Η συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος επιβεβαιώνει μέχρι κεραίας τη θέση του ΚΚΕ ότι η συνταγματική αναθεώρηση στοχεύει σε ένα πιο ισχυρό και ευέλικτο κράτος για τα συμφέροντα του κεφαλαίου, επομένως πιο εχθρικό και επιθετικό απέναντι στον λαό. Τόσο οι προτάσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας όσο και η στάση των άλλων κομμ... Περισσότερα
Για τις διαδηλώσεις στην Ουγγαρία
από Η Άλλη Άποψη
γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διαδάκτορας ΑΠΘ
«Και πες μου ακόμη σε ποια ζούμε εποχή. Ελπίδα υπάρχει ή κι αυτή είναι πλαστική; Στην πόλη τι; Στη χώρα τι; Στον κόσμο τι; Και τι σημαίνει αυτή η άγρια τελετή; Γιατί στους δρόμους δεν υπάρχει άλλος κανείς έξω από κείνους που πετούν μεσουρανίς; Πάμε στο σπίτι, αν υπάρχει, το ζεστό και αν το βρούμε, για να πιούμε ένα ζεστό. Μόνο μαζί σου πια το φως θα μοιραστώ» (Μάνος Ελευθερίου, ‘Πάμε στο σπίτι μας’).
Τις τελευταίες ημέρες λαμβάνουν χώρα στη Βουδαπέστη, εντατικές διαδηλώσεις που στρέφονται ενάντια στην ευρύτερη 'κυβερνολογική' του κόμματος 'Fidesz' του πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπάν, εστιάζοντας, αφενός μεν στην προώθηση ενός νομοσχεδίου που δύναται να μεταβάλλει βαθυ-δομικά και επί τα χείρω, τις παραγωγικές-εργασιακές σχέσεις όπως και τον προσίδιο συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, νομοσχέδιο που προβλέπει πως «κάθε εργοδότης θα μπορεί να απαιτεί από τους υπαλλήλους του να εργάζονται υπερωριακά έως και για 400 ώρες τον χρόνο, και να τους αποζημιώνει για αυτό εντός τριών ετών», όπως τονίζει η δημοσιογράφος Κίττυ Ξενάκη σε άρθρο της στην εφημερίδα 'Τα Νέα', αφετέρου δε οι προσίδιες διαμαρτυρίες σχετίζονται και περιλαμβάνουν την σημαίνουσα αντίθεση στην έγκριση από το κυβερνών κόμμα 'Fidesz' ενός νόμου που, δίχως αναδρομικά χαρακτηριστικά, συμβάλλει στην «ενίσχυση των προνομίων του υπουργού Δικαιοσύνης, που θα μπορεί να διορίζει τους δικαστές ενός μελλοντικού ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου: το τελευταίο θα αναλαμβάνει πολύ ευαίσθητες υποθέσεις, όπως είναι οι διενέξεις για τα εκλογικά αποτελέσματα ή οι διαγωνισμοί για τις δημόσιες συμβάσεις».
Επρόκειτο για μία 'δυναμολογική' συνάρθρωση μεταξύ εργατικού-οικονομικού και πολιτικού αγώνα, για να παραπέμψουμε στην εμπροσθοβαρή αναλυτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ, συνάρθρωση που εγγράφει όρους εμμένειας στην ανάδειξη των προταγμάτων των κινητοποιήσεων, στους όρους δράσης ενός ιδιαίτερου 'κρατικού εθνικισμού' που ανυψώνει την δυνατότητα της 'απο-καθαρμένης' εντοπιότητας, προσιδιάζει σε προϋποθέσεις συγκρότησης ενός κοινωνικού-κινηματικού μπλοκ του οποίου στρατηγική 'θέση' καθίσταται η προσέλκυση ευρύτερων δυνάμεων, η 'σύλληψη' μίας, κατά τον Κορνήλιο Καστοριάδη «ριζικής φαντασιακής σημασίας», που στο πεδίο του κοινωνικού 'συλλαμβάνει' εικόνες και κοινωνικά υποκείμενα ωσάν 'συν-διαμορφωτές' της χρονικότητας, προσδιορίζοντας επάλληλα την διαρκή εναλλαγή όσο και ώσμωση πολιτικού και οικονομικού στοιχείου ενώπιον πολιτικών ενός και εμπρόθετου 'αυταρχικού κρατισμού' (Νίκος Πουλαντζάς).
Η πολιτική πρόθεση σταδιακής πληρωμής των υπερωριών και της υπερωριακής εργασίας δύναται να διευρύνει τα όρια άρθρωσης και απόσπασης της 'απόλυτης υπεραξίας' η οποία, και διαμέσου του περιβάλλοντος παρουσίας-αναπαραγωγής μορφών 'σχετικής υπεραξίας', φέρει χαρακτηριστικά «διαγραφής των νεκρών χρόνων, συστηματικής παράτασης του ωραρίου, συνολικής αύξησης του εργάσιμου χρόνου, εντατικοποίησης της εργασίας», κατά την διατύπωση του Σπύρου Σακελλαρόπουλου και του Παναγιώτη Σωτήρη, επι-γενόμενος όρος (η αύξηση των στοιχείων που συνθέτουν την απόσπαση της 'απόλυτης υπεραξίας' ως ειδολογικού πλέγματος εργασίας), που κατά τους συγγραφείς αποτελεί «ενεργοποίηση μιας ειδικά καπιταλιστικής τάσης», ή αλλιώς, μίας αξιο-θεμελίωσης της χωρο-χρονικής και συγχρονικής, Κεφαλαιοκρατικής περιεχομενικότητας που εκθέτει της εργασίας υπό το πρίσμα της υποκειμενικής 'αναλωσιμότητας' του εργαζόμενου, προβαίνοντας στη συνύφανση ποσοτικής (σημαντική αύξηση των ωρών υπερωριακής εργασίας), όσο και 'ποιοτικής' όψης της εκμετάλλευσης, όψης ('ποιοτική') που σχετίζεται με την δυνατότητα σταδιακής πληρωμής της υπερωριακής εργασίας, εκεί όπου, ανεστραμμένα και μη, δεικνύονται διαστάσεις 'κανονικοποίησης' μίας ουσιώδους ή ουσιαστικοποιημένης (καθεστώς εργασίας), 'απλήρωτης' εργασίας, η ανα-πλαισίωση του εργατικού υποκειμένου (του 'κλασικού' προλετάριου) όπου πλέον ετίθετο υπό την διαρκή 'κρίση' του εργοδότη στου χώρους εργασίας, η κατάτμηση μεταξύ κύριας και επικουρικής εργασίας εντός του ίδιου αντικειμένου εργασίας, η 'φορτισμένη' εξατομικευτική αναθεμελίωση των όρων 'πώλησης' της εργατικής δύναμης, η «μείωση της μέσης αμοιβής ανά απασχολούμενο», όπως τονίζει ο Ηλίας Ιωακείμογλου. Το συγκεκριμένο υπόδειγμα κεφαλαιακής συσσώρευσης, το οποίο περιλαμβάνει και την 'μικρή' εργοδοσία, νοηματοδοτεί και νοηματοδοτείται από την διαμόρφωση όρων και προϋποθέσεων ανάδυσης και επιτέλεσης του κοινωνικού-ταξικού μοντέλου του άμεσα 'απλήρωτου εργαζόμενου', υπο-κατηγορία του 'εργαζόμενου-φτωχού'.
Η σε είδος καταβολή των ωρών υπερωριακής απασχόλησης, δύναται να αποτελέσει πλαίσιο παραγωγικής-εργατικής μεταβολής, να φέρει παραμέτρους εκ-πλήρωσης ενός minimun, υλικής και μη, παραγωγικότητας από πλευράς εργαζόμενου. Στην Ουγγρική περίπτωση, σημασιοδοτείται εκ νέου, πραγμολογικά, χωρικά, κοινωνικά-ταξικά, η ανάλυση του Pierre Macherey: «ο καπιταλιστής πληρώνει με τον μισθό την εργασιακή δύναμη ως προς αυτό που είναι «ήδη» ως Arbeitskraft, επιφυλασσόμενος του δικαιώματος να τη χρησιμοποιήσει ως αυτό που δεν «είναι ακόμη», ως Αrbeitsvermogen, την οποία, για να θέσει σε λειτουργία, προτίθεται να διαπλάσει κατά το δοκούν».
Στον Ουγγρικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, δύναται να τεθεί σε λειτουργία η ιδιαίτερη και Μαρξικής χροιάς, 'Arbeitsvermogen', είτε ως 'απλήρωτη' υπερωριακή εργασία είτε ως σταθμισμένη από παράγοντες βιωσιμότητας της επιχείρησης.
Η συγκεκριμένη προθεσιακότητα, 'συν-διαλέγεται' με την τροπικότητα μίας περαιτέρω συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της εκτελεστικής εξουσίας, εις βάρος της τυπολογικής και ουσιαστικής διάκρισης των εξουσιών, με την ανα-πλαισίωση του κρατικού-εκτελεστικού ή του εκτελεστικού ως του 'μοναδικά θεσμικού', εκεί όπου δομείται η 'άρχουσα αυτοτέλεια' της εκτελεστικής εξουσίας, καθώς και η ανα-δόμηση της δικαστικής εξουσίας (ο υπουργός Δικαιοσύνης προσλαμβάνει το δικό του ‘ανατρεπτικό δικαίωμα’, μετασχηματιζόμενος σε ‘υπερ-υπουργό’ άμεσα υπόλογο μόνο στον πρωθυπουργό της χώρας), σε 'στρατηγικό συμπλήρωμα, με την υποβάθμιση του κράτους δικαίου να λαμβάνει συνεχώς 'σάρκα και οστά', αφήνοντας 'ίχνη' ενός 'θεσμίζειν' που εκθέτει μορφές 'κυβερνολογικής', ενός 'αυταρχικού κρατισμού' που εννοιολογεί εκ νέου την εμμένεια του 'δικαιώματος' ωσάν ίδια και 'άλλη' ολιγαρχική 'προνομία'.
Υπό αυτό το πρίσμα, συντελείται η διαδικασία αυτού που ο Νίκος Πουλαντζάς, αναφερόμενος στη μορφή 'Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης', ορίζει ως «αυστηρό έλεγχο του συνόλου του κρατικού μηχανισμού από έναν κλάδο ή ένα μηχανισμό».
Οι σύνθετες κοινωνικές-πολιτικές αντιφάσεις και αντινομίες καθίστανται ευδιάκριτες στην Ουγγαρία της προσίδιας παροντικότητας, με το κοινωνικό κίνημα που έχει συγκροτηθεί, εκτατικό και 'κινησιολογικό' διαμέσου των ποικίλων κοινωνικών-πολιτικών του αναφορών, να διεκδικεί δια-μφισβητώντας και επαναπροσδιορίζοντας τον δημόσιο χώρο. H κοινωνική και πολιτική κινητοποίηση στην Ουγγαρία διαπερνάται από στρατηγικές επανεπινόησης του δημόσιου χώρου ως πεδίου άμεσης διαβούλευσης, 'εγγίζοντας' αυτό που ο Charles Tilly, μελετώντας την συνάφεια εκδημοκρατισμού και κοινωνικών κινημάτων, αναφέρει ως «άμεσο εκδημοκρατισμό της δημόσιας πολιτικής γενικεύοντας και εξισώνοντας τη συλλογική πολιτική συμμετοχή» στη χώρα.
Δίπλα στην έννοια της και οικειοποίησης του Δημοκρατικού (η Δημοκρατία 'πλήττεται' 'εκ των έσω') προτάγματος ενώπιον και εναντίον σε ό,τι προσδιορίζεται ως Ορμπανικού πολιτικού τύπου, 'αυταρχισμός', ενσκήπτει η πολιτική κινητοποίηση ως κατηγορία και διάσταση ανα-δόμησης του Πολιτειακού συμβολαίου, κινητοποίηση που δύναται να καταστεί αντιληπτή ως 'τέχνη του πραγματικού'.
Βλέπε σχετικά, Ξενάκη Κίττυ, ‘ «Τα Χριστούγεννα θέλω Δημοκρατία». Μεγαλώνει το ποικιλόμορφο κίνημα εναντίον του απολυταρχισμού του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία’, Εφημερίδα ‘Τα Νέα’, 19/12/2018, σελ. 39. Η δεσπόζουσα συνθηματολογία ή, διαφορετικά τιθέμενο, η πολιτική γλώσσα του κοινωνικού κινήματος, αποδίδεται δίκην μίας ‘ευχής’ ενός δυνάμει ‘σωτηριολογικού’ χαρακτήρα που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εγκολπώνεται συν-δηλώσεις του Εορταστικού ‘σημαίνοντος’ (Χριστούγεννα), ‘επιθυμώντας΄(με μία ακριβή ‘ωριμότητα’ που ‘ενώνει’) το ‘υπέρμετρο ‘Δώρο’: την Δημοκρατική θέσμιση που τίθεται δια-γενεακά και διεκδικείται ενώπιον της Ουγγρικής απεικόνισης και ‘ενσάρκωσης’ του ‘Δικτατορικού’ προτύπου: του πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν. Δεν επρόκειτο όμως για την ανάδυση μίας ‘Δικτατορίας’ με τα τυπικά, εξωτερικά γνωρίσματα του όρου, αλλά για την άρθρωση βαθύτερων μετασχηματισμών που επηρεάζουν καταλυτικά την λειτουργία της Δημοκρατικής θέσμισης στην Ουγγαρία. Για αυτόν τον λόγο χρησιμοποιείται η Πουλαντζική έννοια του ‘αυταρχικού κρατισμού’ που συμπεριλαμβάνει βαθυ-δομικές μεταβολές που προσδίδουν ένα ‘νέο’ περιεχόμενο στη Δημοκρατική και ευρύτερα κρατική λειτουργία δίχως την τυπική άρση των εξωτερικών γνωρισμάτων αναγνώρισης μίας Δημοκρατίας και ενός Δημοκρατικού πολιτεύματος.
Ένας νέος «συνασπισμός εξουσίας» διαμεσολαβείται εντός του κράτους, ‘φιλτράρει’ λειτουργίες συγκέντρωσης-συγκεντροποίησης, ‘διαλέγεται’ και ανα-καλεί τον ιδιαίτερο Πουτινικό ‘ολιγαρχισμό’, δεικνύοντας την φορά του ειδικού αστικού μπλοκ-συγκροτήματος εξουσίας.
Ένα από τα ιδιαίτερα στοιχεία που συνθέτουν τον πολιτικό ‘Ορμπανισμό’ καθίσταται η εμπρόθετη κίνηση συγκρότησης μίας δημοσιογραφικής ‘μονοφωνίας’ δια της συγκέντρωσης του ελέγχου των περισσότερων συγκροτημάτων τύπου σε επιχειρηματικά μπλοκ που ‘συν-διαλέγονται’ διαρκώς με τα όρια, τον πολιτικό-ιδεολογικό λόγο και τις ασκούμενες πολιτικές της κυβέρνησης Ορμπάν, τείνοντας προς την διαμόρφωση όρων μίας δημοσιογραφικής ‘μονο-κρατορίας’ που φέρει την είδηση ως ‘αξιωματική μαρτυρία’ του ‘αρχηγού της κυβερνήσεως’, και που δεν εκ-φεύγει των εκφάνσεων της ελευθερίας του λόγου και της δυνατοτήτων επιβολής μίας προληπτικής, εκούσιας ή ακούσιας, δημοσιογραφικής αυτο-λογοκρισίας. Ο Χριστόφορος Αργυρόπουλος αναφέρει πως «η πραγματική εξουσιαστική ηγεμονία (….) συγκροτείται από τον παντεπόπτη-κράτος, με τους λογής λογής ιδεολογικούς μηχανισμούς του και τη θριαμβεύουσα κοινωνική πλειοψηφία». Το Ουγγρικό ‘κράτος-παντεπόπτης’ ανα-πλαισιώνει την δράση του, υπερ-προσδιορίζοντας τις ‘επιθυμίες’ της «κοινωνικής πλειοψηφίας». Αναφέρεται στο: Χριστόπουλος Δημήτρης, ‘Εισαγωγή. Λογοκρισία και Δικαιώματα: Από τα σκίτσα του Μωάμεθ στην ελληνική βλασφημία’, στο: Ζιώγας Γιάννης, Καραμπίνης Λεωνίδας, Σταυρακάκης Γιάννης & Χριστόπουλος Δημήτρης, (επιμ.), ‘Όψεις Λογοκρισίας στην Ελλάδα’, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 2008, σελ. 85-86. Για τις επί τα χείρω μεταβολές στο πεδίο της ελευθερίας της έκφρασης και του τύπου στην Ουγγαρία, για τον χρωματικό επι-καθορισμό της ενημέρωσης και της πληροφορίας, για τις επιδόσεις της Ουγγαρίας στο πεδίο της ελευθεροτυπίας και της άσκησης της, διάβαζε, Μοσχολιού Τζίνα, ‘Κακές Ειδήσεις για την ελευθερία του τύπου’, Εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο’, 22-23/12/2018, σελ. 6-7.
Βλέπε σχετικά, ‘ «Τα Χριστούγεννα θέλω Δημοκρατία». Μεγαλώνει το ποικιλόμορφο κίνημα εναντίον του απολυταρχισμού του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία…ό.π.
Βλέπε σχετικά, ‘ «Τα Χριστούγεννα θέλω Δημοκρατία». Μεγαλώνει το ποικιλόμορφο κίνημα εναντίον του απολυταρχισμού του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία…ό.π.
Βλέπε σχετικά, Λούξεμπουργκ Ρόζα, ‘Η αλληλεπίδραση του οικονομικού με τον πολιτικό αγώνα’, Μετάφραση: Πίττας Γιώργος, Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα, 2014, σελ. 59-73. Η οικονομικο-πολιτική δια-πάλη της Ρόζας Λούξεμπουργκ καθίσταται δια-πάλη εμπλόκισης και διαμόρφωσης όρων επιτέλεσης πάνω στον άξονα των αστικών-κεφαλαιοκρατικών αντιφάσεων.
Βλέπε σχετικά, Καστοριάδης Κορνήλιος, ‘Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας’, Μετάφραση: Σπαντιδάκη Γιούλη, Σπαντιδάκης Κώστας & Χαλικιάς Σωτήρης, Επιμέλεια Μετάφρασης: Σπαντιδάκης Κώστας, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1978, σελ. 512. Η Καστοριαδική έννοια της «ριζικής φαντασιακής σημασίας» αναδεικνύει το κοινωνιο-οντολογικό υπόστρωμα μίας «ριζικής» αυτο-θέσμισης της κοινωνικής ολότητας και του κοινωνικού-ιστορικού, προσομοιάζει στο φαντασιακό ως ‘ενεργείν’, ως πρακτική δυνατότητα μεταξύ ‘λέγειν’ και ‘τεύχειν’, ‘αυτόνομο’ όσο και ενταγμένο εντός των συγκεκριμένων εννοιών. Η συγκεκριμένη και σημαντική Καστοριαδική έννοια δεν ‘κατασκευάζει’ απλά το κοινωνικό πεδίο, αλλά και εκ-φέρεται, αναπαράγεται ως διαφορικό ‘είναι-γίγνεσθαι’ ενός κοινωνικού πεδίου που συνιστά ιστορία την στιγμή της παραγωγής ‘έργου’: φαντασία και αξίωση της φαντασίας, της σημασίας που υπαινίσσεται τον ίδιο ‘εαυτό’ της.
Βλέπε σχετικά, Σακελλαρόπουλος Σπύρος & Σωτήρης Παναγιώτης, ‘Αναδιάρθρωση & Εκσυγχρονισμός. Κοινωνικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί στην Ελλάδα της δεκαετίας του 90’, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2004, σελ. 113. Η ως άνω πρόθεση μεταβολής των εργασιακών σχέσεων στην χώρα της Ανατολικής Ευρώπης, αποτελεί «μία προσπάθεια για επιδείνωση των όρων εργασίας», διάσταση που υπεισέρχεται στον πυρήνα της όλης κοινωνικής-ταξικής σχεσιακότητας για να αναδείξει έντονα την και τις τάσεις δυνητικής μεταβολής των όρων αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης που παραμένει εμμενής στο προϋποτιθέμενο: ο Κεφαλαιοκρατικός Τρόπος Παραγωγής (ΚΤΠ) ως διεύρυνση. Εάν επιχειρήσουμε μία ευρύτερη αναλυτική-κριτική θεώρηση, θα αναφέρουμε πως οι μετασχηματισμοί που συντελούνται σε επίπεδο εργασιακών σχέσεων και Κεφαλαιοκρατικού Τρόπου Παραγωγής, ‘εδαφοποιούν’ την κατάτμηση της αγοράς εργασίας και της ίδιας της εργατικής τάξης-κοινωνικού μπλοκ, την ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας που τείνει στην επισφάλεια της ‘μη-θέσης’, την εναλλαγή απόσπασης ‘σχετικής’ και ‘απόλυτης’ υπεραξίας, την ψηφιακή διάσταση της ‘εκμετάλλευσης-αξιοποίησης’ της γνώσης, διάσταση που εμπλέκει και κρατικούς φορείς.
Βλέπε σχετικά, Σακελλαρόπουλος Σπύρος & Σωτήρης Παναγιώτης, ‘Αναδιάρθρωση & Εκσυγχρονισμός. Κοινωνικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί στην Ελλάδα της δεκαετίας του 90…..ό.π., σελ. 113.
Η ‘ανταγωνιστικότητα’ με όλους τους συμβολισμούς που επι-φέρει αποτελεί την ‘νέα μητρική γλώσσα’ της σημερινής εποχής.
Βλέπε σχετικά, Ιωακείμογλου Ηλίας, ‘Αναδιάρθρωση και διεθνής εξειδίκευση της ελληνικής βιομηχανίας’, ‘Ινστιτούτο Εργασίας’ της ‘Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος’, (ΓΣΕΕ), 1998, σελ. 24.
H διεθνική τάση συσσώρευσης κεφαλαίου («ολικός καπιταλισμός»), φέρει τα χαρακτηριστικά αυτού ο David Harvey, αποκαλεί ως «διαδικασία συσσώρευσης μέσω της αποστέρησης» (accumulation by dispossession). Βλέπε σχετικά, Harvey David, ‘The new imperialism: Accumulation by dispossession’, Socialist Register, 2004, σελ. 63-87.
Βλέπε σχετικά, Macherey Pierre, Φουκώ & Μαρξ: Το παραγωγικό υποκείμενο’, Μετάφραση: Μπέτζελος Τάσος, Εκδόσεις Εκτός Γραμμής, Αθήνα, 2014, σελ. 46.
Το Ουγγρικό υπόδειγμα ενός ‘αυταρχικού κρατισμού’, προβαίνει στη σύζευξη δύο ιδιαζόντων χαρακτηριστικών που συνθέτουν έναν ‘αυταρχικό κρατισμό’, όπως τους προσδιορίζει ο Χρήστος Μπουκάλας: από την μία πλευρά, «την μεταφορά εξουσίας από το νομοθετικό στο εκτελεστικό επίπεδο και συγκέντρωση της εντός του τελευταίου- μεταξύ υπουργικού συμβουλίου και πρωθυπουργικού γραφείου (ή προεδρίας)», και, από την άλλη πλευρά, τον «μαρασμό του κράτους δικαίου και του γενικού-καθολικού χαρακτήρα του νόμου, και άνθηση της κατά περίπτωση και post-hoc νομοθεσίας». Βλέπε σχετικά, Μπουκάλας Χρήστος, ‘Αντιτρομοκρατία και αυταρχικός κρατισμός’, στο: Γολέμης Χάρης & Οικονόμου Ηρακλής, (επιμ.), ‘Ο Πουλαντζάς σήμερα’, Εκδόσεις Νήσος/Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα, 2012, σελ. 219.
Βλέπε σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Φασισμός και Δικτατορία. Η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον Φασισμό’, Μετάφραση: Αγριαντώνη Χριστίνα, Θεώρηση-Επιμέλεια: Ελεφάντης Άγγελος, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς/ Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2006, σελ. 351. Ο Νίκος Πουλαντζάς διακρίνει μεταξύ τύπων ή τυπολογίας κρατών, μεταξύ ‘Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης’ και ανοιχτού φασιστικού κράτους. Στα συμφραζόμενα της ανάλυσης του, το υπόδειγμα του ‘Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης’ προσιδιάζει στην περίπτωση των Στρατιωτικών Δικτατοριών στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, ήτοι στην Πορτογαλία, στην Ισπανία και στην Ελλάδα της ‘Δικτατορίας των Συνταγματαρχών’.
«Κάθε κοινωνία κάνει επίσης να είναι τον δικό της τρόπο αυτο-αλλοίωσης, που μπορούμε επίσης να ονομάσουμε χρονικότητα της- δηλαδή κάνει τον εαυτό της να είναι ως τρόπο του είναι». Το πλέον κρίσιμο στοιχείο αποτελεί η ευρηματικότητα του ρήματος ‘κάνω/κάνει’: η μετατροπή, η ιστορική έως δι-ιστορική ανα-δημιουργία, η κοινωνία που «κάνει τον εαυτό της ως τρόπο του είναι», δηλαδή ως τρόπο ζωής, ‘κάνοντας’. Βλέπε σχετικά, Καστοριάδης Κορνήλιος, ‘Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας…ό.π., σελ. 515.
Η πολιτική-ιδεολογική εναντίωση (από την κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν), στο κίνημα που εκ-διπλώνεται στο δημόσιο χώρο, τείνει να προσλάβει τα χαρακτηριστικά ενός διακριτού συνωμοσιολογικού λόγου που ‘ανα-κατασκευάζει’ την παρουσία και δη την ‘ειδεχθή’ παρουσία του Τζορτζ Σόρος (το συγχρονικό, ‘εχθρικό’ σημαίνον που ‘γεννά’ τον ‘πανικό’), ‘επι-κοινωνεί’ εννοιολογικά με έναν ‘υπόγειο’ λόγο αντισημιτικής χροιάς που φέρει το περίβλημα της Εβραϊκής και ‘πάντα’ παρασκηνιακής δράσης (και ο Σόρος ως Εβραίος δεν ‘θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση’), δημιουργώντας παράλληλα τις όψεις της ‘φορτισμένης’ και ‘ιεραρχικής κατεύθυνσης’: ‘τα κοινωνικά υποκείμενα που δρουν, κατευθύνονται, χρηματοδοτούνται και ενεργούν για λογαριασμό του ‘εχθρού του Ουγγρικού λαού’, Τζορτζ Σόρος’. Το πρόσωπο του Τζορτζ Σόρος νοηματοδοτικά ανα-σημαίνεται υπό το περίγραμμα ενός διάχυτου αντι-ελιτίστικου λόγου ο οποίος και δεικνύει την ‘σκοτεινή δράση’ των οικονομικών ελίτ που ‘αντιστρατεύονται’ τα μνημειώδη συμφέροντα του λαού, του Ουγγρικού λαού εν προκειμένω, και επιτομή των οποίων αποτελεί ο Τζορτζ Σόρος, συναρθρώνει τον λαϊκότροπο και αντι-ελιτίστικο μανιχαϊσμό με το ‘αντι-υλικό’ πλαίσιο της ‘πνευματοκρατίας’ που αποδίδει έμφαση στις ‘απαράγραπτες’ αξίες, στην ηθική συγκρότηση, και στο μείζον εθνικό, χριστιανικό, ευρωπαϊκό ‘πνεύμα’ του Ουγγρικού ‘λαού’ (ο ‘λαός’ ως ‘ιδεατή κατασκευή’).
Ο Στέφανος Καβαλλιεράκης, αναφερόμενος στην ιστορική πραγματεία περί φασισμού του Τζέισον Στάνλεϊ με τίτλο ‘Πως λειτουργεί ο φασισμός’, τονίζει: «Το τρίπτυχο «προπαγάνδα-συκοφαντία για διαφθορά-υπονόμευση Δικαιοσύνης», αφαιρεί το οξυγόνο από τα δημοκρατικά καθεστώτα και τροφοδοτεί την άνοδο και επικράτηση του φασιστικού φαινομένου», χαρακτηρίζοντας ως «εμβληματικά παραδείγματα» ως προς αυτή την διαδικασία, την Ουγγαρία και την Πολωνία. Επρόκειτο για μία ουσιώδη διαδικασία δημοκρατικής ‘απονεύρωσης’ που δύναται να συμβάλλει στη συρρίκνωση του δίπτυχου ‘Κράτος Δικαίου-Δημοκρατικό πρόταγμα’. Δεν θεωρούμε όμως πως η συγκέντρωση-συγκεντροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας, όπως επιτελείται διαμέσου της ‘αποδυνάμωσης’ Δικαιικών θεσμών, συνιστά προπομπό μίας ‘φασιστικοποίησης’, από τα ‘μέσα’ μάλιστα, του κράτους και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Ακόμη και εάν ενυπάρχουν πολιτικές-ιδεολογικές πτυχές που ‘εγγίζουν’ εκφάνσεις του ευρύτερου φασιστικού φαινομένου, το πλαίσιο τίθεται με όρους παγίωσης ή αξιο-θεμελίωσης συγχρονικών μορφών ‘αυταρχικού κρατισμού’ (Νίκος Πουλαντζάς), οι οποίοι και ‘κανονικοποιούνται’ στο περιβάλλον μίας εύθραυστης Ευρώπης. Βλέπε σχετικά, Καβαλλιεράκης Στέφανος, ‘Τζέισον Στάνλεϊ. Η στρατηγική της αράχνης’, Εφημερίδα ‘Τα Νέα’, ‘Βιβλιοδρόμιο’, 4-6/01/2019, σελ. 4.