Κυριακή, 26 Απρ, 2026

  • ΚΚΕ: Οι συμφωνίες Μητσοτάκη και Μακρόν έχουν πυξίδα τα κέρδη των μονοπωλίων ενώ μπλέκουν βαθύτερα τη χώρα στους πολέμους
  • O τζόγος είναι σύμπτωμα σήψης και παρακμής της καπιταλιστικής κοινωνίας
  • Ο Ν. Δένδιας αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο συμμετοχής σε στρατιωτική δύναμη στα Στενά του Ορμούζ
  • Επίσκεψη Μακρόν στην Ελλάδα: «Υπαρξιακής σημασίας» αποφάσεις για την ενίσχυση της πολεμικής εμπλοκής
  • Ανακοίνωση , Κάλεσμα στις απεργιακές συγκεντρώσεις της Εργατικής Πρωτομαγιά
  •  Εκλογοαπολογιστική Συνέλευση και Εκλογές της ΠΕΣΕΚ
ΚΚΕ: Οι συμφωνίες Μητσοτάκη και Μακρόν έχουν πυξίδα τα κέρδη των μονοπωλίων ενώ μπλέκουν βαθύτερα τη χώρα στους πολέμους1 O τζόγος είναι σύμπτωμα σήψης και παρακμής της καπιταλιστικής κοινωνίας2 Ο Ν. Δένδιας αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο συμμετοχής σε στρατιωτική δύναμη στα Στενά του Ορμούζ3 Επίσκεψη Μακρόν στην Ελλάδα: «Υπαρξιακής σημασίας» αποφάσεις για την ενίσχυση της πολεμικής εμπλοκής4 Ανακοίνωση , Κάλεσμα στις απεργιακές συγκεντρώσεις της Εργατικής Πρωτομαγιά5  Εκλογοαπολογιστική Συνέλευση και Εκλογές της ΠΕΣΕΚ6

Το Σχόλιο της Ημέρας

Διαθέσιμο το ντοκιμαντέρ στο κανάλι της ΚΝΕ στο YouTube

Διαθέσιμο είναι από την Παρασκευή 24 Απρίλη το ντοκιμαντέρ - αφιέρωμα στους 200 κομμουνιστές της Καισαριανής στο κανάλι της ΚΝΕ στο YouTube. Πρόκειται για μια δουλειά που δεν περιορίζεται σε μια τυπική ιστορική αναδρομή, αλλά επιχειρεί να αποδώσει με ζωντανό και άμεσο τρόπο το βάρος και το περιεχόμενο της θυσίας της Πρωτομαγιάς το... Περισσότερα

Εξ ιδίων τα βέλη;

από Η Άλλη Άποψη
Εξ ιδίων τα βέλη;

Διαβάστε το άρθρο αυτό στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19/9 (με πολλούς αποδέκτες) σχετικά με τον πρωθυπουργό της χώρας:

"Γιατί τόσοι άνθρωποι νιώθουν να αντιπαθούν τον πρωθυπουργό προσωπικά;

Δεν πρόκειται για πολιτική αντιπάθεια ούτε για απόρριψη με βάση ηγετικά χαρακτηριστικά. Αυτό συνέβαινε πάντοτε. Ολοι οι ηγέτες είχαν τους οπαδούς και τους ορκισμένους εχθρούς τους. Πρόκειται για εκδηλώσεις συναισθημάτων που επιτίθενται στο ίδιο το πρόσωπο του πολιτικού, στο ύφος και την αισθητική του.

Κι αυτά πάντοτε υπήρχαν. Το φαινόμενο όμως πήρε διαστάσεις τελευταίως και συζητήθηκε δημόσια λόγω του έντονου «αθυρόστομου» χαρακτήρα των συνθημάτων που εκφέρονται εναντίον του Μητσοτάκη και δικαίως θεωρούνται απαράδεκτα. Ασυνήθιστο, αναμφίβολα, για τα πολιτικά ήθη της χώρας. Εως πρόσφατα, ακόμη και οι πιο σκληρές αποδοκιμασίες εναντίον των πολιτικών, δεν στόχευαν στα πρόσωπα αυτά καθαυτά. Ακόμη και οι κρεμάλες των αγανακτισμένων ή το διαβόητο σύνθημα «να καεί, να καεί… η Βουλή» είχαν πολιτική στόχευση, δεν αφορούσαν κάποιον προσωπικά.

Μερικοί αποδίδουν το φαινόμενο στη δυναμική των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που μεταδίδουν έναν επιθετικό και γεμάτο φανατισμό και εμπάθεια λόγο. Αλλοι το ερμηνεύουν ως εκδήλωση οργής φανατικών ανθρώπων, που δεν αισθάνονται πως ακούγεται η φωνή τους από τα παραδοσιακά ΜΜΕ, τα οποία «λιβανίζουν» την κυβέρνηση. Τέλος, πολλοί θεωρούν υπεύθυνη της οργής την ασφυξία που προκάλεσε, κυρίως στους νέους, η πανδημία.

Δεν παραγνωρίζω τη σημασία των παραπάνω παραγόντων. Ομως, ίσως υπάρχει μια πιο βαθιά, ταξικού χαρακτήρα αιτία, που συνδέεται με το πώς προσλαμβάνεται το κοινωνικό προφίλ του πρωθυπουργού από ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, κυρίως τους πιο «καθημερινούς» ανθρώπους.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο πρώτος Ελληνας πρωθυπουργός, τόσο έκδηλα εκφραστής των αξιών, του τρόπου ζωής και της αισθητικής μιας παγκοσμιοποιημένης φιλελεύθερης ελίτ. Πολιτικός κληρονόμος, με περιουσία πολύ πάνω από τον μέσο όρο και σπουδές, ο ίδιος και η οικογένεια του, σε ιδιωτικά σχολεία και σε ελίτ αμερικανικά πανεπιστήμια, συνιστά έναν σύγχρονο πρίγκιπα. Προβάλλει ένα συγκεκριμένο κοινωνικό ύφος, που παραπέμπει στο «γκλάμουρ» ισχυρών και διεθνώς προβεβλημένων πολιτικών οικογενειών.

Σε σχέση με προηγούμενα χρόνια η διαφορά είναι εμφανής, καθώς οι πολιτικές ηγεσίες της μεταπολίτευσης, δεξιές και αριστερές, παρέπεμπαν περισσότερο σε μια εθνική και όχι υπερεθνική ελίτ.

Στη Δεξιά, μάλιστα, οι ηγέτες της φρόντιζαν να υπερτονίζουν τα χαρακτηριστικά της «βαθιάς Ελλάδας», που οι ίδιοι προσωπικά διέθεταν. Η σερραϊκή προφορά του Καραμανλή, για παράδειγμα, η γκλίτσα του Αβέρωφ, οι κρητικοί τρόποι του Κώστα Μητσοτάκη, ή το φιλικό και χαλαρό «σαλονικιώτικο» ύφος –αν και μη Σαλονικιός– του νεότερου Καραμανλή, αναδείκνυαν ένα ύφος αναγνωρίσιμο, οικείο σε όλα τα τμήματα του εθνικού ακροατηρίου.

Συνδυάζοντας νεωτερικά και παραδοσιακά στοιχεία στο στυλ και την αισθητική τους, οι ηγέτες της μεταπολίτευσης επέτρεπαν και στα πιο «προχωρημένα» και στα πιο παραδοσιακά κομμάτια της κοινωνίας να συνδέονται φαντασιακά μαζί τους. Ακόμη κι ο Ανδρέας Παπανδρέου, αναμφίβολα ο πιο κοσμοπολίτης Ελληνας πολιτικός ηγέτης, συνειδητά υποβάθμιζε αυτή τη διάσταση της προσωπικότητάς του προς όφελος μιας πιο λαϊκής εκδοχής της.

Στην περίπτωση του σημερινού πρωθυπουργού αυτή η έγνοια να εκφράζει αισθητικά και ως τρόπο ζωής το σύνολο της χώρας δεν φαίνεται να υφίσταται. Ο Μητσοτάκης υποστηρίζει «ακομπλεξάριστα» ένα συγκεκριμένο στυλ, είναι ο εαυτός του. Κάπως έτσι, όμως, το κοινωνικό υπόβαθρο του Μητσοτάκη έγινε πολιτικό ζήτημα, δηλαδή στοιχείο της δημόσιας αντιπαράθεσης.

Ενα τμήμα της κοινωνίας, όχι μόνο το πιο κοσμοπολίτικο ή το πιο εύπορο και κοινωνικά ισχυρό, ενθουσιάζεται με το στυλ του πρωθυπουργού. Θεωρεί πως επιτέλους η χώρα έχει στο τιμόνι έναν μοντέρνο άνθρωπο, τεχνοκράτη, ο οποίος εκφράζει την κοινωνική καταξίωση και τον δυτικό κοσμοπολιτισμό. Αντίθετα, οι αμέσως προηγούμενοι, με τα κακά αγγλικά τους και την «μπολσεβίκικη» ξύλινη γλώσσα τους γίνονται αντιληπτοί, από αυτόν τον κόσμο, ως απαίδευτοι ερασιτέχνες. Ο ίδιος μάλιστα ο Μητσοτάκης, θέλοντας προφανώς να ενισχύσει αυτές τις πεποιθήσεις, δήλωσε προσφάτως πως τον χωρίζει «πολιτιστικό χάσμα» με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Στην αντίπερα όχθη, πάλι, αρκετοί ενοχλούνται. Αντιλαμβάνονται το πρωθυπουργικό στυλ ως έκφραση της ισχύος και της αλαζονείας μιας πλούσιας ελίτ, που αγνοεί πώς οι ζουν οι κανονικοί άνθρωποι.

Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως το επικοινωνιακό επιτελείο του πρωθυπουργού αντισταθμίζει το έλλειμμα λαϊκότητας του Μητσοτάκη με άλλες στρατηγικές. Απολύτως θεμιτό και προς το παρόν αποτελεσματικό. Μου φαίνεται όμως ανεπίτρεπτο, ο πρωθυπουργός να είναι ανεκτικός έναντι της ρατσιστικής Ακροδεξιάς προκειμένου να μη χάσει ένα ακροατήριο που ο ίδιος προσωπικά δεν έχει τίποτε το κοινό με αυτό και ούτε θα επιθυμούσε να έχει. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.
 
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

 

Έχει διαβαστεί 639 φορές

Σχόλια

  • Δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το άρθρο.
 
Παρακαλώ περιμένετε...

Δεν σας επιτρέπεται η υποβολή σχολίων. Παρακαλούμε συνδεθείτε.

Αναζήτηση

Γλυκιά γιασεμιά μου

advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement

Με ένα κλικ στο κανάλι μας στο Yutube!

advertisement

Το βιβλιοχαρτοπωλείο «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ» κοντά σας με υπηρεσία Delivery!

advertisement

Ημερολόγιο

Ποιός είναι online

Έχουμε online 352 επισκέπτες και 0 μέλη.