Δεν πέρασε πολύς καιρός από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης με αφορμή την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2026 και το κλίμα ευφορίας που καλλιεργούσε πριν τρεις βδομάδες για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Μόλις σε λίγους μήνες αποδείχθηκε πόσο άνθρακας ήταν ο θησαυρός, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο επίσημος πληθωρισμός σε ... Περισσότερα
Για την απεργία
από Η Άλλη Άποψη
του Σίμου Ανδρονίδη, υποψήφιου διδάκτορα ΑΠΘ
Μία ιδιαίτερα σημαντική διάταξη του πολυνομοσχεδίου για την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του τρέχοντος μνημονιακού προγράμματος, σχετίζεται με την διαδικασία προκήρυξης απεργιών σε πρωτοβάθμιο συνδικαλιστικό επίπεδο..
Όπως αναφέρει σχετικά η Ελένη Μαυρούλη στο 'Περιοδικό': Το κατατεθέν νομοσχέδιο «αλλάζει τον κανόνα της απαρτίας στις γενικές συνελεύσεις των πρωτοβάθμιων σωματείων που δεν είναι ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης όταν συγκαλούνται προκειμένου να ληφθεί απόφαση για απεργία. Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει ότι στις σχετικές συνελεύσεις πρέπει να παρίσταται το 1/3 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. Με την νέα διάταξη το 1/3 τροποποιείται σε 1/2. Η απαρτία δεν υπολογίζεται στα εγγεγραμμένα μέλη, αλλά στα οικονομικά τακτοποιημένα, δηλαδή αυτά που έχουν πληρώσει τις συνδρομές τους. Καμία αλλαγή δεν επέρχεται στα πρωτοβάθμια σώματα ευρύτερης περιφέρειας (π.χ Αττικής) ή πανελλαδικής εμβέλειας, καθώς και στις δευτεροβάθμιες οργανώσεις και στην τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση».
Η προσίδια πολιτική κίνηση μεταβολής στους όρους προκήρυξης μίας απεργίας, προσδιορίζει εκ νέου, επενεργεί στο συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας διαμέσου της δυνατότητας και της δυσκολίας προκήρυξης απεργίας σε επίπεδο άμεσου, πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού 'εργατισμού', (είναι έντονη η δράση πρωτοβάθμιων σωματείων στην κρισιακό εργασιακό/κοινωνικό χώρο), καθώς και στην κοινωνική-ταξική σχεσιακότητα, στην τομή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, εγγράφοντας όψεις της μνημονιακής ευρύτητας στους χώρους εργασίας και πρωτεϊκής 'πώλησης' και όρων 'πώλησης' της εργατικής δύναμης..
Η μνημονιακή εγκάρσια τομή εμβαθύνεται στον Ελλάδι κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, δυνάμενη να ανα-πλαισιώσει την απεργία και το ίδιο το διακύβευμα της απεργίας, (μεταβάλλοντας τους όρους προκήρυξης της), ως ''υπόλειμμα'' ή ως ''εμπόδιο'' προς κατεύθυνση ενός θεσμικού και κοινωνικοοικονικού εκσυγχρονισμού της χώρας, επανεπινοώντας τα «ρεπερτόρια χώρου εργασίας», για να χρησιμοποιήσουμε έναν εννοιολογικό όρο της Francis Fox Piven..
Ασκώντας την πολιτική του 'μνημονιασμού' (η νέα «εξουσιαστική ορθοφροσύνη»), που αντανακλάται & αναπαράγεται στο πλαίσιο & στα πλαίσια των ευρύτερων παραγωγικών-κοινωνικών σχέσεων, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., αρθρώνει την πολιτική ενός παρεμβατισμού γύρω και εντός των πλαισιώσεων άσκησης της απεργίας & της απεργιακής τομής, ενός παρεμβατισμού ο οποίος, αξιώνοντας και τις εκφάνσεις των πολιτικών λιτότητας που αναπαράγονται (αντίστροφα-αντεστραμμένα) και ως πολιτικές 'μερισματοποίησης' (η διανομή ενός εκάστου μερίσματος ως 'μαρτυρία' συμβολής στην κοινωνική φτωχοποίηση), του κοινωνικού, πολιτικές μίας ειδικής-πατερναλιστικής άσκησης-έκφρασης 'αλληλεγγύης', προσιδιάζει προς την κατεύθυνση μίας συμβολικής, φαντασιακής όσο και πραγματικής στόχευσης της Μεταπολιτευτικής θέσμισης..
Υπό αυτό το πρίσμα, το πολυνομοσχέδιο το οποίο περιλαμβάνει τις διατάξεις περί απεργίας, ενέχοντας το τυπολογικό σχήμα μίας Αριστερής 'θεωρητικοποίησης' της πρακτικής της άσκησης, τείνει πραγμολογικά, συμβάλλει πολιτικά προς τις εκτατικές πλαισιώσεις του 'τέλους' της Μεταπολίτευσης, της δυναμικής αποδόμησης της Μεταπολιτευτικής (Μεταπολιτευτική ιστορικότητα), 'σπάταλης' έως ΄διεφθαρμένης' θέσμισης με τον τρόπο που εννοιολογείται στις προκείμενες του 'βίαιου' προτσές της 'νέας' Αλλαγής, 'ίχνη' της οποίας απαντώνται στη δράση και στις πρακτικές του επίσης 'επώδυνα' λαϊκίστικου συνδικαλιστικού κινήματος..
Οι πολιτικές-κρισιακές-μνημονιακές πρακτικές, οι συμβολισμοί και η ιδεολογική λογοθετικότητα περί 'τέλους' της 'άλογης' Μεταπολίτευσης, που σε ένα θεωρητικό-πολιτικό υπόδειγμα γραμμικό και ταυτολογικό οδηγεί απευθείας στην εκδήλωση της οικονομικής-κεφαλαιοκρατικής κρίσης, ανα-καλούν τον ιδιαίτερο 'εργατισμό' του συνδικαλιστικού νόμου 1264/82, νόμου που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που ανήλθε στην κυβερνητική εξουσία το 1981, και αποτύπωνε-σκιαγραφούσε, αφενός μεν τον δοσμένο συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, αφετέρου δε αποτύπωνε την πορεία και την κίνηση των κοινωνικών τάξεων και των μερίδων τάξεων στον ελληνικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, έτσι όπως διαμορφώνονταν στον κοινωνικό-πολιτικό ριζοσπαστισμό της πρώιμης Μεταπολιτευτικής περιόδου, αποτυπώσεις και κοινωνικές-πολιτικές-πολιτισμικές μνήμες της οποίας, με ελλείμματα και εντάσεις, δια-κρατούσε ο νόμος 1264/82 ( ο νόμο ως εγκάρσια τομή)..
Ευρύτερα ομιλώντας, ο Βασίλης Ασημακόπουλος, στην εργασία του για το ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1974-1990 & εστιάζοντας σε μία κοινωνιολογική ανάλυση ή στη Μαρξική επιστημολογία εννοιολογεί την Μεταπολίτευση ως προσίδιο 'τόπο' επιτέλεσης μίας σύνθετης κοινωνικοπολιτικής συνάρθρωσης, εκεί όπου η «κοινωνική συναίνεση στις επιλογές του ελληνικού αστισμού με όρους ηγεμονικούς, προϋπέθετε ή συμβάδισε με τη διαδικασία κοινωνικής ενσωμάτωσης των κυριαρχούμενων τάξεων με παραχωρήσεις ή κατακτήσεις, υλικές και θεσμικές».
Το Μεταπολιτευτικό κοινωνικό συμβόλαιο αίρεται.. Η μεταβολή στους όρους προκήρυξης μίας απεργίας, η εκ νέου 'θέσμιση' της απεργιακής κίνησης, η παρεμβολή στο ίδιο το απεργιακό διακύβευμα ως ιδιαίτερη όσο και μείζονα μορφή ταξικής-συνδικαλιστικής δια-πάλης, δεικνύουν προς την κατεύθυνση της Μεταπολίτευσης και της δυναμικής αποδόμησης της οντολογικής της υποκειμενικότητας, και, ειδικά εργατικά, στον ίδιο τον νόμο 1264/82..
Στους όρους κίνησης και αναπαραγωγής του κρισιακού ελληνικού κεφαλαιοκρατικού σχηματισμού, στα κοινωνιο-περιβάλλοντα των ευέλικτων μορφών απασχόλησης και της εμβάθυνσης τους ως πρότυπο-σχήμα σύγχρονης εργασίας, στα ευρύτερα πεδία της άσκησης της εργασιακής εκμετάλλευσης, σχετικής και μη, υπογραφής ατομικών συμβάσεων εργασίας, εναλλαγής μεταξύ ανεργίας & εποχικής εργασίας, δομικής επισφαλειοποίησης («ανασφάλειας και αποσταθεροποίησης», για να παραπέμψουμε στον Κώστα Βεργόπουλο), για μερίδες της εργατικής τάξης, του μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων, στις όψεις της κρίσης της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης και της μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας, η ως άνω μνημονιακή παρέμβαση-'θέσμιση' ως ενεργητικό προαπαιτούμενο, συναρθρώνει 'ρεπερτόρια' δράσης, αναπαράγει διακρίσεις στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος, διαμεσολαβεί την εκτατική σχέση του ελληνικού κρισιακού κράτους με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τείνει προς ίδιες και άλλες μορφές απόσπασης της παραγόμενης υπεραξίας (και εργασιακών όρων/παροχή εργασίας) προς την κατεύθυνση δι/εξόδου από την κρίση, δυσκολεύοντας τους όρους προκήρυξης μίας απεργιακής κινητοποίησης στο πρωτοβάθμιο επίπεδο σε περιόδους κρισιακής ύφεσης..
Επρόκειτο, με βάση την αναλυτική που υιοθετεί η Francis Fox Piven, για τον περιορισμό των «δευτερευόντων μορφών δράσης με τις οποίες οι εργάτες προσπαθούσαν να υποστηρίξουν την εξουσία της απεργίας».
Διαμεσολαβώντας κοινωνικά συμφέροντα, (βλέπε εργοδοτική ισχύς), την πολλαπλότητα της ταξικής δια-πάλης, την έκταση της σχεσιακότητας μεταξύ τάξεων και οργανώσεων εκπροσώπησης του, οι κυβερνητικές-κρατικές πολιτικές αξιώνουν την απεργία ως 'νέο νόμο'.. Το κεφάλαιο αναπαράγει τις εικόνες του στον ιστορικό 'χωροχρόνο'..
Το συνδικαλιστικό υποκείμενο εν κινήσει, διαπερνώντας την συσχέτιση κόμματος-συνδικάτου ήδη αμφισβητεί, στο πεδίο του κοινωνικού, την συγκεκριμένη ρύθμιση, επαναρυθμίζοντας, πέρα από τα πλαίσια της συνθηματολογίας, την απεργία ως διεκδίκηση και πρακτική-μορφή διεκδίκησης, ανα-σύνθεσης του χώρου των δρώντων 'παικτών'..
Ο Μπενγιαμικός συμβολισμός ενός «Αστερισμού γεμάτου εντάσεις ανάμεσα στους διαφορετικούς χρόνους και χώρους», επενεργεί.
Στις χθεσινές απεργιακές κινητοποιήσεις συμμετείχαν πρωτοβάθμια εργατικά σωματεία, κόμματα και οργανώσεις της κοινοβουλευτικής & της εξω-κοινοβουλευτικής Αριστεράς, επι-φέροντας την απεργιακή επιτελεστικότητα ενώπιον της κυβερνητικής επαναρύθμισης του τρόπου προκήρυξης μίας απεργίας σε πρωτοβάθμιο επίπεδο. Απαιτείται μία 'από τα κάτω' συγκρότηση ευρύτερων συμμαχιών, η επαναρύθμιση ενός «κινηματικού συνδικαλισμού».
Οι εργαζόμενοι, όμως, όπως τονίζει ο Michael Vester, «αντιστέκονται, σχεδιάζουν, επινοούν» & διεκδικούν (δίχως να είναι τα ''άοπλα θύματα'', όπως αναφέρει χαρακτηριστικά), την απεργιακή πρακτική-μορφής δια-πάλης, εντός της ευρύτερης κρισιακής, ιστορικής συνθήκης, επιδιώκοντας να εγγράψουν τους όρους, της, κατά Max Weber, «συναίσθησης» (''Befindlichkeit''), του καιρού..
Σωματεία που αρθρώνουν και κινηματικά στοιχεία δράσης..
Βλέπε σχετικά, Francis Piven Fox, ‘Μορφές Εξουσίας και Παγκοσμιοποίηση’, στο: Ρήγος Άλκης & Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, (επιμ.), ‘Η Πολιτική σήμερα/Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του’, Εκδόσεις Θεμέλιο/ Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2001, σελ. 300.
Αναφέρεται στο: Βεργόπουλος Κώστας, ‘Η Παγκοσμιοποίηση και ο Νίκος Πουλαντζάς…ό.π., σελ. 287.
Στο πλαίσιο εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών και προσδιορισμού ενός ευρύτερου ‘μνημονιασμού’, δύναται να αναφέρουμε πως έχουν διαμορφωθεί οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση μίας ‘νέας’ όσο και ιδιαίτερης «Δημοκρατίας του Κέντρου» (Βασίλης Ασημακόπουλος), η οποία αρθρώνεται από και με τάσεις-κινήσεις σύγκλισης των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων ή των κομμάτων που άσκησαν κυβερνητική εξουσία (με εντάσεις, κινήσεις και αντινομίες), πάνω στο επίδικο της εφαρμογής του μ μνημονίου ως ‘μέσου’ πολιτικής διαχείρισης της οικονομικής-κεφαλαιοκρατικής κρίσης εν Ελλάδι. Η «Δημοκρατία του Κέντρου» συγκλίνει στο κυβερνητικό αξιακό μέσον, ενσωματώνει όψεις-πλαισιώσεις των ευρωπαϊκών αντιθέσεων, κινείται στον ‘διαφορικό’ άξονα εφαρμογής του αναγκαίου, εγγράφοντας χαρακτηριστικά μίας κομματικής-πολιτικής «μνημονιοκοποίησης» βασικών δρώντων, η οποία δια-περνά εγκάρσια, αφενός μεν τον κομματικό-πολιτικό ανταγωνισμό, αφετέρου δε εκείνες την άρθρωση του πολιτικού-ιδεολογικού λόγου. Στον κρισιακό ελληνικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, έλαβαν χώρα μείζονες μετατοπίσεις των κοινωνικών συμμαχιών των πολιτικών κομμάτων, καθώς και μετατοπίσεις σε επίπεδο στελεχιακού δυναμικού, προσδιορίζοντας παράλληλα την παρουσία, εντός κρατικών προταγμάτων, εντός του πεδίου του κράτους μίας υλικής τεχνοκρατίας η οποία λειτουργεί με όρους πολιτικών μετατοπίσεων και ακόμη, μίας σχετικής ‘αυτονομίας’, διαμεσολαβούμενη με πλέγματα πολιτικών και αναπαραγόμενη ως άτυπος φορέας γνώσης.. Η «Δημοκρατία του Κέντρου» επενεργεί και προσδιορίζει τα ‘νέα’ υλικά κόμματα.. Μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, τα όρια εφαρμογής, ‘κυβερνολογικής’ εφαρμογής των μνημονιακών εγκάρσιων τομών, εκεί όπου η ‘τεχνολογία’ εφαρμογής συναντά την δοσμένη κοινωνική υλικότητα.
Ο Βασίλης Ασημακόπουλος, αναφερόμενος στο συνδικαλιστικό νόμο 1264/82 που προωθούσε τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και στην ψήφιση του, τονίζει πως εγγράφει «την ενισχυμένη θέση της οργανωμένης μισθωτής εργασίας στο ΠΑΣΟΚ και την πάλη κατά του ν. 330/76». Βλέπε σχετικά, Ασημακόπουλος Βασίλης, ‘Πρώτη φορά Αριστερά…ό.π., σελ. 277-278.
Βλέπε σχετικά, Ασημακόπουλος Βασίλης, ‘Πρώτη φορά Αριστερά. Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του’, Εκδόσεις A.P Publications, Αθήνα, 2017, σελ. 8.
Θέτοντας το ζήτημα της κοινωνικότητας ή αλλιώς της εργατικής κοινωνικότητας, η Ρόζα Λούξεμπουργκ αναφέρει πως «ακόμα και κατά την επανάσταση, οι απεργίες δεν πέφτουν απ’ τον ουρανό». Βλέπε σχετικά, Λούξεμπουργκ Ρόζα, ‘Η αλληλεπίδραση του πολιτικού και του οικονομικού αγώνα’, στο: Λούξεμπουργκ Ρόζα, ‘Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα’, Μετάφραση: Πίττας Γιώργος, Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα, 2014, σελ. 69.
Ο προσδιορισμός της διαδικασίας ατομικοποίησης-ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας και της μισθωτής εργασίας, σχετίζεται με τις εξελίξεις κινητικότητας και διεθνοποίησης του κεφαλαίου και της κίνησης του κεφαλαίου, με τους όρους της συσσώρευσης να μεταβάλλονται ήδη από την δεκαετία του 1970, επιφέροντας δραστικές μεταβολές-μετασχηματισμούς στους όρους παροχής εργασίας και στο παραδοσιακό κράτος πρόνοιας. Το τυπολογικό σχήμα της παροχής μόνιμης εργασίας διαμεσολαβείται με τις μεταβολές που επέρχονται στο κράτος, στην οργάνωσης της κοινωνικής-πολιτικής-θεσμικής συναίνεσης, στις μεταβολές που εγγράφονται στο εσωτερικό του Κεφαλαιοκρατικού Τρόπου Παραγωγής.. Ο μισθωτός, ως τμήμα ενός συμβολαίου, εγγράφει το οριακό ‘σύνορο’ ως κίνηση-πρακτική.. Επρόκειτο για μία διαδικασία επάλληλων υπερβάσεων, ανα-πλαισίωσης του εργατικού γίγνεσθαι, προσαρμογής τους στις εκφάνσεις της και ‘τεχνολογικοποιημένης’ κεφαλαιοκρατικής γνώσης.. Η ελαστικοποίηση των όρων παροχής εργασίας & της εργασίας της ίδιας εγγράφεται ως ουσιώδες χαρακτηριστικό, ως ιδιαίτερη ‘κανονικότητα’, στο σημερινό γίγνεσθαι της αγοράς εργασίας, προσιδιάζει στην κατεύθυνση έκφρασης-επίδειξης μίας διαρκούς ‘προσαρμοστικότητας’ από πλευράς εργαζόμενου, αποκλίνει από το εργασιακό πρότυπο της μόνιμης, σταθερής απασχόλησης (και σε αυτό το πλαίσιο έχουν επέλθει έντονες μεταβολές), που παραπέμπει στη, Φορντικού τύπου, κεφαλαιοκρατική διαχείριση. Η εργασιακή σταθερότητα όπως εκφράστηκε κοινωνικά, υλικά, φαντασιακά, ‘θρυμματίζεται’ σε διαφορετικούς τύπους εργασίας & σε χαμηλές αμοιβές, στην άρση των εμπρόθετων δικλίδων της απεύθυνσης, στην έκθεση στην πραγμάτωση του φανερά και κεκαλυμμένα, ιστορικά ‘αναγκαίου’, εκεί όπου οι κεφαλαιακές προσλήψεις αξιώνουν τον πάντα έτοιμο και κινητικό εργαζόμενο, τον εργαζόμενο του μη μέσου όρου που φέρει την ‘εξατομίκευση’ του ως ‘πώληση’ εργατικής δύναμης, ανακυκλώσιμης φοράς και αναπαραγόμενης προτροπής.. Όπως επισημαίνει ο Berthold Vogel: «Παρά ταύτα, όταν μιλάμε σήμερα για τους μετασχηματισμούς στην αμειβόμενη δραστηριότητα, διαπιστώνουμε ότι αυτή η αναρρίχηση του μισθωτού είναι φανερό πως έχει σταματήσει: αδιάκοπη αύξηση της μαζικής ανεργίας, διαφοροποίηση των μορφών δραστηριότητας, απορρύθμιση του εργατικού δικαίου, επέκταση του τομέα των υπηρεσιών. Ο ρόλος της αμειβόμενης δραστηριότητας σε ό,τι αφορά την πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους, στην ηθική καταξίωση ή σε κοινωνικές θέσεις τίθεται εν αμφιβόλω. Η επίδραση της αμειβόμενης δραστηριότητας στη συγκρότηση του κοινωνικού ιστού ή στην κοινωνική ενσωμάτωση κλυδωνίζεται. Ο κόσμος της εργασίας βιώνεται πλέον ως εξασθενημένος, επισφαλειοποιημένος, πιο αβέβαιος». Βλέπε σχετικά, Vogel Berthold, ‘Το τέλος μιας αναρρίχησης: Η νέα επισφάλεια στη μισθωτή εργασία’, στο: Schultheis Franz & Schulz Kristina, ‘Η αθλιότητα της οικονομίας. Η αθέατη όψη του γερμανικού «θαύματος», Μετάφραση: Καράμπελας Γιώργος- Γεμελιάρης Χρήστος, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2015, σελ. 40.
Βλέπε σχετικά, Βεργόπουλος Κώστας…ό.π., σελ. 290.
Βλέπε σχετικά, Francis Piven Fox, ‘Μορφές Εξουσίας και Παγκοσμιοποίηση’, στο: Ρήγος Άλκης & Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, (επιμ.), ‘Η Πολιτική σήμερα/Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του’, Εκδόσεις Θεμέλιο/ Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2001, σελ. 299.
Η πάλη των τάξεων εν κινήσει, εν παρουσία, εκεί όπου οι μνημονιακές κοινωνικές-πολιτικές ρήξεις εγγράφονται και διαπλέκονται με τους όρους κίνησης της πάλης των τάξεων.
Όπως σημειώνει ο Θανάσης Τσακίρης: η «τεχνοκρατικοποίηση» του συνδικαλισμού, δηλαδή η «επίδειξη γνώσης» αντί της «επίδειξης δύναμης» ως διεκδικητικής τακτικής, είναι ένα ζήτημα που δεν έχει απασχολήσει ούτε τα πολιτικά κόμματα, ούτε την επιστημονική έρευνα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων». Βλέπε σχετικά, Τσακίρης Θανάσης ‘Πουλαντζάς και κοινωνικά κινήματα: η περίπτωση του εργατικού συνδικαλισμού’, στο: Γολέμης Χάρης & Οικονόμου Ηρακλής, (επιμ.), ‘Ο Πουλαντζάς σήμερα’, Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 2012, σελ. 155. Η ιδιαίτερη, συνδικαλιστική «επίδειξη δύναμης» ως διεκδικητική τακτική, όπως αναφέρει ο Θανάσης Τσακίρης, εκφράστηκε, και με αντινομίες, την πρώτη κρισιακή περίοδο εφαρμογής του μνημονιακού προγράμματος, (201-2012), εκεί όπου τα συνδικάτα και το συνδικαλιστικό κίνημα διαμεσολάβησαν τις αντιθέσεις που επέφερε η ευρύτερη μνημονιακή ‘κυβερνολογική’.
Ο Δημήτρης Μανιάτης, θέτει στο επίκεντρο το ζήτημα της συνδικαλιστικής ανα-διοργάνωσης υπό το πρίσμα των μετασχηματισμών που έχουν επέλθει στον κόσμο της μισθωτής εργασίας: «Και τα ίδια όμως τα συνδικάτα οφείλουν να ξανασχεδιάσουν τη στρατηγική τους. Να δουν πως θα ξαναγίνουν κύτταρα δημοκρατίας και ενεργοποίησης των μελών τους και πέραν των συντεχνιακών προταγμάτων. Σήμερα, ολόκληρες γενιές δεν εμπνέονται ή δεν πείθονται, από τον εργατικό λυρισμό του ΠΑΜΕ για παράδειγμα. Ο κόσμος της επισφαλούς εργασίας, της υποαπασχόλησης, του κατακερματισμένου εργασιακού χώρου και της ιντερνετικής ροής δεν είναι εύκολο να ακολουθήσει κανόνες δεκαετίας 80. Οι χιλιάδες άνεργοι – που επίσης είναι δυνάμει εργαζόμενοι- μένουν έξω από τη μαζική διεκδίκηση». Βλέπε σχετικά, Μανιάτης Δημήτρης, ‘Κανόνες απεργίας’, Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο’, 13-14/01/2018, σελ. 12.
Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘kumi-Ori-Φωτίζου… ή Το όνειρο του Πραγματικού’, στο: Μιχαήλ Σάββας, (επιμ.), ‘Homo Liber. Δοκίμια για την Εποχή, την Ποίηση και την Ελευθερία, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2016, σελ. 147.
Με έντονη την δράση του ‘Πανεργατικού Αγωνιστικού Μετώπου’ (‘ΠΑΜΕ’) και δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ..
Στο πλαίσιο του «κινηματικού συνδικαλισμού» εστιάζει την ανάλυση του ο Sam Gidlin, επισημαίνοντας την δυνατότητα επανεφεύρεσης του εργατικού ‘εαυτού’, γύρω και εντός του προτάγματος της αλληλεγγύης μεταξύ κατηγοριών εργαζομένων και ανασύνθεσης της έννοιας της καθημερινής εργατικότητας. Βλέπε σχετικά, Swartz Donald, `Στρατηγικές της εργατικής τάξης στα τέλη του αιώνα: πέρα από την προοδευτική ανταγωνιστικότητα…ό.π., σελ. 443.
Βλέπε σχετικά, Vester Michael, ‘Η κρυμμένη όψη του γερμανικού θαύματος: Το κράτος πρόνοιας σε κρίση και τα δεινά των λαϊκών στρωμάτων’, στο: Schultheis Franz & Schulz Kristina, ‘Η αθλιότητα της οικονομίας. Η αθέατη όψη του γερμανικού «θαύματος»…ό.π., σελ. 28.
Αναφέρεται στο: Schultheis Franz, ‘Μια κοινωνία χωρίς ποιότητα’, στο: Schultheis Franz & Schulz Kristina, ‘Η αθλιότητα της οικονομίας. Η αθέατη όψη του γερμανικού «θαύματος»…ό.π., σελ. 391.