Του Αλέκου Χατζηκώστα *Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η συμπυκνωμένη εικόνα ενός συστήματος που σαπίζει, την ίδια ακριβώς ώρα που οδηγεί τους βιοπαλαιστές αγρότες στη χρεοκοπία και στον αφανισμό.Πιάστηκαν στα πράσα οι «εγγυητές της διαφάνειας»Η κυβέρνηση της ΝΔ διαφήμιζε ως «μεγάλη μεταρρύθμιση» τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, με τον... Περισσότερα
H εσωτερική σύγκρουση στο ΠΑΣΟΚ
Τελευταία ενημέρωση από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
«Χαμηλώνουν τα πρόσωπα, στέκονται αμήχανα. Ύστερα, φεύγοντας, κοιτάζουνε γύρω τους σα να ψάχνουν να βρουν ένα βάραθρο- όχι να κλάψουνε, όχι να ψάξουν για τίποτα. Να ρίξουν τα χέρια τους. (Νικηφόρος Βρεττάκος, ‘Άνεργοι’, 2008).
Η διαμάχη στο ΠΑΣΟΚ, όπως εκφράζεται μεταξύ του Ευάγγελου Βενιζέλου και του Γιώργου Παπανδρέου επηρεάζει την πολιτική και στρατηγική κατεύθυνση του κόμματος. Ο πρώην πρόεδρος του κόμματος ζητεί την διεξαγωγή συνεδρίου και την εκλογή αρχηγού από την οργανωμένη βάση του κόμματος. Ουσιαστικά, διαφωνεί με το προτεινόμενο εγχείρημα συγκρότησης της Δημοκρατικής Παράταξης. Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος του κόμματος, Ευάγγελος Βενιζέλος κινείται με στρατηγικό «γνώμονα» την συγκρότηση της Δημοκρατικής Παράταξης, παρακάμπτοντας δισταγμούς και διαφωνίες.
Η αποκρυστάλλωση ενός δομικού δυϊσμού στο εσωτερικού του ΠΑΣΟΚ τείνει να προσλάβει θεμελιώδη οργανωτικά χαρακτηριστικά τα οποία και σχετίζονται με την κομματική-οργανωτική μετεξέλιξη του άλλοτε κυρίαρχου πολιτικού κόμματος. Η «ένταση» μεταξύ κομματικής μετεξέλιξης και κομματικής αυτονομίας δεν προσλαμβάνει τα στοιχεία εκείνα που καθορίζουν και «επικαθορίζουν» την πολιτική, προγραμματική και ιδεολογική φυσιογνωμία του κόμματος. Με άλλα λόγια διατυπωμένο, η εσωτερική σύγκρουση στο ΠΑΣΟΚ αίρει τα θεμελιώδη συστατικά μίας στρατηγικής και «δομικής» αντιπαράθεσης αφενός μεν για το περιεχόμενο των σημερινών ασκούμενων πολιτικών, αφετέρου δε για την σύνολη «κρισιακή» πολιτική-ιδεολογική του ανασυγκρότηση.
Το «κρισιακό» ΠΑΣΟΚ ως ενεργή πολιτική δομή ενσωμάτωσε τα χαρακτηριστικά της πρωταρχικής Μνημονιακής διαχείρισης της βαθιάς οικονομικής κρίσης, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να αποκρυσταλλωθεί στο πεδίο του κοινωνικού ως μία «διαφορετική» πολιτική-ιδεολογική δομή. Οι βασικές μεταβλητές που ορίζουν και προσδιορίζουν συνάμα το περιεχόμενο της εσωκομματικής σύγκρουσης δεν δύνανται να συμβάλλουν σε μία πολιτική στρατηγική αναπροσανατολισμού και ανατοποθέτησης του κόμματος στο ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Αντιθέτως, «εσωτερικεύονται» και εγγράφονται στο εσωτερικό ενός πρωταρχικού Μνημονιακού «συγκροτήματος» το οποίο με αυτόν τον τρόπο ορίζεται κύρια ως κομματικό-πολιτικό άθροισμα προσώπων και εσωκομματικών συσχετισμών «ενέργειας» και ισχύος.
Το ΠΑΣΟΚ αποτελεί την κομματική συμπύκνωση μίας «διπλής κίνησης»: αφενός μεν εγγράφει στο εσωτερικό του τα χαρακτηριστικά ενός «μηδενικού αθροίσματος» που αδυνατεί να παράγει πολιτικές και ιδεολογικές τομές μείζονος σημασίας, αφετέρου δε «εξωτερικεύεται» και διαμεσολαβείται στο πεδίο του κοινωνικού ως ένα οιονεί προσίδιο και κατακερματισμένο πολιτικό κόμμα, όχι όμως κατακερματισμένο λόγω των ιδεολογικών τομών και «ασυνεχειών» που «εγχαράζουν» την πολιτική και ιδεολογική του κατεύθυνση, αλλά κατακερματισμένο λόγω των διαφορετικών στρατηγικών οργανωτικής και κομματικής μετεξέλιξης. Είναι προφανές το ότι το ΠΑΣΟΚ θα αναζητήσει «τάξεις και μερίδες στηρίγματα», ήτοι κοινωνικές τάξεις που θα «μπολιαστούν» με τα ιδεολογήματα της κοινωνικής και οικονομικής «συνέχειας» και της πολιτικής σταθερότητας. Το «κρισιακό» ΠΑΣΟΚ δύναται να απευθυνθεί κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά σε μερίδες του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας, σε μεσοαστικά-μικροαστικά κοινωνικά στρώματα καθώς και σε περισσότερο «εξασφαλισμένες» μερίδες του εργατικού μπλοκ. Η όλη κοινωνική του απεύθυνση διεξάγεται υπό τους όρους του «κόμματος-προμαχώνα», ήτοι του κόμματος που αναλαμβάνοντας κυβερνητικές ευθύνες συμβάλλει στη διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας.
Σε αυτή την περίπτωση, διαμορφώνεται το πλαίσιο για την ανάδυση και την «αποκρυστάλλωση» ενός ταυτοτικού δίπολου που περιλαμβάνει από την μία πλευρά τα «εχέγγυα» της κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας (ΠΑΣΟΚ αλλά και Ν.Δ), και από την άλλη πλευρά τα «επικίνδυνα» για την διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ.
«Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την κατάσταση των τάξεων-στηριγμάτων ή μερίδων-στηριγμάτων λέγοντας: 1) Ότι η υποστήριξη που παρέχουν σε μια καθορισμένη ταξική κυριαρχία δεν βασίζεται γενικά πάνω σε καμιά πραγματική πολιτική θυσία συμφερόντων του συνασπισμού εξουσίας και των σύμμαχων τάξεων για την εύνοια τους. Αυτή η υποστήριξη, απαραίτητη γι’ αυτή την ταξική κυριαρχία, βασίζεται κατά πρώτο λόγο, σε μια διαδικασία ιδεολογικής αυταπάτης».[1]
Και αυτή ακριβώς η διαδικασία της «ιδεολογικής αυταπάτης» ορίζει και προσδιορίζει το εύρος της κοινωνικής απεύθυνσης του ΠΑΣΟΚ. Σε αυτό το πλαίσιο, συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και μερίδες τάξεων «εργαλειοποιούνται» και «ιδεολογικοποιούνται» στο βαθμό που δύνανται να παράσχουν στήριξη και να «τροφοδοτήσουν» με κοινωνική ισχύ το επίδικο της κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας. Και η «διαδικασία της ιδεολογικής αυταπάτης» έγκειται στο ακριβώς στην πράξη της αναζήτησης και της «εργαλειοποίησης» των «τάξεων-στηριγμάτων» και των «μερίδων-στηριγμάτων».
Η απουσία μίας συγκεκριμένης ταξικής «υλικότητας», (ιδίως όσον αφορά τα μικροαστικά στρώματα, καθώς και μερίδες του εργατικού μπλοκ), συγκροτεί το υπόβαθρο για την διαμόρφωση μίας «ιδεολογικής αυταπάτης» η οποία αφενός μεν προωθεί το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ σε ρόλο «κόμματος-προμαχώνα» της σταθερότητας, αφετέρου δε προτάσσει τον σημαντικό ρόλο που δύνανται να διαδραματίσουν οι «τάξεις-στηρίγματα» και οι «μερίδες-στηρίγματα» στη διατήρηση αυτής της προσίδιας σταθερότητας και διαχείρισης της βαθιάς οικονομικής κρίσης που αποβαίνει προς όφελος του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ ως δυνητικός κυβερνητικός δρών επιδιώκει την διατήρηση του σε κρατικό-κυβερνητικό επίπεδο.