Δεν πέρασε πολύς καιρός από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης με αφορμή την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2026 και το κλίμα ευφορίας που καλλιεργούσε πριν τρεις βδομάδες για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Μόλις σε λίγους μήνες αποδείχθηκε πόσο άνθρακας ήταν ο θησαυρός, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο επίσημος πληθωρισμός σε ... Περισσότερα
Δρακομπαλόνια!
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει η Ελένη Καραγιάννη
Δεν ήθελε να πάει σχολείο. Κάτω απ’ το ζεστό πάπλωμα διάλεγε
με προσοχή τις δικαιολογίες που θα αράδιαζε στη μαμά της. Θα την έπειθε άραγε
το « πονάει το κεφάλι μου»;Ή μήπως
καλύτερα το « πονάει η κοιλιά μου»; Είναι άδικο σκεφτόταν τα μεγάλα παιδιά να
μένουν σπίτι και μόνο οι μικροί να πηγαίνουν σχολείο. Γιατί, δηλαδή, αυτοί δεν
κινδυνεύουν να κολλήσουν από τον ιό που μοιάζει με κορώνα και τον λένε
κορωνοϊό; Βράζοντας από θυμό στριφογύριζε στο κρεβάτι όταν άκουσε ένα θόρυβο.
Σαν κάποιος να πετούσε πετραδάκια στο παράθυρό της. Ανόρεχτα ξεπρόβαλε το
αναμαλλιασμένο κεφαλάκι της απ’ τα στρώματα. Τι ήταν αυτό που την κοιτούσε με
τις ματάρες του πίσω από τα τζάμια τα σκεπασμένα με τις χοντρές στάλες της
βροχής;Ένας δράκος!!! Μα πώς ήταν
δυνατόν; Νεράιδες και δράκοι υπάρχουν μόνο στα παραμύθια!
Κι όμως ο δράκος ήταν αληθινός, πολύ αληθινός. Μ’ ένα ζωηρό
τίναγμα του κεφαλιού άνοιξε το παράθυρο και την προσκάλεσε:«Άντε, υπναρού! Ώρα για τη βόλτα μας».
Υπνωτισμένη από τη φωνή του δράκου ούτε που κατάλαβε πώς βρέθηκε στην πλάτη
του. Ολόμαυρος με γυαλιστερές γκρι και μπλε κηλίδες σαν βεντάλια ξεδίπλωσε τις
φτερούγες του και χύθηκε στον αιθέρα. Η βροχή είχε σταματήσει και οι κεχριμπαρένιες
αχτίνες του ήλιου μαζί με την ανάσα του δράκου ζέσταιναν το λαιμό της. Τα
μαλακά σαν βαμβάκι ζαχαρένια άσπρα σύννεφα του ουρανού τής θύμιζαν «μαλλί της
γριάς». Ο κόσμος κάτω από τα πόδια της μια σταλιά. Τι όμορφα που ήταν από εκεί
ψηλά! Δαντελωτές σμαραγδένιες ακτές, καφετί ορεινοί όγκοι, καταπράσινα δάση,
χρυσοκίτρινοι κάμποι. Αγκαλιάζοντας σφιχτά το λαιμό του δράκου άνοιξε διάπλατα
τα μάτια της για να χωρέσουν τα χρώματα όλα!
Πάνω απ’ την πόλη όμως βασίλευε σκοτάδι και ερημιά. Στους
δρόμους κυκλοφορούσαν λιγοστά αυτοκίνητα και άνθρωποι μοναχικοί, αμίλητοι, με
μάσκα στο πρόσωπο. Ο δράκος με τη λεπτή, μακριά και διχαλωτή του γλώσσα γεύτηκε
τον αέρα και μονολόγησε: «Αρρώστια». Τότε μέσα από την κοιλιά του ζώου
ακούστηκε ένας υπόκωφος κρότος. Σαν μουγκρητό που ταράζει συθέμελα ένα
τεράστιο, πεινασμένο στομάχι. Ο δράκος άρχισε να ξερνά απ’ το ρύγχος και τα
ρουθούνια στρογγυλά πολύχρωμα μπαλόνια.
Η πόλη σκεπάστηκε με
άσπρα, κόκκινα, μπλε, μωβ, κίτρινα, πράσινα και πορτοκαλί μπαλόνια. Το σκοτάδι
νικήθηκε κι εξαφανίστηκε. Οι δρόμοι γέμισαν ανθρώπους. Χαρούμενοι και
χαμογελαστοί αγκάλιαζαν και φιλούσαν ο ένας τον άλλο χωρίς μάσκα. Στο πάρκο τα
παιδιά έπαιζαν ανέμελα. Κάποια τάιζαν τις πάπιες που βόλταραν γαλήνιες στη
λιμνούλα. Στο κέντρο της πλατείας έστηναν ένα τεράστιο καρουζέλ. Γιορτή
ετοίμαζαν.Μικροί, μεγάλοι κυνηγούσαν τα
μπαλόνια του δράκου. Όλοι ήθελαν να αποκτήσουν από ένα. Κάτι μαγικό πρέπει να
είχαν αυτά τα μπαλόνια. Ακόμη και οι δρόμοι φαίνονταν διαφορετικοί. Καθαροί,
χωρίς σκουπίδια με πολλά ποδήλατα που κουδούνιζαν παιχνιδιάρικα όταν
συναντούσαν το ένατο άλλο.
H μαμά της τη σκούντησε γλυκά και τρυφερά: «Ώρα για το σχολείο, καλή
μου!». Πετάχτηκε. Όνειρο ήταν; Πού πήγε ο δράκος της; Άφησε αδιαμαρτύρητα τη
ζεστασιά του κρεβατιού της. Ετοιμάστηκε γρήγορα κι έτρεξε να βρει τους
συμμαθητές της. Βιαζόταν τόσο να τους πει για τον δράκο και τα μαγικά,
θεραπευτικά του μπαλόνια. Χαμογελούσε κάτω από τη μάσκα κι ένιωθε τη ματιά του
δράκου προστατευτική σε κάθε της βήμα!