Όσο βαθαίνουν οι αποκαλύψεις για τα σκάνδαλα, τόσο ξεδιαλύνουν οι πραγματικές αιτίες, που βρίσκονται στη σύμφυση του κράτους και των μηχανισμών του με τα επιχειρηματικά συμφέροντα.Στο κυνήγι του μεγαλύτερου κέρδους και για τη θωράκιση της εξουσίας του, το κεφάλαιο δεν διστάζει μπροστά στο μεγαλύτερο έγκλημα, αξιοποιώντας κάθε «νόμιμο» ... Περισσότερα
Και πάλι για το δίπολο φτώχεια-βία
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
Το κείμενο αφιερώνεται σε όλους όσοι υπέστησαν τον τρόπο «παραδειγματισμού» που επιβάλλει η κρατική-νεοναζιστική βία. Ιδιαίτερα αφιερώνεται στον Αιγύπτιο μετανάστη Ουαλίντ Ταλέμπ, ο οποίος βίωσε και βιώνει τις όψεις της εργοδοτικής βίας και της κρατικής αναλγησίας.
«Επίγραμμα. Καιροί καθώς περνούν Αθέατα φρενάρουν Εκεί που χύνεσαι Κ.Δ Επίγραμμα. Μεγάλωσαν οι μέρες Ξοδεύτηκες Κρυώνει τόπος Γ.Α». (Ηλίας Τσέχος, Επιγράμματα, 2013).
Το «ολικό» πλαίσιο διαχείρισης της βαθιάς οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης συμφύεται οργανικά με την περαιτέρω ισχυροποίηση του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας. Η διαχείριση και η ρύθμιση των πάντα ενεργών «ροών» της οικονομικής κρίσης ισοδυναμεί με την διαδικασία μίας δομικής αναδιανομής του κοινωνικά παραγόμενου προϊόντος προς την πλευρά του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Και λέμε δομική διότι η συγκεκριμένη διαχείριση αίρει τα θεμελιώδη και προσίδια χαρακτηριστικά συγκρότησης της εργατικής τάξης, ενώ, την ίδια στιγμή, «διαχέει» «ροές» ισχύος, εξουσίας και πλούτου προς την πλευρά της κυρίαρχης τάξης.
«Τα στοιχεία για την Ελλάδα καταδεικνύουν πως το 1% ενισχύθηκε την περίοδο της κρίσης. Ειδικότερα, το πλουσιότερο 1% των Ελλήνων κατείχε το 2000 το 54,1% του πλούτου, το 2007 το 48,6% ενώ το 2014 το 56,4%».[1] Η περαιτέρω συγκέντρωση πλούτου προς την πλευρά της κοινωνικής συσσωμάτωσης που «αποκαλείται» κυρίαρχη αστική τάξη ορίζει και προσδιορίζει το «ολικό» περίγραμμα της κυβερνητικής-Μνημονιακής διαχείρισης της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης.
Η συγκέντρωση πλούτου τέμνει κάθετα και οριζόντια το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι, μεταβάλλει ριζικά τον δομικό συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, ενώ, σε αυτό το πλαίσιο «μετασχηματίζει» την δομή ‘κυρίαρχη τάξη’ (ruling class) σε δομή «υπερπροσδιορισμού» της κοινωνικής ολότητας, καθότι την ίδια «χρονική» στιγμή, το μπλοκ των λαϊκών-υποτελών τάξεων αίρει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της δομικής του συγκρότησης στο πεδίο του κοινωνικού. Σε αυτή την περίπτωση, η «μικροεξουσία» της κυρίαρχης τάξης μέσα στους χώρους εργασίας μετασχηματίζεται σε «μεγαεξουσία» που τέμνει και ανατέμνει την κοινωνική δομή.
Και καθώς το άρχον αστικό συγκρότημα διατηρεί τους «αρμούς» της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας, η συγκεκριμένη «μεγαεξουσία» προσλαμβάνει «νέα» και «ποιοτικά» χαρακτηριστικά κοινωνικής ισχύος. Με αυτόν τον τρόπο μεταβάλλονται και οι κοινωνικές συμμαχίες. Νέες κοινωνικές συμμαχίες συγκροτούνται και αποκρυσταλλώνονται, κοινωνικές συμμαχίες που «εγγίζουν» τον «χώρο» του πολιτικού εποικοδομήματος «αναζητώντας» πολιτική εκπροσώπηση.
Η μνημονιακή διαχείριση και η ρύθμιση των ενεργών «ροών» της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης νοηματοδότησε και ανασημασιοδότησε εκ νέου την Μεταπολιτευτική κοινωνική και πολιτική θέσμιση. Το περίφημο και περιβόητο «κοινωνικό συμβόλαιο» (social contract) μεταξύ αστικού και εργατικού μπλοκ έπαψε να ισχύει κοινωνικά. Και αυτό το περίφημο «κοινωνικό συμβόλαιο» προσδιορίστηκε και αποκρυσταλλώθηκε ως «ζώσα» πολιτική πράξη ιδίως την πρώιμη και πρωτόλεια Μεταπολιτευτική περίοδο, εκεί όπου ο συσχετισμός κοινωνικής δύναμης και ισχύος έτεινε να περιλαμβάνει και να ενσωματώνει τα συμφέροντα του μπλοκ των λαϊκών-καταπιεσμένων τάξεων. Πλέον, διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ανάδυση και την δομική αποκρυστάλλωση μίας πραγματικής «ολικής» απόκλισης κοινωνικών συμφερόντων, κάτι που μεταβάλλει ριζικά το πεδίο των κοινωνικών συμμαχιών. Οι συνέπειες της συγκεκριμένης και ταξικής «οργάνωσης» και ρύθμισης των «ροών» της σκιαγραφούνται με ενάργεια στο «χώρο» του κοινωνικού, ήτοι στο «χώρο» αναπαραγωγής της εργατικής τάξης.
Η φτώχεια, η δομική και «ολική» ανεργία, οι ελαστικές μορφές απασχόλησης, καθώς και η επί τα χείρω αναδιαμόρφωση του όλου πλαισίου των εργασιακών σχέσεων νοούνται ως τα ‘νέα’ σημαίνοντα διαμόρφωσης μίας προσίδιας κοινωνικής κανονικότητας και «θεσμικότητας» που περιλαμβάνει και αυταρχικά χαρακτηριστικά. Η δομική φτώχεια εγγράφει τα χαρακτηριστικά μίας αντίστροφης κοινωνικής κίνησης η οποία τείνει να «αποκόπτει» από το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και στρώματα, ενώ επίσης, ως κίνηση αντίστροφης φοράς, οργανώνει το πλαίσιο της διευρυμένης αναπαραγωγής του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας.
Η φτώχεια λειτουργεί ως ένα αντεστραμμένο κοινωνικό είδωλο: Από την μία πλευρά νοείται ως εργατική «απώλεια», ως άρση του νοήματος της πλέριας και «ολικής» ζωής. Από την άλλη πλευρά, νοείται και προσδιορίζεται ως αστικός πλούτος, ως αναδιανομή ισχύος προς την πλευρά του αστικού συνασπισμού εξουσίας, κάτι που δύναται να μεταβάλλει ριζικά τους όρους παρουσίας των κοινωνικών τάξεων στο κοινωνικό αλλά και πολιτικό εποικοδόμημα. Η δομική φτώχεια συμφύεται οργανικά με την άσκηση λεκτικής και σωματικής βίας, μίας προσίδιας μορφής βίας που διαχέεται στο πεδίο της κοινωνικής «εκφοράς».
Η βία που ασκείται εις βάρος του εργατικού μπλοκ καθώς και η φτώχεια που μεταβάλλει την μορφή συγκρότησης της εργατικής τάξης, διαμορφώνουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για την αποκρυστάλλωση των συνθηκών μίας «ολικής» κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής περιθωριοποίησης των λαϊκών-εργατικών στρωμάτων. Ο περιώνυμος ‘αυταρχικός κρατισμός’ που έχει αναδυθεί την περίοδο της οικονομικής κρίσης, εδράζεται πάνω στο ταυτοτικό δίπολο φτώχεια-βία. Η περίκλειστη μορφή του ‘αυταρχικού κρατισμού’ αφενός μεν εγγράφει τα χαρακτηριστικά της άσκησης κρατικής βίας, αφετέρου δε ενσωματώνει τα στοιχεία της δομικής άρθρωσης της φτώχειας, ήτοι τα στοιχεία της κοινωνικής περιθωριοποίησης.
Και η βία που αρθρώνεται στο πεδίο του κοινωνικού ως «μονάδα» επιβολής και εμπέδωσης της αυταρχικής κανονικότητας λαμβάνει και τα χαρακτηριστικά άρθρωσης και «εκφοράς» της νεοναζιστικής βίας, δηλαδή της βίας που ασκούσε και ασκεί ακόμη το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής. Και η λεκτική και σωματική βία που ασκούσε το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής ενσωματώθηκε οργανικά και αρμονικά στο «ολικό» πλαίσιο άσκησης της κρατικής βίας. Οι παραπάνω μορφές προσίδιας άσκησης βίας στράφηκαν εναντίον της εργατικής σφαίρας, εναντίον των μεταναστών και των μελών αριστερών συλλογικοτήτων. Και αυτή η μορφή βίας ορίζει την αυξημένη παρουσία του κράτους στην κοινωνική ολότητα. Στα σώματα των μεταναστών και των εργαζομένων αποκρυσταλλώθηκε το ταυτοτικό δίπολο φτώχεια-βία, μία αποκρυστάλλωση που νοείται αφενός μεν ως εμπέδωση και επιβολή του αυταρχικού «όλου», αφετέρου δε νοείται ως «περιτύλιγμα» και επιδίωξη εκμηδένισης της εργατικής δύναμης.
«Η βία, «σπειροειδούς» ή «κυκλικής» μορφής, απαλλαγμένη από κάθε επιθετικό προσδιορισμό, αποκτά χαρακτήρα μεταφυσικής οντότητας για τον κυρίαρχο λόγο περί τρομοκρατίας και ασφάλειας. Άπαντες περιμένουν από αυτή την ιεροποιημένη συναίνεση που επικαλείται την ηθική, το δίκαιο και τη θρησκεία, να συγκαλύψει την πραγματική βία, που είναι σύμφυτη στις κοινωνικές σχέσεις του συστήματος».[2]
Και αυτή η «πραγματική βία» ορίζει και προσδιορίζει το κρατικό προτσές κίνησης στην Ελλάδα της βαθιάς και οξυμένης οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης, εκεί όπου η εκφορά και η «κίνηση» της νεοναζιστικής βίας νοείται ως τρόπος «αποκοπής» από το πεδίο του κοινωνικού εκείνων των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων που δεν «ανήκουν» στο «υγιές» εθνικό κανονιστικό πρότυπο. Και η λεκτική και σωματική βία που άσκησε το νεοναζιστικό μόρφωμα διεκδίκησε την «εμβάπτιση» του μέσω της λαϊκής ψήφου.
Ο Νίκος Πουλαντζάς μας προσέφερε έναν εξαιρετικό ορισμό της ταξικής «φύσης» του ναζισμού: «Απ’ την άλλη πλευρά δεν θα έπρεπε να ξεχνάμε, ότι το ναζιστικό Κράτος, όντας στην υπηρεσία των μονοπωλίων, αντιστοιχούσε σε μια περίοδο ιδιαίτερα έντονης κρίσης της ιδιαίτερης πολιτικής οργάνωσης της ίδιας της αστικής τάξης».[3]
Η «δράση» και η παρουσία της Χρυσής Αυγής ισοδυναμεί με την επιδίωξη μίας δομικής «σταθεροποίησης» της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης. Απαιτείται συστηματική και καθημερινή προσπάθεια από πλευράς της εργατικής τάξης, ώστε να αρθούν οι όροι συγκρότησης της ταυτοτικής σύζευξης φτώχεια-βία.
[1] Βλ.σχετικά, ‘Το 1% των Ελλήνων κατέχει το 56% του πλούτου της χώρας’, TVXS, 15/10/2014, tvxs.gr/news.