Του Αλέκου Χατζηκώστα *Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η συμπυκνωμένη εικόνα ενός συστήματος που σαπίζει, την ίδια ακριβώς ώρα που οδηγεί τους βιοπαλαιστές αγρότες στη χρεοκοπία και στον αφανισμό.Πιάστηκαν στα πράσα οι «εγγυητές της διαφάνειας»Η κυβέρνηση της ΝΔ διαφήμιζε ως «μεγάλη μεταρρύθμιση» τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, με τον... Περισσότερα
Η βίαιη «δράση» της Χρυσής Αυγής.
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
Το κείμενο αφιερώνεται στη «ζώσα» και «ενεργή» μνήμη των Παύλου Φύσσα και Σαχζάτ Λουκμάν, καθώς και σε εκείνους τους πάντα «ανώνυμους» μετανάστες των οποίων ανθρώπινη διαδρομή «συνάντησε» την νεοναζιστική «φρίκη».
«Τελευταία με κόπο αγαπάμε, μουντζούρες Θρίαμβος καίει τα ρούχα, το αίμα Σημαίες μασώντας δόντι δεν έμεινε Πόνος των ούλων μόνο Σε στέρνες που χάθηκες πέστροφα πως ν’ αλλάξει το ατύχημα Και τα πουλιά ή στη φωνή θα γυρίζουν Ή στο φτερό των». (Ηλίας Τσέχος, ‘Θαρρείς ναυάγια μας συλλέγουν, 2011).
Το πρόσφατο πόρισμα-καταπέλτης του εισαγγελέα Ισίδωρου Ντογιάκου ορίζει και προσδιορίζει συνάμα το φορτισμένο πλαίσιο της δικαστικής «συνήχησης» που στρέφεται ενάντια στο νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής. Ο εισαγγελέας Ισίδωρος Ντογιάκος ζητεί την δίωξη όλων των κοινοβουλευτικών «στελεχών» της Χρυσής Αυγής με την κατηγορία της σύστασης και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση. Ο δικαστικός μηχανισμός ουσιαστικά ενεργοποιήθηκε και δραστηριοποιήθηκε ενάντια στη Χρυσή Αυγή μετά από την δολοφονία του Παύλο Φύσσα από το μέλος της Χρυσής Αυγής, Γιώργο Ρουπακιά, τον Σεπτέμβριο του 2013, στο Κερατσίνι. Η συντονισμένη δράση του αντιφασιστικού κινήματος μετά την δολοφονία του μουσικού Παύλου Φύσσα καθόρισε και επικάλυψε το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Σε αυτό το πλαίσιο, η «κίνηση» του αντιφασιστικού κινήματος αποτυπώθηκε και αποκρυσταλλώθηκε στις δικαστικές διώξεις των ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής.
Όμως, παρά την προσίδια δικαστική «ενεργοποίηση» η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή παραμένει ένας «ενεργός» και «δρών» κοινοβουλευτικός οργανισμός ο οποίος διαμεσολαβεί και αρθρώνει την ιδεολογία του μίσους. Η «δράση» και η «δραστηριοποίηση» του νεοναζιστικού μορφώματος την περίοδο της βαθιάς και οξυμένης οικονομικής κρίσης υπερέβη τα όρια του τυπικού πολιτικού σκέλους, κάτι που συνέβαλλε στην προσίδια εγγραφή των χαρακτηριστικών της νεοναζιστικής βίας στο πεδίο του κοινωνικού.
Με αυτό τον τρόπο η Χρυσή Αυγή «εξωτερίκευσε» τους κανόνες και τις πρακτικές μίας βίαιης «δράσης» η οποία έτεινε στο να αναδιαμορφώσει (επί το αυταρχικότερον) τους όρους συγκρότησης και αναπαραγωγής της κοινωνικής «μονάδας». Η νεοναζιστική βία ως κοινός τόπος «δράσης», ως περίκλειστο στοιχείο της ανανοηματοδότησης και ανασημασιοδότησης της κοινωνικής «μονάδας» εγγράφεται οργανικά σε εκείνα τα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν τον φασισμό-ναζισμό.
Έτσι, η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή έτεινε στο να «εξωτερικεύει» τα χαρακτηριστικά μίας κανονιστικής βίας, η οποία ως «φορτίο ολικής» ανανοηματοδότησης του κοινωνικού γίγνεσθαι συμφύθηκε και ενσωματώθηκε οργανικά με την κρατική-κατασταλτική βία. Και ακριβώς η εσωτερική διάρθρωση και οροθέτηση του νεοναζιστικού μορφώματος προσδιόρισε το «εύρος» της κοινωνικής του παρέμβασης. Η τυπικά «Κοινοβουλευτική» Χρυσή Αυγή ήρε τους όρους και το πλαίσιο της κανονιστικής και θεσμικής κοινοβουλευτικής συγκρότησης. Δρώντας εντός του Κοινοβουλευτικού πεδίου, άσκησε λεκτική βία, μετατοπίζοντας δομικά το πεδίο της βίαιης ανασημασιοδότησης της εν γένει «πράξης» της. Η λεκτική βία ως το πεδίο της κοινοβουλευτικής άρθρωσης της Χρυσής Αυγής, όρισε την παρουσία και την «λειτουργία» της στο χώρο της «τυπικής» και ουσιαστικής συγκρότησης της δημοκρατικής-κοινοβουλευτικής θέσμισης.
Θα μπορούσε να λεχθεί πως η Κοινοβουλευτική ομάδα της Χρυσής Αυγής λειτούργησε ως δύναμη επιβολής (τάγμα εφόδου), που επεδίωξε (και εντός Κοινοβουλίου) την εμπέδωση και «εμβάθυνση» μίας «νέας» αυταρχικής «κανονικότητας.
Η λεκτική και σωματική βία που άσκησε στο πεδίο του κοινωνικού «αγγίζει» τις πλευρές της λεκτικής που «διαχύθηκε» στο χώρο του Κοινοβουλίου, διαμορφώνοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις για την αποκρυστάλλωση ενός «ολικά» βίαιου αμαλγάματος. Η νεοναζιστική βία ως σημαίνον και σημαινόμενο τέμνει και ανατέμνει το «κρισιακό» κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, νοούμενη ως το σημείο-μηδέν μίας προσίδιας αυταρχικής «κανονικότητας» η οποία και επιζητεί την ολική «αποκοπή» των τρεχουσών «ροών» του εργατικού-κινηματικού πράττειν.
Η ανάδυση ενός περιώνυμου ‘αυταρχικού κρατισμού’ που έτεινε στην κατασταλτική διαχείριση των κινήσεων εργατικής εναντίωσης περιλαμβάνει οργανικά το νεοναζιστικό μόρφωμα, το οποίο, πέρα και πάνω από τις συνηχήσεις της κοινωνικής-πολιτικής του παρουσίας, αναπαρήχθη στο «ευνοϊκό» περιβάλλον των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους.
Η βία νοούμενη ως φορτισμένο «πεδίο», ως πλαίσιο αποκλεισμού και «εκμηδένισης» της «διαφορετικής» ανθρώπινης «μονάδας» «εισήλθε» στο χώρο του Κοινοβουλίου λαμβάνοντας τα δομικά χαρακτηριστικά μίας κοινοβουλευτικής «αντισυστημικότητας», που όμως, μόνο «αντισυστημικότητα» δεν ήταν, καθότι το πλαίσιο δράσης της Χρυσής Αυγής συνέκλινε με το πλαίσιο δράσης του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας. Ο (φυλετικά, σεξουαλικά, ιδεολογικά) «διαφορετικός», ο «διαφορετικός» ως ον και ως οντολογία ανθρώπινης «πράξης», ως οντολογία που περικλείει νοήματα και αξίες πρέπει να «εκμηδενιστεί», διότι για την νεοναζιστική Χρυσή Αυγή παρεκκλίνει από το πλαίσιο μία «υγιούς» και «αμόλυντης». εθνικής «κανονικότητας».
Ο «πάντα άλλος» νοείται ως το «κακό» αντεστραμμένο είδωλο της «υγιούς ελληνικότητας», μίας «ελληνικότητας» συμβατής με το μακροϊστορικό επίπεδο του «διαχρονικού μεγαλείου» των Ελλήνων. Οι «διαφορετικοί» και οι «άλλοι» ως όντα που νοούνται ως η πλουραλιστική (και πολιτισμική) γείωση του βαθιά ελληνοκεντρικού προτύπου, αίρουν την κίνηση συγκρότησης και εμπέδωσης του «υγιούς» ελληνικού «ορθολογικού» προτύπου.
«Ορισμένες σταθερές της ναζιστικής ιδεολογίας, άλλοτε και τώρα, είναι η χυδαία παθολογική εμμονή στο Βιολογικό ως Αίμα, η ειδωλολατρία του Έθνους ως Φυλής, του Κράτους ως απόλυτης εξουσίας και η δαιμονοποίηση της παγκοσμιότητας ως μιας «διεθνούς εβραϊκής συνωμοσίας» για τη μόλυνση του καθαρού αίματος των γηγενών, τον εκφυλισμό της φυλής και την κατάλυση του κράτους».[1]
Ως εκ τούτου η νεοναζιστική βία, οι επάλληλες πολώσεις και οι μετασχηματισμοί της, τείνουν να εκμηδενίζουν την «διαφορετική» ανθρώπινη ύπαρξη ως συμβολικό και «κρισιακό» πεδίο νοηματοδότησης της κοινωνικής ολότητας. Η βία της Χρυσής Αυγής «εγγίζει» τα όρια της φυσικής εξόντωσης και της θανάτωσης. Για τον φασισμό-ναζισμό ο θάνατος του «άλλου» τέμνει το πεδίο της μικροϊστορίας, νοούμενος όχι ως οδύνη και ως πόνος αλλά ως συμβολική «επανεκκίνηση» μίας καθόλα φαντασιακής εθνικής ιστορίας.
Το αντιφασιστικό κίνημα με την καθημερινή του δραστηριοποίηση, οφείλει να «αποκόψει» τους όρους μίας κοινωνικής «εκδίπλωσης» του νεοναζιστικού μορφώματος. Το διακύβευμα είναι εξόχως σημαντικό: Η πλήρης (κοινωνική, πολιτική) απίσχνανση της Χρυσής Αυγής. Η δικαστική διερεύνηση των εγκλημάτων του νεοναζιστικού μορφώματος πρέπει να συμπληρωθεί από την καθημερινή εργατική-κινηματική δραστηριοποίηση ενάντια ακριβώς σε αυτό το μόρφωμα.
Η αποκάλυψη του βαθιά «συστημικού» χαρακτήρα της Χρυσής Αυγής, σε συνδυασμό με την δομική άρση των όρων συγκρότησης και απεύθυνσης της νεοναζιστικής βίας αποτελούν εκ των ουκ άνευ προϋποθέσεις για την οριστική κοινωνική «εξάλειψη» της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής. Για αυτό ακριβώς απαιτείται καθημερινή «εργασία» στο χώρο του κοινωνικού, στο χώρο αναπαραγωγής της ρατσιστικής ιδεολογίας που «τρέφει» την Χρυσή Αυγή.
[1] Βλ.σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Η Φρίκη μιας Παρωδίας. Τρεις ομιλίες για τη «Χρυσή Αυγή», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2013, σελ. 26-27.