανών εργαζόμενων.

  Και αναφερόμαστε φυσικά στα περίφημα mini-jobs, που σημαίνουν ευέλικτες μορφές απασχόλησης, καταστρατήγηση του οκταώρου στην πράξη και  γλίσχρους μισθούς της τάξεως των 400-500 ευρώ τον μήνα. Και όλα αυτά σε μία χώρα η οποία, για τους αστούς δημοσιολόγους, αποτελεί πρότυπο και «υπόδειγμα» τάχιστης οικονομικής ανάπτυξης και δημοσιονομικής εγκράτειας και πειθαρχίας. Η Γερμανική οικονομική ανάπτυξη, το «σύγχρονο» Γερμανικό οικονομική «θαύμα», εδράζεται στην περαιτέρω διεύρυνση των όρων εκμετάλλευσης των εργαζομένων από τα Γερμανικά μονοπώλια. Αυτό σημαίνει πως η ανάπτυξη της Γερμανικής οικονομίας αντιστοιχεί με την αύξηση των κερδών της Γερμανικής άρχουσας τάξης. Τα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα τα καρπώνονται τα Γερμανικά μονοπώλια.

  Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η Γερμανία, ως η ισχυρότερη καπιταλιστική οικονομία της Ευρωζώνης, επιδιώκει την «εξαγωγή», στις χώρες που πλήττονται άμεσα από την βαθιά καπιταλιστική-οικονομική κρίση, ενός υβριδικού οικονομικού μοντέλου που στηρίζεται σε δύο άξονες: 1) Σε έναν μακροοικονομικό-δημοσιονομικό άξονα, που σχετίζεται με την δημοσιονομική εξυγίανση, την μείωση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, την πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με άλλα λόγια, την «θεσμοποίηση-συνταγματοποίηση » των πολιτικών λιτότητας, οι οποίες εντάσσονται πλέον οργανικά εντός του πλαισίου του αστικού πολιτικού συστήματος επηρεάζοντας άμεσα τις πολιτικές διακυβέρνησης, και 2) Σε έναν άμεσα εργασιακό-κοινωνικό άξονα που αναφέρεται  στην  αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων, στην διεύρυνση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και στους μισθούς πείνας των 400-500 ευρώ. Η προϊούσα διαδικασία αποδόμησης των εργασιακών σχέσεων, αφήνει τους εργαζόμενους χωρίς ούτε το αναγκαίο «δίκτυ» κοινωνικής και οικονομικής ασφάλειας και προστασίας. Η νέα θεσμικοπολιτική και κοινωνικοοικονομική διευθέτηση πραγματοποιείται πάνω στις «γυμνές» ζωές των εργαζομένων, εν μέσω ενός κοινωνικού «ερειπιώνα».
  Εναπόκειται στους εργαζόμενους των Ευρωπαϊκών χωρών, να παλέψουν και να αγωνιστούν για την ανατροπή του βάρβαρου καπιταλιστικού συστήματος. Στην περίπτωση της Γερμανίας, τα Γερμανικά συνδικάτα πρέπει να υπερβούν τους οργανικούς δεσμούς που διατηρούν με το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και να διεκδικήσουν μέτρα που θα βελτιώνουν άμεσα τους όρους εργασίας και ζωής των εργαζομένων. Ο συνδικαλιστικός αγώνας οφείλει να μετασχηματισθεί σε πολιτικό και να αποκρυσταλλωθεί στην  κεντρική πολιτική σκηνή.

Μετά από διαβουλεύσεις που κράτησαν περίπου δύο μήνες, συγκροτήθηκε η κυβέρνηση συνασπισμού στη Γερμανία. Την κυβέρνηση του «μεγάλου συνασπισμού», όπως αποκαλείται απαρτίζουν το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα (CDU), το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) και το κόμμα των Χριστιανοκοινωνιστών (CSU) της Βαυαρίας. Θυμίζουμε πως στις εκλογές που διεξήχθησαν στις 22 Σεπτεμβρίου 2013, είχε επικρατήσει, και με μεγάλη διαφορά το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ. Οι αναλύσεις που ακολούθησαν την δημιουργία της κυβέρνησης «μεγάλου συνασπισμού» στη Γερμανία εστίασαν σε δύο επίπεδα: 1) Στο κατά πόσο η συμμετοχή σε μία συμμαχική κυβέρνηση των Σοσιαλδημοκρατών θα επηρεάσει και θα αλλάξει την πολιτική που ακολουθεί η καγκελάριος Μέρκελ, και 2) Στην κατανομή των υπουργικών θώκων μεταξύ στελεχών των τριών κομμάτων. Και σε αυτή την περίπτωση, λόγος έγινε για την τοποθέτηση του προέδρου του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Ζίγκμαρ Γκάμπριελ στη θέση του υπουργού Οικονομικών, καθώς επίσης και στη θέση του αντικαγκελάριου της νέας συμμαχικής Γερμανικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τα λεγόμενα των αστών δημοσιολόγων, ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ θα ασκεί έναν εποπτικό ρόλο και θα αποτελεί το αναγκαίο όσο και θεσμικό «αντίβαρο» που θα ελέγχει τον Χριστιανοδημοκράτη υπουργό Οικονομίας, Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε.

  Το μείζον όμως είναι να εστιάσουμε στην ουσία και όχι στις επικοινωνιακές εντυπώσεις. Η παραπάνω προσέγγιση ουσιαστικό υπονοεί πως η συμμετοχή του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στην κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» θα επιβάλλει μία «νέα» φιλολαϊκή-φιλεργατική πολιτική, η οποία και θα κινείται στον αντίποδα της πολιτικής που ακολούθησε η προηγούμενη κυβέρνηση συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών-Φιλελευθέρων-Χριστιανοκοινωνιστών.

 Το πολιτικό παρελθόν των Σοσιαλδημοκρατών δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Αρκεί να πάμε το ρολόι του πολιτικού χρόνου λίγο πίσω, για να θυμηθούμε τα αντιλαϊκά-αντεργατικά μέτρα, τις αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις που περιελάμβανε η περιβόητη Agenda 2010 της Σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Σρέντερ. Η Agenda 2010 με τα μέτρα που περιελάμβανε, έθεσε τους υλικούς όρους που συνέβαλλαν σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας και στην συνακόλουθη αύξηση της κερδοφορίας του Γερμανικού κεφαλαίου.  Τα «καυτά» πολιτικά θέματα που καλείται να διαχειριστεί η νέα κυβέρνηση σχετίζονται αφενός μεν με την θέσπιση του κατώτατου μισθού, θέμα εξόχως σημαντικό για τους Γερμανούς εργαζόμενους, καθώς και για τους μετανάστες που διαμένουν και εργάζονται στη χώρα, αφετέρου δε  με την Γερμανική πολιτική σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ουσία δηλαδή με την πολιτική διαχείρισης της βαθιάς οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης, η οποία και ταλανίζει την ιμπεριαλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση.

Φυσικά, η πολιτική διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης, από πλευράς Γερμανίας δεν προοιωνίζεται  τίποτε καλό για τους εργαζόμενους των Ευρωπαϊκών χωρών που πλήττονται άμεσα από τις συνέπειες και την πολιτική διαχείριση και διαρρύθμιση της καπιταλιστικής κρίσης. Ειδικά για τους εργαζόμενους του χειμαζόμενου Ευρωπαϊκού Νότου και όχι μόνο, η πολιτική διαρρύθμιση της καπιταλιστικής κρίσης έγκειται στην απτή εφαρμογή πολιτικών λιτότητας σε συνδυασμό με την πραγματοποίηση «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», που μετουσιώνονται σε εκείνους τους υλικούς όρους που συντείνουν: Αφενός μεν στην θεσμική διασφάλιση των όρων αναπαραγωγής της  κερδοφορίας και της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, κάτι που σχετίζεται και με το βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο ξεπέρασμα της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου, αφετέρου δε στην κατίσχυση ενός «νέου» προτύπου εργασιακών σχέσεων που «απογυμνώνει» κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά τον εργαζόμενο, τον «εξατομικεύει» στο επίπεδο της διαπάλης, ενώ την ίδια στιγμή ωθεί εκτός παραγωγικής και κοινωνικής διαδικασίας ένα σημαντικό κομμάτι της μισθωτής εργασίας. Ουσιαστικά η ώθηση στο παραγωγικό «περιθώριο» ισούται με την κοινωνική και πολιτική περιθωριοποίηση, με τον ζωώδη και βάρβαρο πολιτικό εξοστρακισμό.

  Τώρα, μπαίνοντας στην ουσία των πολιτικών ζητημάτων, η θέσπιση του κατώτατου μισθού μετατίθεται στο μέλλον, αφήνοντας ουσιαστικά άθικτους τους όρους της διευρυμένης αναπαραγωγής της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Η μη άμεση θέσπιση του κατώτατου ημερομισθίου και μισθού βρίσκει την άμεση αντανάκλαση της στους όρους διαβίωσης και στις άσχημες εργασιακές συνθήκες που επηρεάζουν άμεσα την ζωή εκατομμυρίων Γερμανών εργαζόμενων.

  Και αναφερόμαστε φυσικά στα περίφημα mini-jobs, που σημαίνουν ευέλικτες μορφές απασχόλησης, καταστρατήγηση του οκταώρου στην πράξη και  γλίσχρους μισθούς της τάξεως των 400-500 ευρώ τον μήνα. Και όλα αυτά σε μία χώρα η οποία, για τους αστούς δημοσιολόγους, αποτελεί πρότυπο και «υπόδειγμα» τάχιστης οικονομικής ανάπτυξης και δημοσιονομικής εγκράτειας και πειθαρχίας. Η Γερμανική οικονομική ανάπτυξη, το «σύγχρονο» Γερμανικό οικονομική «θαύμα», εδράζεται στην περαιτέρω διεύρυνση των όρων εκμετάλλευσης των εργαζομένων από τα Γερμανικά μονοπώλια. Αυτό σημαίνει πως η ανάπτυξη της Γερμανικής οικονομίας αντιστοιχεί με την αύξηση των κερδών της Γερμανικής άρχουσας τάξης. Τα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα τα καρπώνονται τα Γερμανικά μονοπώλια.

  Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η Γερμανία, ως η ισχυρότερη καπιταλιστική οικονομία της Ευρωζώνης, επιδιώκει την «εξαγωγή», στις χώρες που πλήττονται άμεσα από την βαθιά καπιταλιστική-οικονομική κρίση, ενός υβριδικού οικονομικού μοντέλου που στηρίζεται σε δύο άξονες: 1) Σε έναν μακροοικονομικό-δημοσιονομικό άξονα, που σχετίζεται με την δημοσιονομική εξυγίανση, την μείωση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, την πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με άλλα λόγια, την «θεσμοποίηση-συνταγματοποίηση » των πολιτικών λιτότητας, οι οποίες εντάσσονται πλέον οργανικά εντός του πλαισίου του αστικού πολιτικού συστήματος επηρεάζοντας άμεσα τις πολιτικές διακυβέρνησης, και 2) Σε έναν άμεσα εργασιακό-κοινωνικό άξονα που αναφέρεται  στην  αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων, στην διεύρυνση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και στους μισθούς πείνας των 400-500 ευρώ. Η προϊούσα διαδικασία αποδόμησης των εργασιακών σχέσεων, αφήνει τους εργαζόμενους χωρίς ούτε το αναγκαίο «δίκτυ» κοινωνικής και οικονομικής ασφάλειας και προστασίας. Η νέα θεσμικοπολιτική και κοινωνικοοικονομική διευθέτηση πραγματοποιείται πάνω στις «γυμνές» ζωές των εργαζομένων, εν μέσω ενός κοινωνικού «ερειπιώνα».
  Εναπόκειται στους εργαζόμενους των Ευρωπαϊκών χωρών, να παλέψουν και να αγωνιστούν για την ανατροπή του βάρβαρου καπιταλιστικού συστήματος. Στην περίπτωση της Γερμανίας, τα Γερμανικά συνδικάτα πρέπει να υπερβούν τους οργανικούς δεσμούς που διατηρούν με το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και να διεκδικήσουν μέτρα που θα βελτιώνουν άμεσα τους όρους εργασίας και ζωής των εργαζομένων. Ο συνδικαλιστικός αγώνας οφείλει να μετασχηματισθεί σε πολιτικό και να αποκρυσταλλωθεί στην  κεντρική πολιτική σκηνή.

 

Έχει διαβαστεί 542 φορές

Σχόλια

  • Δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το άρθρο.
 
Παρακαλώ περιμένετε...

Δεν σας επιτρέπεται η υποβολή σχολίων. Παρακαλούμε συνδεθείτε.

Αναζήτηση

advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement

Συνέντευξη τύπου της πρέσβειρας της Κούβας Zelmys María Domínguez Cortina

Το βιβλιοχαρτοπωλείο «EΠΙΚΑΙΡΟ» κοντά σας με υπηρεσία Delivery!

advertisement
advertisement
advertisement
advertisement

Το βιβλιοχαρτοπωλείο «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ» κοντά σας με υπηρεσία Delivery!

advertisement

«Η Εθνική Αντίσταση στη Βέροια: Ένα οδοιπορικό στους δρόμους της πόλης μας και στη ιστορία της χώρας μας»

«Άτιμη Ασφαλιστική»

advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement

Ο Καιρός στη Βέροια



Ο καιρός τώρα

Κυρίως συννεφιά
Κυρίως συννεφιά
Θερμοκρασία 15 °C
Άνεμος ΒΒΑ 3-5 μποφόρ

Πέμπτη, 19 Μαϊου

Λιακάδα
Λιακάδα
Θερμοκρασία 10 ως 21 °C
Άνεμος ΒΑ 1-3 μποφόρ

Παρασκευή, 20 Μαϊου

Λιακάδα
Λιακάδα
Θερμοκρασία 14 ως 25 °C
Άνεμος ΒΑ 1-3 μποφόρ

Ποιός είναι online

Έχουμε online 898 επισκέπτες και 0 μέλη.