Τρίτη, 18 Μάι, 2021

  • Περισσότεροι από 2.500 αλλοδαποί συμμετείχαν στις εξετάσεις για την Πολιτογράφηση
  • Αναστάλθηκε η λειτουργία δύο σχολείων της Βέροιας, λόγω κρουσμάτων κορονοϊού…
  • ΣΥΡΙΖΑ: Τάζει στο κεφάλαιο ζεστό χρήμα από το «Ταμείο Ανάκαμψης» και στο λαό κάλπικες υποσχέσεις για την ενσωμάτωσή του
  • Κλιμάκιο της Ν.Ε ΣΥΡΙΖΑ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ Ημαθίας επισκέφτηκε την Κοινοπραξία ΑΛ.Μ.ΜΕ στην Κουλούρα Ημαθίας
  • Ανοίγει στις 21/5 η πλατφόρμα για όλα τα εμβόλια στην ομάδα των 40 με 44 ετών
  • Δ. Κουτσούμπας: Οι κοινωνικές διακρίσεις δεν ανατρέπονται με ανέξοδα λόγια συμπάθειας
Περισσότεροι από 2.500 αλλοδαποί συμμετείχαν στις εξετάσεις για την Πολιτογράφηση1 Αναστάλθηκε η λειτουργία δύο σχολείων της Βέροιας, λόγω κρουσμάτων κορονοϊού…2 ΣΥΡΙΖΑ: Τάζει στο κεφάλαιο ζεστό χρήμα από το «Ταμείο Ανάκαμψης» και στο λαό κάλπικες υποσχέσεις για την ενσωμάτωσή του3 Κλιμάκιο της Ν.Ε ΣΥΡΙΖΑ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ Ημαθίας επισκέφτηκε την Κοινοπραξία ΑΛ.Μ.ΜΕ στην Κουλούρα Ημαθίας4 Ανοίγει στις 21/5 η πλατφόρμα για όλα τα εμβόλια στην ομάδα των 40 με 44 ετών5 Δ. Κουτσούμπας: Οι κοινωνικές διακρίσεις δεν ανατρέπονται με ανέξοδα λόγια συμπάθειας6

Το Σχόλιο της Ημέρας

ΒΟΜΒΕΣ «ΛΥΜΑΤΩΝ»: Νέο όπλο μαζικής τιμωρίας του Παλαιστινιακού λαού!

Η βαρβαρότητα των ισραηλινών δυνάμεων που εξαπολύουν τις τελευταίες ημέρες εναντίον του λαού της Παλαιστίνης δεν εξαντλείται στις ρουκέτες και τις αεροπορικές επιδρομές κατά των αμάχων. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του «Al Jazeera» οι ισραηλινές δυνάμεις εκτοξεύουν μια υγρή χημική ένωση, που μοιάζει με λύματα, καθώς η έντονη μυρωδιά περιγράφετα... Περισσότερα

Η στάση της σοβιετικής εξουσίας στο Ποντιακό Ζήτημα

από Η Άλλη Άποψη
Η στάση της σοβιετικής εξουσίας στο Ποντιακό Ζήτημα

Το σύνολο σχεδόν της βιβλιογραφίας αποδίδει σημαντικό μέρος της ευθύνης για την καταστροφή του Πόντου στους μπολσεβίκους. Πράγματι, από το 1922 και έπειτα, παρατηρείται μια συστηματική προσπάθεια μετατόπισης των ευθυνών (με σκοπό την τελική αποσιώπησή τους) για την καταστροφή του Πόντου και της Μικράς Ασίας, από τους κατεξοχήν υπευθύνους, στους κομμουνιστές. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη θέση του Κ. Φωτιάδη:

«Οι Μπολσεβίκοι, γνώριζαν πολύ καλά ότι ο κεμαλικός αγώνας δεν είχε την αποδοχή των λαϊκών τάξεων της πολυεθνικής αυτοκρατορίας. Δεν ήταν απελευθερωτικός αγώνας αλλά εθνοκτόνος που κατόρθωσε με την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια των Μπολσεβίκων και τα γενοκτονικά μέτρα που εφάρμοσε να μετατρέψει μια πολυεθνική και πολυθρησκευτική αυτοκρατορία σε μονοθρησκευτική και μονοκρατική, αφανίζοντας Ελληνες και Αρμενίους και καταδυναστεύοντας τις μη τουρκικές μουσουλμανικές εθνότητες με μεθόδους μεσαιωνικής πολιτικής συμπεριφοράς.

Η Σοβιετική Ενωση είναι συμμέτοχη και συνυπεύθυνη στη γενοκτονία του Ελληνισμού του Πόντου»45.

Πολλοί μάλιστα ξεκινούν την απαρίθμηση των «ευθυνών» των μπολσεβίκων από την ίδια την επανάσταση αυτή καθαυτή, αφού αποτέλεσε την αιτία αποχώρησης των ρωσικών στρατευμάτων από την περιοχή του Πόντου. Από εκεί θα ξεκινήσουμε και εμείς.

Ενας Πόντιος πρόσφυγας, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των όσων διαδραματίστηκαν στις γραμμές του ρωσικού στρατού στον Πόντο παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης, αναφέρει σχετικά πως οι γυναίκες (οι οποίες μαστιζόμενες από το λοιμό διαμαρτύρονταν, έκαναν επιδρομές στα πρατήρια ψωμιού και έρχονταν αντιμέτωπες με την αστυνομία που έσπευδε να «προστατέψει» τους ιδιοκτήτες τους) έγραφαν «στους άνδρες τους στο μέτωπο ότι "εσείς πολεμάτε άσκοπα ενώ στα μετόπισθεν μας δέρνουν για τα δίκαιά μας, μας ατιμάζουν και μας φυλακίζουν"... Τότε στασίασαν οι στρατιώτες εναντίον των αξιωματικών... οι περισσότεροι εξ αυτών ετάχθησαν με τα δίκαια των αιτημάτων των στρατιωτών. Συσπειρωμένα ο στρατός και αξιωματικοί επαναστάτησαν εναντίον του Τσάρου...»46.

Ο στρατευμένος ρωσικός λαός, λοιπόν, επαναστάτησε υπερασπιζόμενος τα δίκαιά του, έπαψε να πολεμάει σε ξένους πολέμους και επέστρεψε να υπερασπιστεί τις οικογένειές του σε έναν πόλεμο που ήταν πραγματικά δικός του. Πώς αλλιώς θα έπρεπε να πράξει δηλαδή; Το επιχείρημα αυτό στερείται λογικής, ενώ παράλληλα αναδεικνύει το ιστορικά αποδεδειγμένο γεγονός πως οι λαοί πρέπει να παίρνουν τις τύχες τους στα χέρια τους και όχι να περιμένουν «σωτηρία» από εξωτερικούς παράγοντες ή διαφόρους άλλους «από μηχανής θεούς».

Η στάση των μπολσεβίκων καθ' όλη την περίοδο που εξετάζουμε στο συγκεκριμένο κεφάλαιο έναντι των ποντιακών πληθυσμών έχει μνημονευτεί από πολλούς.

Είναι ίσως ενδεικτικό πως όταν οι αδιέξοδες ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες των διεθνών συμμάχων της, οδήγησαν στην καταστροφή του ποντιακού Ελληνισμού, δεν ήταν οι ελληνικές ή «συμμαχικές» δυνάμεις που ανέλαβαν το έργο της διάσωσης των δοκιμαζόμενων πληθυσμών, αλλά οι σοβιετικές. Οπως αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά στις βιογραφικές του καταγραφές ο μητροπολίτης της Τραπεζούντας Χρύσανθος: «Κι όμως τελικά δεν έγινε εκείνο που έγινε αργότερα στη Σμύρνη από τους "μεγάλους μας Συμμάχους" [σημ. εννοεί τη μη εκκένωση των εκεί πληθυσμών παρά την ύπαρξη μεγάλου αριθμού συμμαχικών πλοίων που θα μπορούσαν να είχαν σώσει χιλιάδες]. Οι άθεοι κομμουνιστές εφάνησαν περισσότερον χριστιανοί από τους "χριστιανούς" Αγγλογάλλους. Τον φόρτωσαν [τον ελληνικό πληθυσμός του Πόντου] σε καράβια και μας τον φέραν στην Τραπεζούντα»47.

Στη στάση των σοβιετικών αρχών έναντι των δοκιμαζόμενων Ελλήνων του Πόντου έχουν αναφερθεί και άλλοι συγγραφείς. Ο Σκουλούδης, για παράδειγμα, γράφει πως «εις πολλάς περιστάσεις οι Τούρκοι συνέλαβον ολόκληρους πληθυσμούς, με σκοπόν να τους εκτοπίσουν και οι Μπολσεβίκοι εξηγόραζον από τους Τούρκους τους πληθυσμούς αυτούς. Εκτός αυτού έθετον εις την διάθεσιν των Ελλήνων και πλοία ίνα μεταφέρουν αυτούς από Τραπεζούντος εις τα έναντι ρωσικά παράλια»48.

Στον αντίποδα, η στάση των «Μεγάλων Δυνάμεων», οι οποίες διατηρούσαν στην περιοχή του Πόντου ναυτικές δυνάμεις, είχαν γνώση των γεγονότων μέσα από τις πρεσβείες και τα προξενεία τους, ενώ παράλληλα είχαν επενδύσει σημαντικά κεφάλαια σε επιχειρήσεις, που σημειωτέον συνέχισαν να λειτουργούν «ανεπηρέαστα» από τη ροή των εξελίξεων: «Αυτά όλα διαδραματίζονταν μπροστά στα μάτια των πρεσβευτών των ξένων δυνάμεων και αυτοί αδιαφορούσαν! Ποτέ δεν σκέφθηκαν ότι κάπως έπρεπε να μην ανέχονται αυτήν την αδικαιολόγητη εξόντωση του Ελληνισμού, αυτό το συνεχές άγριο δράμα! Με τα μέσα που διαθέταν μερικοί από μας στις πρεσβείες της Γαλλίας, Αγγλίας, Ιταλίας και Αμερικής εξιστορήσαμε το τι γινόταν στην πολιτεία και τα χωριά... Εκαναν σαν να μην άκουγαν, σαν να μη μας ήξεραν. Αυτό μ' έβαζε σε συλλογή, πολιτική δεν ξέραμε εμείς...

...Δεν είχαμε τη δύναμη να βγάλουμε τότε συμπέρασμα, σήμερα (όμως) είμαι σε θέση να πω ετούτο για όλη αυτή την καταστροφή, τουλάχιστον για την Αμισό, που έχει εξολοθρευθεί: Οτι η Αγγλία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Αμερική είχαν μεγάλα συμφέροντα μέσα στην Αμισό.

Η Αμερική είχε αποθήκες, εργοστάσια, έπαιρνε όλο τον καπνό μας, είχε παροικία αμερικάνικη, καθημερινώς ξεφόρτωναν καπνά. Τα ίδια και οι Γάλλοι με τα μεγάλα των εργοστάσια, φτιάνανε τσιγάρα, "ρεζιά" τα λέγαμε...»49.

«Μα ο Λένιν έδωσε στον Κεμάλ όπλα!» αναφωνούν ορισμένοι. Η σοβιετοτουρκική προσέγγιση πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια εφαρμογής της πολιτικής για την υποστήριξη των εθνικοαπελευθερωτικών, αντιαποικιακών κινημάτων. Ναι, η νεαρή σοβιετική κυβέρνηση βοήθησε υλικά και στρατιωτικά το κίνημα του Κεμάλ, ως κίνημα αστικό-εθνικοαπελευθερωτικό, το οποίο αντιμαχόταν τη φεουδαρχία, την ιμπεριαλιστική διείσδυση και το διαμελισμό μιας χώρας. Αυτό δε σημαίνει πως συμμεριζόταν το ιδεολογικό του περιεχόμενο, το οποίο ήταν εθνικιστικό / αστικό, ή τις μεθόδους εφαρμογής του.

Επιπλέον, συνυπολογίζοντας το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων (καπιταλιστική περικύκλωση, ξένη στρατιωτική επέμβαση, κ.λπ.), η επαναστατημένη χώρα των Σοβιέτ είχε γνώση των κινδύνων που απέρρεαν από μια ενδεχόμενη μετατροπή της Τουρκίας σε στρατηγικό προγεφύρωμα εναντίον της ΕΣΣΔ.

«Υπερβολές», θα πει κάποιος. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν μια τέτοια πρόθεση. Και όμως η συμφωνία μεταξύ Ποντίων και Αρμενίων, η οποία μεταβιβάστηκε τηλεγραφικώς στον Βενιζέλο στις 3 Γενάρη 1920, ανέφερε μεταξύ άλλων: «1) παρακαλούν οι αντιπροσωπείες Ποντίων και Αρμενίων τη μεγάλη Δύναμη, που ενδεχομένως θα αναλάβει την εντολή στην περιοχή, να αποστείλει το ταχύτερον στρατιωτικές συμμαχικές δυνάμεις για να αναχαιτίσουν την προώθηση των μπολσεβίκων και 2) ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση να παράσχει βοήθεια στους Ελληνες του Πόντου για να αντισταθούν, με την συνεργασία και του αρμένικου στρατού, στις κανονικές τουρκικές δυνάμεις, ενώ ο αρμενικός στρατός θα εμποδίζει την κάθοδο των μπολσεβίκων. Ακόμη 3) ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση να ενισχύσει με στρατό και υλικό την οργάνωση του αρμενικού στρατού»50.

Και ακόμα: «Μπροστά στην αδυναμία των Συμμάχων να σταματήσουν την επέκταση του μπολσεβικισμού και να ισχυροποιήσουν τον αγώνα του Ντενίκιν, που υποχωρούσε - είχε δε αναγγελθεί μάλιστα και η πτώσις του Ροστώφ της νότιας Ρωσίας - (ο Καθενιώτης) πήρε την πρωτοβουλία να απευθυνθεί στην Κωνσταντινούπολη στους στρατιωτικούς διοικητές Αγγλων και Γάλλων, για να τους εκθέσει πως οι ποντιακές εθελοντικές μονάδες θα μπορούσαν να είναι πολύ χρήσιμες στους Συμμάχους στις τότε συνθήκες και μάλιστα μετά τη συνεχή υποχώρηση του Ντενίκιν και την αποτυχία των προσδοκιών του Αγγλου αρμοστή στον Καύκασο Wardrop για την απόκρουση της καθόδου του μπολσεβικισμού στον Καύκασο»51.

Ας μην ξεχνάμε πως η Ελλάδα είχε ήδη επέμβει στρατιωτικά εναντίον της Σοβιετικής Ρωσίας. Παρ' όλα αυτά, η νεαρή σοβιετική εξουσία επιχείρησε επανειλημμένως να προσεγγίσει την Ελλάδα και να αποκαταστήσει τις μεταξύ τους διπλωματικές σχέσεις, από το 1920 ακόμα, την ίδια δηλαδή χρονιά που η συμμετοχή της στην απαράδεκτη στρατιωτική επέμβαση στην Ουκρανία έλαβε άδοξο τέλος. Η ελληνική πλευρά, ωστόσο, δεν ανταποκρίθηκε (η Ελλάδα αναγνώρισε τελικά τη Σοβιετική Ενωση στις 8 Μάρτη του 1924, υπέγραψε δε το πρώτο εμπορικό σύμφωνο δύο χρόνια μετά, το 1926). Με αφορμή τη συζήτηση περί αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας - Σοβιετικής Ρωσίας, ο Σταύρος Κανονίδης (διανοούμενος ποντιακής καταγωγής) τόνισε το 1921: «Δεν πρέπει να λησμονήσει η ελληνική κοινή γνώμη ότι η στάσις του ελληνικού βασιλείου απέναντι της Δημοκρατίας των Σοβιέτ ευθύς εξ αρχής υπήρξεν εξαιρετικώς κακόπιστος και άστοχος. Μια από τις απαισιωτέρας πράξεις της βενιζελικής κυριαρχίας υπήρξεν η εκστρατεία της Νοτίου Ρωσίας, εις την οποίαν διά πρώτην φοράν καθ' όλην την ελληνική ιστορίαν, τα ελληνικά όπλα εχρησιμοποιήθησαν προς εξυπηρέτησιν ξένων ποταπών συμφερόντων και προς εκβιασμόν της θελήσεως ενός λαού επιζητούντος την πολιτικήν και οικονομικήν του απελευθέρωσιν»52.

Ενα όμως επιπρόσθετο στοιχείο, που σπανίως αναδεικνύεται από την κρατούσα ιστοριογραφία, είναι το γεγονός ότι οι μπολσεβίκοι επιχείρησαν να έρθουν σε συνεννόηση με τους Πόντιους με σκοπό τη στήριξη του αγώνα τους, προσφέροντας υλικο-στρατιωτική βοήθεια. Πράγματι, στις 27 Απρίλη 1920, ο Ελληνας πρόξενος στην Τιφλίδα έστειλε επιστολή στον ύπατο αρμοστή Κανελλόπουλο (ο οποίος με τη σειρά του το γνωστοποίησε στο υπουργείο των Εξωτερικών), όπου έγραφε τα εξής: «Ημετέρα επιτροπή Νοβορωσίσκ συνοδεύουσα κομισαίρ Μπολσεβίκων, οίτινες ανεγνώρισαν σύστασιν αρχών συμβουλίου Ποντίων Βατούμ, ανακοινοί ότι αυτοβούλως προτάσει ημετέρου συμβουλίου Νοβορωσίσκ μπολσεβικικαί αρχαί συνεννοηθήσαι μετά Μόσχας δέχονται υποβοηθήσωσι αγώνα Ποντίων επιτρέπουσαι οργάνωσιν επί τόπου, προσφέρουσι όπλα, όχι αξιωματικούς. Ερωτώσι τι δύναται συνεισφέρη Ελληνική κυβέρνησις εις αγώνα Ποντίων. Συμβούλιον Ποντίων, αγνοούν σκοπούς Μπολσεβίκων, αποφεύγει συνεννοηθή, αναμένον οδηγίας Ελληνικής Κυβερνήσεως». Η απάντηση που έλαβαν οι μπολσεβίκοι στην πρότασή τους για βοήθεια του αγώνα του ποντιακού ελληνισμού ήταν τόσο άμεση όσο και κατηγορηματικά αρνητική53.

Τέλος, αξιομνημόνευτη είναι η προσπάθεια της Σοβιετικής Ρωσίας για διαμεσολάβηση μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής πλευράς προκειμένου να επιτευχθεί ειρηνική λύση στη διαμορφούμενη κατάσταση στη Μικρά Ασία. Ο ιστορικός - και τότε Γενικός Γραμματέας του ΣΕΚΕ (Κ) - Γιάννης Κορδάτος αναφέρει σχετικά πως τον Απρίλη του 1922 κατέφθασε μυστικά στην Ελλάδα απεσταλμένος της Τρίτης Διεθνούς και του υπουργείου Εξωτερικών και Στρατιωτικών της Σοβιετικής Ρωσίας. Είχε εντολή να διερευνήσει τη δυνατότητα μεσολάβησης της χώρας του για ειρηνικό τερματισμό του μικρασιατικού πολέμου μέσα από επαφές που θα είχε με την ηγεσία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος (αυτός ο τρόπος άφιξης του ξένου απεσταλμένου και η μέθοδος διερεύνησης οφείλονταν στην ανυπαρξία διπλωματικών σχέσεων των δύο κρατών). Ακολούθως, συναντήθηκε με τον Γ. Κορδάτο, τον ενημέρωσε για το σκοπό της παρουσίας του και του ζήτησε να ανακοινώσει στην ελληνική κυβέρνηση την άφιξή του, καθώς και την επιθυμία της χώρας του για μεσολάβηση στο μικρασιατικό ζήτημα. Η πρότασή του περιελάμβανε την υπογραφή ανακωχής ανάμεσα στην Ελλάδα και τον Κεμάλ και καθεστώς αυτονομίας για την περιοχή της Μικράς Ασίας. Ως αντάλλαγμα ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση να αναγνωρίσει, έστω και de facto, τη σοβιετική εξουσία.

Το περιεχόμενο της συζήτησης ανάμεσα στον Γ. Κορδάτο και τον Σοβιετικό απεσταλμένο έχει μια ιδιαίτερη σημασία αφού απαντά σε πολλά ερωτήματα - είτε καλοπροαίρετα είτε κακοπροαίρετα - σχετικά με τη στάση των Σοβιέτ έναντι της Τουρκίας εκείνη την περίοδο. Διερωτώμενος, λοιπόν, για το ζήτημα ο Γ. Κορδάτος έλαβε την εξής απάντηση: «Το κίνημα του Κεμάλ είναι απελευθερωτικό και σαν τέτοιο το υποστηρίξαμε όσο μπορούσαμε. Δεν έχουμε όμως καμιά εγγύηση αν ύστερα από την ολοκληρωτική επικράτησή του, οι παλιές αντιδραστικές δυνάμεις στην Τουρκία (μπέηδες και πασάδες) δεν θα πάρουν αυτοί τα ηνία της εξουσίας... Οι στρατηγοί και οι πολιτικοί που τον υποστηρίζουν - έξω από λίγες εξαιρέσεις - είναι αντιδραστικοί. Ηδη έχουμε όχι ενδείξεις, αλλά αποδείξεις, ότι έχουν μυστικές επαφές με τους Γάλλους κεφαλαιοκράτες και ιμπεριαλιστές και αύριο μεθαύριο, αν νικήσουν και διώξουν τους Ελληνες από τη Μικρασία και Θράκη, η Τουρκία με τον Κεμάλ ή χωρίς τον Κεμάλ θα προσανατολισθεί προς τη Δύση.

Η αστική τάξη της Τουρκίας είναι αδύναμη να συνεχίσει μόνη της την αναδιοργάνωση της χώρας της. Θα κάνει μεταρρυθμίσεις, αλλά δεν θα μπορεί να σταθεί στα πόδια της, αν δεν πάρει δάνεια από τη Γαλλία ή Αγγλία, και όπως ξέρετε, τα δάνεια υποδουλώνουν τις χώρες που τα παίρνουν. Γι' αυτό θέλουμε να μείνουνε οι Ελληνες στη Μικρασία, όχι από κούφιο συναισθηματισμό, αλλά από ρεαλιστική αντίληψη για το αύριο και μεθαύριο. Οι μειονότητες στην Τουρκία στάθηκαν από τη μία μεριά τροχοπέδη στον ολοκληρωτικό εξισλαμισμό της Βαλκανικής και Ανατολής και από την άλλη έγιναν η πηγή που τροφοδότησε τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα των λαών της Βαλκανικής από το 1770 ως τα χτες»54.

Ο ηγέτης του ΣΕΚΕ (Κ) συναντήθηκε με τον Ν. Στράτο (αντιπολίτευση τότε) και τον Α. Καρτάλη (υπουργό στην κυβέρνηση Γούναρη) προκειμένου να τους μεταφέρει τις σοβιετικές προτάσεις χωρίς, ωστόσο, θετικό αποτέλεσμα. Ο τελευταίος μάλιστα, όπως γράφει ο ίδιος ο Κορδάτος, τον έβρισε και τον έδιωξε. Αυτά, λοιπόν, όσον αφορά τη στάση της νεαρής σοβιετικής εξουσίας έναντι των γεγονότων, των προσώπων και των πραγμάτων που καθόρισαν τις εξελίξεις στην περιοχή τη συγκεκριμένη περίοδο.

Ευθύνες όμως για την καταστροφή του Πόντου και της Μικράς Ασίας έχουν αποδοθεί κατά καιρούς και στους Ελληνες κομμουνιστές, λόγω της θέσης του ΣΕΚΕ κατά του πολέμου γενικότερα και της μικρασιατικής εκστρατείας ειδικότερα. Ο Βλάσης Αγτζίδης, για παράδειγμα, σε πρόσφατο άρθρο του στον Εύξεινο Πόντο με τίτλο «Πόντος και Αριστερά» έγραφε πως «η συγκεκριμένη εκδοχή της Αριστεράς εκείνης της εποχής εξέφρασε, με έναν ιδεοληπτικό τρόπο, τα συμφέροντα των παλαιοελλαδίτικων πληθυσμών - όχι κατ' ανάγκη προλεταριακών - τα οποία βρίσκονταν σε ευθεία αντίθεση με τα συμφέροντα των εργατικών και αγροτικών χριστιανικών μαζών της Ανατολής (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυροχαλδαίων). Σε συμβολικό επίπεδο, αυτή η έκφραση θα κωδικοποιηθεί στην αντιμικρασιατική, αντιπολεμική βασιλοκομμουνιστική συμμαχία του 1919-1920...»55.

Το παραπάνω κείμενο είναι πραγματικά ενδεικτικό του πόσο μακριά προτίθεται να πάει ο αντικομμουνισμός στη διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας. Καταρχάς αναπαράγεται η ίδια λογική που επιστρατεύτηκε και στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ καταδικάζοντας το φιλειρηνικό κίνημα ως βαίνον αντίθετο στα «συμφέροντα του έθνους». Το πώς ένα αντιπολεμικό - φιλειρηνικό κίνημα μπορεί να αποβεί καταστροφικό για ένα λαό μόνο ο κ. Βλ. Αγτζίδης μπορεί να το κατανοήσει. Από την άλλη μεριά, το κατά πόσο οι συγκεκριμένες επιλογές της αστικής τάξης προσανατολίστηκαν πράγματι προς την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ελληνικών πληθυσμών - και ιδιαίτερα των εργατικών και αγροτικών μαζών - της Ανατολής, το διαπιστώσαμε κατά τη διάρκεια της ανάλυσης των γεγονότων. Τα περί «βασιλοκομμουνιστικής αντιπολεμικής συμμαχίας» αποτελούν επιχείρημα τόσο αβάσιμο (αφού μια τέτοια συμμαχία είναι αποκλειστικά προϊόν επιστημονικής φαντασίας) όσο και διαψευσμένο από τις ίδιες τις μετέπειτα ιστορικές εξελίξεις (αφού η μοναρχική παράταξη, η οποία κέρδισε τις εκλογές του 1920 με τη θέση της αντίθεσης στη Μικρασιατική εκστρατεία, αξιοποιώντας δημαγωγικά και την αντίστοιχη θέση του ΣΕΚΕ, όχι μόνο δεν έθεσε τέλος στις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά τις συνέχισε με τον ίδιο ζήλο).

Αυτό όμως που αναμφίβολα αναδεικνύεται από όλες τις παρόμοιες «αναλύσεις» είναι η συστηματική προσπάθεια, της οποίας οι ρίζες εντοπίζονται σχεδόν την επομένη της Μικρασιατικής Καταστροφής, για μετατόπιση των ευθυνών από τους πραγματικούς ενόχους προς το κομμουνιστικό κίνημα, ντόπιο και διεθνές. Αποκλειστικοί υπεύθυνοι της τραγικής κατάληξης του ζητήματος του Πόντου δεν ήταν άλλοι από:

α) Τον ενδοαστικό ανταγωνισμό που αναπτύχθηκε μεταξύ των εθνικών αστικών τάξεων στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία (του ανερχόμενου τουρκικού αστικού εθνικισμού από τη μία και του έως τότε κυρίαρχου ελληνικού κεφαλαίου από την άλλη).

β) Τις επιλογές της ελληνοποντιακής πολιτικοοικονομικής και θρησκευτικής ηγεσίας σχετικά με την πορεία του ζητήματος του Πόντου, και

γ) Το διεθνή ιμπεριαλισμό, τους σχεδιασμούς και τις επιδιώξεις του στην περιοχή.

Ολοι αυτοί οι παράγοντες χρησιμοποίησαν τους ντόπιους πληθυσμούς προς εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων.

ε. Συνέπειες

Τα αποτελέσματα των πολιτικών αυτών είναι γνωστά. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν και περίπου ενάμισι εκατομμύριο πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Οι Πόντιοι που επαναπατρίστηκαν εντέλει, εγκαταστάθηκαν από τις ελληνικές αρχές κυρίως σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις απεδείχθησαν οικονομικά ακατάλληλες για τη συντήρησή τους. Τα κριτήρια όμως δεν ήταν ανθρωπιστικά, αλλά πολιτικά, αφού εστάλησαν σε μέρη όπου κρίθηκε αναγκαίο, ώστε «να πυκνώσουν τον εκεί αραιόν ελληνικόν πληθυσμόν»56. Οι συνέπειες του τρόπου που μεταχειρίστηκαν οι αστικές κυβερνήσεις τις προσφυγικές μάζες άφησαν πίσω τους χρόνια προβλήματα, πολλά από τα οποία διαιωνίζονται ως και τις μέρες μας.

Οσον αφορά τους ελληνοποντιακούς πληθυσμούς της Ρωσίας, πολλοί εκ των οποίων ήταν πρόσφυγες από την Τουρκία, το ζήτημα του επαναπατρισμού τους θα παρέμενε ανοιχτό για πολύ καιρό ακόμα, προσκρούοντας στη συνεχιζόμενη αδιαλλαξία και αδιαφορία της ελληνικής κυβέρνησης: «Στις 28 Ιουνίου 1921, το πρώτο κογκρέσο Ελλήνων εργατών του Κουμπάν και της Μαύρης Θάλασσας έκανε έκκληση προς την ελληνική κυβέρνηση και τον Φ. Νάνσεν - μέσω του σοβιετικού υπουργείου Εξωτερικών - να λάβουν μέτρα για την μετανάστευση των Ελλήνων υπηκόων στην Ελλάδα (γίνεται αναφορά για 15.000 περίπου). Στην έκκληση του κογκρέσου προς την ελληνική κυβέρνηση αναφερόταν: "Γιατί έως σήμερα δεν ακούστηκε η φωνή μας... δεν χάνουμε την ελπίδα ότι τελικά η ελληνική κυβέρνηση θα εννοήσει την ανάγκη να μας δεχτεί και επιμένουμε κατηγορηματικά στο ζήτημα αυτό"». Η σοβιετική κυβέρνηση μεταβίβασε επανειλημμένα το συγκεκριμένο αίτημα στις ελληνικές αρχές, υποσχόμενη κάθε δυνατή διευκόλυνση από την πλευρά της. «Αλλά εκείνη την εποχή η ελληνική κυβέρνηση δεν δέχτηκε την πρόταση. Φοβόταν πως με τον επαναπατρισμό τους οι παλιννοστούντες θα μετέφεραν στην Ελλάδα και τον «ιό του κομμουνισμού»57.

Η παραμονή των προσφύγων στη Ρωσία ως προσωρινό ενδιάμεσο σταθμό για την τελική τους μετάβαση στην Ελλάδα δεν ήταν βεβαίως εύκολη. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που στις μαρτυρίες τους μνημόνευσαν τη φιλοξενία του ρωσικού λαού που τους βοήθησε να επιβιώσουν σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Ο Κώστας Ανδρεάδης, ο οποίος βρισκόταν υπό καθεστώς προσφυγιάς σε συνεχή μετακίνηση κοντά τέσσερα χρόνια, από το 1918 ως το 1922, αναφέρει σε κλίμα έντονης συγκίνησης: «Θα ήθελα 2-3 λόγια να πω για τη Ρωσία. Εκεί ζήσαμε τέσσερα χρόνια. Χωρίς σπίτι, χωρίς εργασία, χωρίς κτήματα, χωρίς τίποτα κατορθώσαμε να επιζήσουμε χάρις στην φιλοξενία, την καλοσύνη και την ευσπλαχνία του ρωσικού λαού. Είμαι υποχρεωμένος να το πω: δεν υπάρχει λαός πιο καλός, πιο φιλόξενος, πιο φιλότιμος από τον ρωσικό λαό. Οπου πήγαμε, όπου σταθήκαμε μας συμπαραστάθηκαν. Χάρη σ' αυτούς ζήσαμε τέσσερα χρόνια. Και στα χωριά και στις πόλεις όπου πήγαμε. Είναι κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου»58.

45. Φωτιάδης Κ., σελ. 487, 2004.

46. Συνέντευξη Ρ82: Κωνσταντινίδης Απόστολος, Τσάκβα, Βατούμ (ΙΑΠΕ).

47. «Τα Νέα» 1/9/1972. Ο μητροπολίτης Χρύσανθος συμμετείχε και στο τοπικό Σοβιέτ της Τραπεζούντας με τους Μενσεβίκους. Ο Αγτζίδης αναφέρει μεταξύ άλλων πως η άμυνα της πόλης πραγματοποιήθηκε ως επί το πλείστον με οπλισμό που παρείχε στους Πόντιους το Ρωσικό Κομιτάτο. Αγτζίδης Β., ό.π., σελ. 180, 2005.

48. Παρατίθεται στο Φωτιάδης Κ., σελ. 209, 2004.

49. Από αυτοβιογραφία Πόντιου αντάρτη, Κελεκίδης Δ., σελ. 120-121, 127,169, 2006. Ο ίδιος κάνει λόγο για παραδόσεις Ελλήνων στους Τούρκους από τους Αμερικανούς, καθώς και για παρεμπόδιση ελληνικών πολεμικών πλοίων να πλησιάσουν τις ακτές από πλευράς του αμερικανικού στόλου.

50. Εκθεση Δ. Καθενιώτη, «Το ζήτημα του Πόντου», όπως παρατίθεται στο Λαμψίδης Ο., σελ. 91, 2002.

51. Εκθεση Δ. Καθενιώτη, «Το ζήτημα του Πόντου», όπως παρατίθεται στο Λαμψίδης Ο., σελ. 96, 2002.

52. Οπως παρατίθεται στο Φωτιάδης Κ., σελ. 344-345, 2004.

53. Τα σχετικά έγγραφα του υπουργείου των Εξωτερικών παρατίθενται στο Φωτιάδης Κ., σελ. 455, 2004.

54. Κορδάτος Γ., «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τόμος XIII, σελ. 567, εκδ. 20ός αιώνας, Αθήνα, 1955.

55. Βλέπε «Εύξεινος Πόντος», τεύχος Αυγούστου 2006 και «Εποχή», ηλεκτρονική αναδημοσίευση 11 Ιουνίου 2006.

56. Κρυπτογράφημα Κανελλόπουλου στον Βενιζέλο, Κωνσταντινούπολη 25/8/1919, στο Αρχείο Βενιζέλου, Φάκελοι υπουργείου Εξωτερικών 173/22, Μουσείο Μπενάκη.

57. Dokumenty SSSR, τόμος 4ος, σελ. 769-770, όπως παρατίθενται στο Ζαπάντης Α., σελ. 82-83, 1989.

58. Συνέντευξη Ρ68: Κώστας Ανδρεάδης, Γιαγμπασάν, περιοχή Σαρικαμίς, Καρς (ΙΑΠΕ). (Από τον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ 19/5/2013)

Έχει διαβαστεί 347 φορές

Σχόλια

  • Δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το άρθρο.
 
Παρακαλώ περιμένετε...

Δεν σας επιτρέπεται η υποβολή σχολίων. Παρακαλούμε συνδεθείτε.

Αναζήτηση

advertisement
advertisement
advertisement

Το βιβλιοχαρτοπωλείο «EΠΙΚΑΙΡΟ» κοντά σας με υπηρεσία Delivery!

advertisement

Η ταβέρνα "Πλάτανος" τώρα κοντά σας και με Delivery!

advertisement
advertisement
advertisement
advertisement

Το βιβλιοχαρτοπωλείο «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ» κοντά σας με υπηρεσία Delivery!

advertisement

Συνέντευξη με την πρέσβειρα της Κούβας Zelmys María Domínguez Cortina

«Η Εθνική Αντίσταση στη Βέροια: Ένα οδοιπορικό στους δρόμους της πόλης μας και στη ιστορία της χώρας μας»

«Άτιμη Ασφαλιστική»

advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement

Ο Καιρός στη Βέροια



Ο καιρός τώρα

Κυρίως καθαρός
Κυρίως καθαρός
Θερμοκρασία 18 °C
Άνεμος Β 1-2 μποφόρ

Τρίτη, 18 Μαϊου

Κυρίως λιακάδα
Κυρίως λιακάδα
Θερμοκρασία 13 ως 24 °C
Άνεμος Β 2 μποφόρ

Τετάρτη, 19 Μαϊου

Κυρίως λιακάδα
Κυρίως λιακάδα
Θερμοκρασία 15 ως 26 °C
Άνεμος ΑΒΑ 1-2 μποφόρ

Ποιός είναι online

Έχουμε online 204 επισκέπτες και 0 μέλη.