Του Αλέκου Χατζηκώστα *Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η συμπυκνωμένη εικόνα ενός συστήματος που σαπίζει, την ίδια ακριβώς ώρα που οδηγεί τους βιοπαλαιστές αγρότες στη χρεοκοπία και στον αφανισμό.Πιάστηκαν στα πράσα οι «εγγυητές της διαφάνειας»Η κυβέρνηση της ΝΔ διαφήμιζε ως «μεγάλη μεταρρύθμιση» τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, με τον... Περισσότερα
Βέροια 16 Οκτωβρίου 1912. Η απελευθέρωση της Βέροιας
από Η Άλλη Άποψη
Η Βέροια στα οθωμανικά χρόνια
Η Οθωμανική περίοδος για τη Βέροια ξεκινά το 1430/1433, όταν η πόλη καταλαμβάνεται οριστικά από τους Οθωμανούς[1]. Από τότε τη Βυζαντινή Βέροια διαδέχεται η oθωμανική «Καρά Φεριέ» (Karaferye) και οι μέχρι τότε βυζαντινοί κάτοικοί της καλούνται να αντιμετωπίσουν μια νέα πραγματικότητα, την οποία, αρχικά, χαρακτήριζε η ταπείνωση, ο εξευτελισμός, ο βιασμός της ανθρώπινης προσωπικότητας (από την πλευρά των κατακτητών), γεγονός που δημιουργούσε νέα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα και ανακατατάξεις.
Με τη μετακίνηση μουσουλμανικού και εβραϊκού (σεφαραδιτικού) πληθυσμού στην περιοχή, η παραπάνω κατάσταση άλλαξε ριζικά και τη θέση της έλαβε ένα νέο καθεστώς, μια νέα πολυδιάστατη πραγματικότητα[2]. Χριστιανοί, μουσουλμάνοι και εβραίοι καλούνταν να μοιραστούν τον ίδιο αστικό χώρο και μέσα σε αυτόν να συνυπάρξουν, να συνδιαλλαγούν, σεβόμενοι ο ένας τον άλλο, τις συνήθειες και τις παραδόσεις τους. Αυτό δεν ήταν πάντοτε εύκολο, κάτι που μπορούσε να επιτευχθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Για τον χριστιανικό πληθυσμό οι μουσουλμάνοι ήταν οι κατακτητές και οι εβραίοι οι ξένοι ή «φερτοί». Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε να συνυπάρξει ο ντόπιος, ο γηγενής, με τις δύο νέες θρησκευτικές κοινότητες; Το ερώτημα αυτό τίθεται πολλές φορές για να βρει την απάντησή του μέσα από τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο πέρασμα του χρόνου, τα οποία μας φανερώνουν ότι οι τρεις θρησκευτικές κοινότητες, σε γενικές γραμμές, συνυπήρξαν και αλληλοϋποστηρίχτηκαν, κατά τη διάρκεια των οθωμανικών χρόνων.
Η κοινωνία της Βέροιας στα οθωμανικά χρόνια
Πληροφορίες για τη συνύπαρξη των τριών κοινοτήτων που ζούσαν στη Βέροια, δηλαδή, της χριστιανικής, της μουσουλμανικής και της εβραϊκής, λαμβάνονται από διάφορες γραπτές ιστορικές πηγές, ενώ σημαντικά στοιχεία έδωσαν και συνεχίζουν να δίνουν τα οθωμανικά διοικητικά αρχεία. Στοιχεία, επίσης, για την οθωμανική περίοδο μας δίνουν τα κείμενα ορισμένων ξένων περιηγητών, οι οποίοι περιγράφουν το πέρασμα και την παραμονή τους στη Βέροια και την περιοχή της[3].
Από αυτούς, ο Τούρκος περιηγητής Ελβιγιά Τσελεμπί, επισκέφτηκε την πόλη το έτος 1668. Η περιγραφή του Τσελεμπί εστιάζει κυρίως στην κοινωνία, τα κτίρια και τις συνήθειες των κατοίκων της πόλης, η οποία αποτελούσε έδρα καζά, του Σαντζακιού της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τον περιηγητή[4], στην πόλη υπήρχαν 16 μουσουλμανικές συνοικίες και 15 χριστιανικές, ενώ την πληθυσμιακή σύνθεση της πόλης συμπλήρωναν δύο εβραϊκές κοινότητες – ομάδες, καθώς και μία ομάδα λατινόφωνων (ίσως να αναφέρεται σε βλαχόφωνους)[5]. Ανάλογοι με τις συνοικίες φαίνεται να ήταν και οι τόποι λατρείας τους οποίους διέθετε η κάθε θρησκευτική κοινότητα. Εκκλησίες[6]και τζαμιά[7]αποτελούσαν τόπους λατρείας για χριστιανούς και μουσουλμάνους, αντίστοιχα, ενώ το ψηφιδωτό συμπληρωνόταν με τη μοναδική εβραϊκή συναγωγή που διέθετε η πόλη και εξυπηρετούσε τις θρησκευτικές ανάγκες της εβραϊκής κοινότητας[8].
Όσον αφορά τις ασχολίες των κατοίκων της Βέροιας, στα οθωμανικά χρόνια, αυτοί ασχολούνταν κυρίως με την υφαντουργία, το εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, τη γεωργία (με έμφαση στη δενδροκομία και την αμπελουργία), τη λαχανοκηπουρική, τη μεταξουργία, την καλλιέργεια λιναριού και κανναβουριού. Ακόμη, σημαντικό μέρος του πληθυσμού ασχολούταν με την κτηνοτροφία[9].
Παρά τις νέες συνθήκες των οθωμανικών χρόνων, η Βέροια, αν και μία από τις λιγότερο σημαντικές πόλεις της αυτοκρατορίας, ανέκαθεν αποτελούσε αξιόλογη κοιτίδα πολιτισμού. Μέσα στην οθωμανική πόλη διαδόθηκαν οι τέχνες και τα γράμματα, μέσω των σχολείων τα οποία συντηρούνταν με ευθύνη των κοινοτήτων. μουσουλμανικά σχολεία και Μενδρεσέδες (ιεροδιδασκαλεία) προσέφεραν στα παιδιά των μουσουλμάνων της πόλης την απαιτούμενη μόρφωση και παιδεία, ενώ οι εκπαιδευτικές ανάγκες της εβραϊκής κοινότητας καλύπτονταν από το εβραϊκό σχολείο της Βέροιας. Ειδικότερα, για τη χριστιανική κοινότητα, είναι γνωστό ότι συντηρούσε Ελληνική Σχολή, Αλληλοδιδακτική Σχολή, Παρθεναγωγείο και Νηπιαγωγείο, ενώ στα χωριά λειτουργούσαν γραμματοδιδασκαλεία[10]. Επιπλέον, στα τελευταία χρόνια της περιόδου λειτούργησε στην επαρχία Ιερατική Σχολή, στη μονή του Τιμίου Προδρόμου (Σκήτη Βέροιας)[11].
Επίσης, η Βέροια μπορεί να καυχάται διότι από αυτήν καταγόταν σημαντικές προσωπικότητες των οθωμανικών χρόνων, προσωπικότητες, οι οποίες, λόγω της δράσης τους, απέκτησαν ακόμη και διεθνή αναγνώριση. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Ιωάννης Κωττούνιος και Μητροφάνης Κριτόπουλος, ενώ αρκετοί Βεροιείς κληρικοί αναρριχήθηκαν σε υψηλά εκκλησιαστικά αξιώματα (σε επισκοπικούς ή ακόμα και πατριαρχικούς θρόνους)[12].
Επαναστατικά κινήματα
Προσπάθειες αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού
Το κλίμα συνύπαρξης και συνδιαλλαγής, στο οποίο έγινε αναφορά παραπάνω, κλονιζόταν πολλές φορές από τοπικές συγκρούσεις και διαμάχες που αποσκοπούσαν, είτε στην απόκτηση δύναμης και επιρροής των τοπικών αξιωματούχων, είτε στην προσπάθεια της κεντρικής διοίκησης για διατήρηση του statusquo στην περιοχή, σε περιόδους εντάσεων και αναταραχών[13]. Οι εξισλαμισμοί, το παιδομάζωμα και οι δυσβάσταχτες φορολογίες (κυρίως κατά τους πρώτους οθωμανικούς αιώνες), στάθηκαν αφορμή, αρχικά, για μερική δημογραφική ανακατανομή του πληθυσμού των οθωμανικών επαρχιών, καθώς και για την εκδήλωση ανταρσιών και επαναστατικών κινημάτων. Επαναστατημένοι κάτοικοι της επαρχίας συμμετείχαν ενεργά σε ένοπλα επαναστατικά κινήματα. Ειδικότερα, μετά την επανάσταση του 1821 στην Πελοπόννησο, αυξήθηκαν οι προσπάθειες για γενίκευση της εξέγερσης και στη Μακεδονία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, στο μακεδονικό χώρο, αποτελεί η επανάσταση των κατοίκων της Νάουσας και της γύρω περιοχής, κατά το έτος 1822. Με την εξάπλωση των επαναστατικών κινημάτων, από την πλευρά των επαναστατημένων Ελλήνων, οι Οθωμανοί σκλήρυναν τη στάση τους, λαμβάνοντας δραστικά μέτρα. Τις περισσότερες φορές τα επαναστατικά κινήματα καταπνίγονταν βίαια και «εξαφανίζονταν από τον χάρτη» ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές[14].
Στις 5 Απριλίου του 1897, με αφορμή την παραβίαση των συνόρων της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από ανταρτικές ένοπλες ομάδες Ελλήνων, η Υψηλή Πύλη κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας, η οποία αποδέχτηκε την πρόκληση και εισήλθε απροετοίμαστη στον πόλεμο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη συντριπτική ήττα της (ατυχής πόλεμος του 1897). Με παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων η Ελλάδα αντιμετωπίστηκε με επιείκεια (όσον αφορά τους εδαφικούς όρους και τη ρύθμιση των συνόρων), ήλθε όμως αντιμέτωπη με επαχθείς οικονομικούς όρους, αφού κλήθηκε να καταβάλει στην Τουρκία υπέρογκες πολεμικές οικονομικές αποζημιώσεις, ύψους 4.000.000 λιρών[15]. Αυτή ήταν και η πρώτη, αποτυχημένη, απόπειρα ενσωμάτωσης της Μακεδονίας και της Ηπείρου στο ελληνικό κράτος, μετά από την επανάσταση του 1821.
Η πολιτική κατάσταση της περιόδου και η αυξανόμενη βουλγαρική απειλή στη Μακεδονία (κυρίως μετά από το Συνέδριο του Αγ. Στεφάνου του 1878) έκαναν την ελληνική διπλωματία να στρέψει εντατικότερα το ενδιαφέρον της προς τη Μακεδονία. Με την αποστολή στρατιωτικών αποσπασμάτων, η Ελλάδα ενίσχυε αντάρτικες ομάδες της Μακεδονίας, οι οποίες καλούνταν να αντιμετωπίσουν τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, σε έναν ιδιότυπο ανταρτοπόλεμο που έμεινε γνωστός ως «Μακεδονικός Αγώνας». Το κυρίαρχο «αλυτρωτικό ζήτημα» της περιόδου και η προσπάθεια εφαρμογής του ελληνικού «μεγαλοϊδεατισμού», θα πραγματοποιηθεί τελικά επιτυχώς, σε αρκετά μεγάλο βαθμό, κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου οπότε και ενσωματώνονται στο ελληνικό κράτος σημαντικά εδάφη της Μακεδονίας και της Ηπείρου[16]. Πρωταγωνιστές στο πόλεμο αυτό αναδείχθηκαν ο Βασιλέας των Ελλήνων Γεώργιος, ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Διάδοχος και Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος
Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος
Η νικηφόρα πορεία του ελληνικού στρατού προς τη Θεσσαλονίκη
- Η απελευθέρωση της Βέροιας -
Η εκστρατεία του ελληνικού στρατού για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ηπείρου ξεκίνησε στις 5 Οκτωβρίου 1912. Ο Ελληνικός στρατός κινήθηκε χωρισμένος σε δύο μέτωπα (Θεσσαλίας και Ηπείρου), ένα υπό την αρχηγία του διαδόχου Κωνσταντίνου, το οποίο κινήθηκε από τη Θεσσαλία προς τη Μακεδονία και ένα υπό το στρατηγό Σαπουντζάκη, με σκοπό την άμυνα (τουλάχιστον κατά την έναρξη των επιχειρήσεων), στον ποταμό Άραχθο, απέναντι στις τουρκικές δυνάμεις[17].
Αρχικά, ο ελληνικός στρατός αντιμετώπισε τις τουρκικές δυνάμεις στην Ελασσόνα, την οποία κατέλαβε, στις 6 Οκτωβρίου 1912. Αποφασιστικής σημασίας μάχη δόθηκε στα στενά του Σαραντάπορου, στις 9 Οκτωβρίου 1912, η επιτυχής έκβαση της οποίας άνοιξε το δρόμο στις ελληνικές δυνάμεις για την κατάκτηση νέων εδαφών. Στις 10 Οκτωβρίου 1912, τα ελληνικά στρατεύματα εκτόπισαν τις αντίπαλες δυνάμεις από τα Σέρβια, στα οποία εισήλθαν το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Την επόμενη ημέρα, 11 Οκτωβρίου 1912, ο ελληνικός στρατός κατέλαβε την Κοζάνη. Στην Κοζάνη εγκαταστάθηκε το ελληνικό στρατηγείο, το οποίο προετοίμασε τις επόμενες κινήσεις του ελληνικού στρατεύματος.
Εδώ έλαβε χώρα η διένεξη του διαδόχου Κωνσταντίνου με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας, Ελευθέριο Βενιζέλο[18]. Αιτία αυτής υπήρξε η μεταξύ τους διχογνωμία σχετικά με τις στρατηγικές κινήσεις που έπρεπε να αναληφθούν. Ο διάδοχος θεωρούσε ότι ο στρατός θα έπρεπε να κινηθεί προς το Μοναστήρι, ενώ ο Βενιζέλος (αξιοποιώντας πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες τα βουλγαρικά στρατεύματα κινούνταν προς τη Θεσσαλονίκη, με σκοπό την κατάληψη της πόλης), ήθελε να συνεχιστεί, το ταχύτερο, η πορεία του στρατού προς τη Θεσσαλονίκη, η απελευθέρωση της οποίας ήταν και ο αντικειμενικός στόχος της εκστρατείας. Τελικά, ο διάδοχος κάτω από ισχυρές πιέσεις τόσο του Βενιζέλου, όσο και του πατέρα του, Βασιλιά Γεωργίου, διατάχθηκε να κινηθεί προς τη Θεσσαλονίκη[19]. Στην πορεία του στρατού προς τη Θεσσαλονίκη απελευθερώθηκε και η Βέροια.
Τι συνέβη όμως τις μέρες πριν την απελευθέρωση στη Βέροια[20]; Ήδη από την ημερομηνία κήρυξης του πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912), οι μουσουλμάνοι και οι ισραηλίτες της Βέροιας διέδιδαν ανυπόστατες φήμες περί προελάσεως του τουρκικού στρατού στη Θεσσαλία, κατάληψης της Λάρισας και αιχμαλωσίας του Διαδόχου. Τα όσα διαδίδονταν ήταν φυσικό να επηρεάσουν την ψυχολογία των ελλήνων κατοίκων της πόλης, οι οποίοι αισθάνονταν ότι το όνειρο της ελευθερίας απομακρυνόταν για ακόμη μία φορά.
Το κλίμα άρχισε να αλλάζει από την 11ηΟκτωβρίου, οπότε ο ελληνικός στρατός κατέλαβε την Κοζάνη. Τότε η λύπη άρχισε να μεταβάλλεται σε χαρά και η αγωνία σε ανυπομονησία. Μια σειρά ενεργειών συμφωνήθηκαν σε σύσκεψη στο διοικητήριο της πόλης, από τις δύο πλευρές τους χριστιανούς και του μουσουλμάνους της Βέροιας. Αυτές συνοπτικά ήταν οι εξής: Αποφασίστηκε η εκδίωξη του τουρκικού στρατού από την πόλη. Ορίστηκε πολιτοφυλακή 300 ανδρών προερχομένων και από τα δύο μέρη, οι οποίοι διορίστηκαν από το μητροπολίτη και το μουφτή, αντίστοιχα, με σκοπό τη διαφύλαξη της τάξης μέχρι την παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό[21]. Επίσης αποφασίστηκε η παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό και όχι σε αντάρτικα σώματα, τα οποία λυμαίνονταν την περιοχή[22]. Οι παρανομούντες, μέχρι την έλευση του ελληνικού στρατού θα δικάζονταν από το μητροπολίτη και το μουφτή, ανάλογα με το θρήσκευμά τους και οι πολιτικές αρχές όφειλαν να εγκαταλείψουν την πόλη.
Στο σημείο αυτό απάντηση αναμένει το ιστορικό πρόβλημα που δημιουργείται από τα στοιχεία που παρουσιάζει ο, εκ Βεροίας καταγόμενος, ανταποκριτής του περιοδικού «Ελλάς», το οποίο εκδιδόταν στην Αθήνα, Ιωάννης Γούναρης, σύμφωνα με τα οποία το αντάρτικο σώμα του Ιωάννη Σημανίκα ήθελε να καταλάβει την πόλη το απόγευμα του Σαββάτου 13 Οκτωβρίου και αποθαρρύνθηκε όταν πληροφορήθηκε την οργάνωση των πολιτών και την αποφασιστικότητά τους για παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό. Ο Ιωάννης Σημανίκας είναι ο γνωστός μακεδονομάχος, ο οποίος μαχόταν τα όργανα της βουλγαρικής και της ρουμανικής προπαγάνδας. Με ποια ιδιότητα λοιπόν ο Σημανίκας ήθελε να καταλάβει την πόλη; Η μοναδική απάντηση που μπορεί να δοθεί αυτή τη στιγμή σχετίζεται με τη διασφάλιση της τάξης στην πόλη μέχρι την έλευση του ελληνικού στρατού και την απόκρουση τυχόν επίθεσης από πλευράς ομάδων τουρκαλβανών πλιατσικατσίδων, οι οποίοι, παραβιάζοντας την πρότερη συμφωνία για τη διασφάλιση της τάξης και την αποχώρηση στρατιωτικών σωμάτων, περιφέρονταν στην πόλη και δημιουργούσαν κλίμα ανησυχίας[23]. Προς την κατεύθυνση αυτή οδηγούν και παρόμοιες περιπτώσεις δράσης ανταρτικών σωμάτων, τα οποία σε συνεννόηση με τα τμήματα του ελληνικού στρατού, προηγούνταν αυτού προκειμένου να διαφυλάξουν την τάξη και να αποκρούσουν τυχόν επιθέσεις από πλευράς των Οθωμανών. Μόνο που σε αρκετές περιπτώσεις το αποτέλεσμα της πρότερης εισόδου των ανταρτικών σωμάτων σε έναν τόπο είχε μοιραία αποτελέσματα για τον πληθυσμό του, αφού στη θέα του αντιδρούσαν οι εναπομείναντες τουρκικές δυνάμεις προκαλώντας καταστροφές ακόμα και σφαγές κατά του ελληνικού πληθυσμού, όπως συνέβη στο χωριό Τσουρχλή, κοντά στα Γρεβενά, στις 15 Οκτωβρίου 1912[24]. Από αυτή την άποψη η απόφαση μη σύναψης ουδεμίας συμφωνίας με το αντάρτικο σώμα του Σημανίκα από πλευράς των ελληνικών κοινοτικών αρχών της Βέροιας και η σταθερή και οριστική απόφαση για παράδοση της πόλης απευθείας στον ελληνικό στρατό, κρίνεται σωτήρια.
Τελικά, τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν στην πόλη το πρωί της Τρίτης 16 Οκτωβρίου 1912[25], όπου έγιναν δεκτά με ανάμικτα συναισθήματα από τους κατοίκους της πόλης, τα οποία είναι δύσκολο να περιγραφούν. Είχαν προηγηθεί, τη Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 1912, συμπλοκές με εχθρικές δυνάμεις του πυροβολικού σε θέσεις της Καστανιάς, του Ξηρολιβάδου και του Τριποτάμου (Βρωμοπήγαδο), χωρίς ωστόσο ο ελληνικός στρατός να αντιμετωπίσει ουσιαστικά προβλήματα[26]. Άλλωστε, σύμφωνα και με τις μαρτυρίες του Αρχηγού των Τουρκικών Δυνάμεων, Χασάν Ταχσίν Πασά, οι δυνάμεις του είχαν αποδεκατιστεί[27].
Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της πόλης στο άκουσμα του ερχομού του ελληνικού στρατού, ύψωσαν λευκή σημαία[28], δείγμα υποταγής και τράπηκαν σε φυγή. Χρειάστηκε η επέμβαση του μητροπολίτη Βεροίας Καλλίνικου, ο οποίος έφτασε μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης και εγγυήθηκε για τη ζωή τους, ενώ την ίδια μέρα (Δευτέρα 15 Οκτωβρίου), πραγματοποιήθηκε νέα σύσκεψη στο διοικητήριο της πόλης μεταξύ των προυχόντων (χριστιανών και μουσουλμάνων), με τη συμμετοχή του Μητροπολίτη και του Δήμαρχου της Βέροιας Χαλήλ Αλή Βέη, στην οποία αποφασίστηκε οι δύο ομάδες να αλληλοϋποστηριχτούν. Κατ’ αυτήν ο μητροπολίτης ανέφερε τα εξής:«Ἐάν νομίζητε ὅτι ὁ φόνος ἐμοῦ ἤ ἄλλου τινὸς ἐκ τῶν χριστιανῶν μου θὰ ἀποτρέψῃ τοὺς Ἕλληνας ἀπό τοῦ νὰ καταλάβωσι τὴν πόλιν ἀπατᾶσθε πολύ. Ἐὰν δὲν ἐκδιώξητε τοὺς ἀτάκτους Άλβανούς τὸ κακόν θὰ ἐπέλθῃ ἐπί τῶν κεφαλῶν σας. Ὅ,τι πράξουν οἱ Ἀλβανοί ὑπεύθυνοι τῶν πράξεών των εἶσθε σεῖς. Προσέξατε. Ἄμα ὡς ἔλθωσιν οἱ Ἕλληνες, ἐγῶ ὁ ἴδιος μετά τῶν χριστιανῶν μου θὰ ἐπιτεθῶ ἐναντίον σας καὶ ὄχι ὁ Ἑλληνικός στρατός»[29].
Η στάση του Μητροπολίτη Βεροίας Καλλινίκου είναι άξια θαυμασμού, σημειώνει ο Ιωάννης Γούναρης, και συνεχίζει λέγοντας ότιεἰς αὐτόν δὲ κατά μέγα μέρος ὀφείλεται ἡ τόσον αἰσίως καὶ ἄνευ αὐδενός ἀπευκταίου ἀπελέυθέρωσις τῆς Βεροίας».Η παραπάνω απειλητική θέση του μητροπολίτη κατέπληξε τους Οθωμανούς, οι οποίοι αμέσως διέταξαν την αποχώρηση των Αλβανών, ενώ έσπευσαν να συνθηκολογήσουν με το μητροπολίτη, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.
Το βράδυ της 15ηςΟκτωβρίου κύλησε αργά. Ο μητροπολίτης χοροστάτησε σε αγρυπνία στον Ιερό Ναό του Αγίου Αντωνίου, στην οποία συμμετείχε όλος ο κλήρος και πλήθος λαού, ενώ διήρκεσε μέχρι το μεσονύκτιο[30].
Από την 4ηπρωινή οι κάτοικοι άρχισαν να βγαίνουν στους δρόμους για την υποδοχή του στρατού. Αρχικά, στην πόλη εισήλθαν τρεις έφιπποι, μεταξύ των οποίων και ο υπολοχαγός Μεταξάς, για να ελέγξουν την κατάσταση που επικρατούσε[31]. Η αποστολή τους δε διήρκεσε παραπάνω από μισή ώρα. Τους ακολούθησε περί την 9ηπρωινή ο εθναπόστολος ποιητής Σπύρος Ματσούκας[32], ο οποίος από τα σκαλοπάτια του διοικητηρίου απήγγειλε κατάλληλα για την περίσταση ποιήματα και τραγούδησε πατριωτικά τραγούδια προκειμένου να τονώσει το εθνικό συναίσθημα των ακροατών του[33].
Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν και τα πρώτα τμήματα του ελληνικού στρατού