Δεν πέρασε πολύς καιρός από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης με αφορμή την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2026 και το κλίμα ευφορίας που καλλιεργούσε πριν τρεις βδομάδες για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Μόλις σε λίγους μήνες αποδείχθηκε πόσο άνθρακας ήταν ο θησαυρός, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο επίσημος πληθωρισμός σε ... Περισσότερα
ΔΙΗΓΗΜΑ:Τα SMS… (Μία ερωτική ιστορία)
από Η Άλλη Άποψη
Διήγημα του Αλέκου Χατζηκώστα
«Χαίρομαι που με θυμάσαι ακόμη»
Η φωτεινή οθόνη του κινητού του καθώς κοίταζε το πρώτο μήνυμα της, τον γύρισε τρία χρόνια πίσω. Όταν βγαίνοντας από το Μετρό στο Σύνταγμα τη συνάντησε για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια. Τη φώναξε με τ’ όνομα της. Γύρισε, του χαμογέλασε, σημάδι ότι τον αναγνώρισε.
Την πλησίασε, έσκυψε, τη φίλησε και κοκκινίζοντας τη γνώρισε στη σύζυγό του που τον συνόδευε σ’ εκείνο το επαγγελματικό του ταξίδι στην πρωτεύουσα. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, χαμογέλασαν αμήχανα και υποσχέθηκαν ότι θα τα «πούνε τώρα που ξαναβρεθήκαν».
Η διαδρομή μέχρι την κοντινή ταβέρνα, που είχαν μάζωξη οι «παλιοί συμπολεμιστές» , ήταν γεμάτη αναμνήσεις. Η γυναίκα του, κάτι κατάλαβε. Δεν ήθελε να την αφήσει σε αγωνία (;)
«Ξέρεις η κυρία που σου γνώρισα ήταν μία σχέση που είχα ως πρωτοετής φοιτητής. Είχαμε χρόνια να ειδωθούμε. Άλλωστε και εγώ χρόνια τώρα έριξα μαύρη πέτρα στην Αθήνα».
Με την βοήθεια της ρετσίνας οι γλώσσες των παλιών συμφοιτητών και άλλοτε ιδεολογικά συμπορευόμενων λύθηκαν. Οι σημερινές πολιτικές διαδρομές του καθένα μπήκαν για λίγο στην άκρη και τη θέση τους πήραν τα πειράγματα αλλά και οι αποκαλύψεις για τους τότε έρωτες τους. Όσο και αν οι άλλοι τον προκάλεσαν, αυτός ποτέ δεν μίλησε για τη σχέση του μ’ εκείνη που και τότε είχε κρυφή από τα μάτια σχεδόν όλων. Και αυτό όχι τόσο γιατί συνοδευόταν από τη γυναίκα του, όσο γιατί η υπόσχεση που της είχε δώσει τότε, όταν χωρίζανε με δική του ευθύνη, φεύγοντας για την μακρινή επαρχιακή του πόλη ήταν να έκλειναν οριστικά αυτό το κομμάτι της ζωής τους και ο καθένας να χάραζε το δρόμο του «γιατί δεν γινόταν αλλιώς». Αυτή στο εξωτερικό για το διδακτορικό της, αυτός ξανά στην επαρχία για να ξεκινήσει την επαγγελματική του διαδρομή, μετά το στρατιωτικό. Το μήνυμα της έφτασε την πρώτη μέρα της επιστροφής του. Ήταν η αρχή της ιστορίας των μηνυμάτων τους. Και αυτός αποφασισμένος να τα κρατήσει όλα στη μνήμη του τηλεφώνου του σαν ένα περίεργο είδος φετιχισμού, για να τον κρατά δεμένο με το παρελθόν που φαίνεται πως θέριευε μέσα του.
«Χάρηκα πραγματικά και θέλω να τα ξαναπούμε»
Ήταν το δικό του μήνυμα πια, μετά την πρώτη πολύωρη τηλεφωνική τους συνομιλία. Λες και μπορούσαν μέσα σε μία ώρα να γεμίσουν τα κενά 20 χρόνων. Η ζωή και των δύο ενδιαφέρουσα, μα φαίνεται πώς κάτι δεν κολλούσε στην οικογενειακή τους ευτυχία. Σύζυγοι, παιδιά, δουλειά, παλιοί φίλοι, τους απασχόλησαν λίγο, λες και ήταν απλά ο αναγκαίος πρόλογος. Η συζήτησή τους από την πρώτη στιγμή σημαδεύτηκε με τις αναμνήσεις για την κοινή τους ζωή. Για τα όνειρα που έχτιζαν μαζί για «ν’ αλλάξουν τον κόσμο και μαζί τους εαυτούς τους», για τις υποσχέσεις ότι «αυτούς δεν θα τους επηρέαζε η φθορά και χρόνος». Και μετά στα γιατί και τα πώς του χωρισμού τους. Με πολλές σιωπές, ενοχές και προσπάθειες για να ξεφύγουν από άβολες καταστάσεις…
«Μη λες πως με ενοχλείς. Αντίθετα είναι ευχάριστο το άκουσμα σου. Φιλιά!»
Ήταν η δική της απάντηση όταν μετά από καθημερινά τηλεφωνήματα τη ρώτησε συνεσταλμένα, αν την ενοχλούσε, αν της δημιουργούσε προβλήματα στην οικογένεια της. Οι πολιτικές διαδρομές τους είχαν αποκλίνει. Αυτή μετά τις σπουδές μπήκε στα γεμάτα στον κόσμο των επιχειρήσεων. «Να το διαβρώσω το σύστημα από μέσα προσπάθησα στην αρχή. Όμως τελικά μάλλον αυτό με διέβρωσε» του έλεγε συχνά γελώντας. Και αυτός σταθερός στις τότε απόψεις του, έκανε πως δεν την άκουγε, τη συγχωρούσε γιατί ήξερε από τότε που ήταν μαζί, ότι συχνά υπερέβαλε σε επαναστατικότητα γιατί απλά ήθελε να είναι το κορίτσι του, άσχετα αν ποτέ δεν το είχαν επίσημα ανακοινώσει. Ακόμα και τα χρόνια της κρίσης, βρήκε τρόπους να επιβιώσει και να πλέει τώρα με το ρεύμα της «πρώτης φοράς κυβέρνησης αριστεράς» φυσικά με το αζημίωτο. Ενώ αυτός , ένας ελεύθερος επαγγελματίας που το εισόδημα του καθημερινά λιγόστευε.
Οι μήνες είχαν περάσει. Το πώς έφτασε η πρωτοχρονιά ούτε και οι δύο το καταλάβανε. Σαν παιδί περίμενε το μήνυμα της. Τον πρόλαβε αυτή. Η διάθεση της φαινόταν άριστη. Ιδιαίτερα του έκανε εντύπωση η ευχή για «Υγεία» κάτι που δεν το συνήθιζε το προηγούμενο διάστημα στη γκάμα των ευχών της…
«Γιατί πιέζεις με μηνύματα και τηλέφωνα ενώ γνωρίζεις ότι αυτή τη στιγμή δεν επιθυμώ να μιλήσουμε; Δεν καταλαβαίνεις ότι ήδη με έχεις φέρει σε δύσκολη και άβολη θέση»
Τα μάτια του δάκρυσαν όταν έφτασε αυτό το μήνυμά της. Θυμήθηκε τους μήνες που πέρασε χωρίς καμιά επικοινωνία μαζί της. Ξαφνικά και χωρίς περεταίρω εξηγήσεις της. Και αυτός να αναζητά πού έκανε το λάθος, να ρίχνει το φταίξιμο στον εαυτό του, να ξαναφέρνει τις τελευταίες τηλεφωνικές επαφές μαζί της. Να προσπαθεί να δικαιολογήσει το μόνιμο μελαγχολικό του βλέμμα στους φίλους με το ευφυολόγημα του «ανάδρομου Ερμή». Άρχισε να το παίρνει απόφαση. Καπρίτσιο και κυρίως εκδίκηση γιατί αυτός την είχε αφήσει τότε…
Πέρασαν από τότε 6 ολόκληροι βασανιστικοί μήνες. Οι προσπάθειες του για επαφή μαζί της στάθηκε αδύνατη. Δεν απαντούσε στις κλήσεις του, ούτε και στα SMS του. Ώσπου ένα βράδυ φάνηκε το μήνυμα της στην οθόνη του κινητού της.
«Καλό σου βράδυ. Μόλις βγήκα από την παράσταση «Σκηνές από ένα γάμο», ήταν πραγματικά υπέροχη. Τα λέμε όποτε θες ξανά».
Άλλο πάλι και τούτο, σκέφτηκε. «Εκεί που ήταν χαμένη λες και νεκραναστήθηκε για να μου ταράξει πάλι τη ζωή μου, εκεί που την είχα βάλει σε μια σειρά». Το τηλεφώνημα του την επόμενη μέρα του ξεκαθάρισε πολλές απορίες αλλά του δημιούργησε πρόσθετη στεναχώρια.
«Θεώρησα αναγκαίο να χαθούμε όλο αυτό το διάστημα. Δεν ήθελα να σου προσθέσω τη δική μου στεναχώρια. Άλλωστε δεν είχα τέτοιο δικαίωμα. Εσύ έχεις την οικογένεια σου, τα παιδιά σου, ενώ εγώ όπως ξέρεις μόνο τα δεύτερα μια και ο άνδρας μου καιρό τώρα ζει συμβατικά μαζί μου. Οι εξετάσεις που έκανα δεν ήταν καλές. Τώρα όμως τα πράγματα φαίνεται πως μπήκαν σε μια διαδικασία επίλυσης. Οπότε, πιστεύω ότι θα με συγχωρέσεις και θα με παίρνεις κανένα τηλέφωνο.» Προσπάθησε να μάθει λεπτομέρειες. Ήταν φειδωλή. Μόνο το μήνυμα της το ίδιο βράδυ ήταν σαφές:
«Μου δίνεις κουράγιο να συνεχίσω»
Πέρασαν μήνες σ’ αυτούς του ρυθμούς. Τηλεφωνήματα, μηνύματα, ενοχές, αποκαλύψεις, μνήμες. Και κυρίως η ίδια αγωνία για την οθόνη του κινητού του. Το καλοκαίρι είχε περάσει ώσπου στις αρχές του Σεπτέμβρη ένα μήνυμα της τον απογείωσε:
«Τι θα έλεγες για ένα Σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη;»
Η πρόταση της τον ξάφνιασε ευχάριστα. Θα ήταν η πρώτη φορά που επιτέλους θα βρίσκονταν εκτός τηλεφώνου. Της απάντησε αμέσως θετικά. Τις δικαιολογίες προς την οικογένεια του θα τις έβρισκε αργότερα…
Από την παραμονή της συνάντησής τους είχε φροντίσει για την γκαρνταρόμπα του. Τι τον έπιασε και ήθελε να την εντυπωσιάσει ενδυματολογικά; Λες και έτσι θα έκρυβε την κοιλιά που ξεχείλιζε ή τα μαλλιά που είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Όμως η ματαιότητα (ή μήπως ο ξαναζεσταμένος έρωτας;) φαίνεται πως δεν γνωρίζει ηλικίες. Αργότερα επιστρέφοντας στο σπίτι του αναπολούσε τις 22 (τις μέτρησε μία-μία) συνολικά ώρες που ήταν μαζί της και ταυτόχρονα αισθανόταν βαριές τις τύψεις για το μεταχρονολογημένο του ατόπημα. Τα χρόνια αποχωρισμού τους, φυσικά και δεν μπορούσαν να χωρέσουν στις ώρες που ήταν μαζί. Και όμως ήταν αρκετά για να δώσουν τις απαντήσεις που τους έλειπαν, να συμπληρώσουν με σταθερή πια κόλλα τα κομμάτια του παζλ της ζωής τους. Ο αποχαιρετισμός τους στο αεροδρόμιο, είχε κάτι από την αγαπημένη του ταινία «Καζαμπλάνκα» μιας και βαθιά μέσα του καταλάβαινε ότι ίσως δεν θα υπήρχαν το επόμενο διάστημα άλλες συναντήσεις και επομένως και άλλοι τέτοιοι τουλάχιστον αποχαιρετισμοί…
Καταλάβαινε όσο και αν δεν το έδειχνε ότι τα πράγματα με την Υγεία της δεν κυλούσαν καλά. Λίγο η φωνή της, λίγο η πεσιμιστική της διάθεση, λίγο οι αναφορές στην καθημερινή κούραση που ένιωθε, τον έκαναν να κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα. Στην πρότασή του να κατέβει στην Αθήνα για να τη δει, του αρνήθηκε ευγενικά. Μόνο στην οθόνη του κινητού είδε αργότερα λέξεις παρηγοριάς:
«Ναι μωρέ όλα καλά θα πάνε. Το παλεύω»
Το κυνήγι … του παρελθόντος έφτανε αισίως στα τρία χρόνια πια. Οι τηλεφωνικές τους συνομιλίες, συνεχίζονταν, δεμένες όμως με μια στενοχώρια κάθε φορά που αντάλλασσαν τις καληνύχτες τους. Ίσως η ιδέα του τέλους τούς είχε παρασύρει σ’ ένα ταγκό σαν εκείνο- το τελευταίο- στο «κυριλέ μαγαζί στη συνάντηση τους στη Θεσσαλονίκη.
Κρατούσε στα χέρια του το κινητό. Άνοιξε και διάβασε ξανά το τελευταίο της μήνυμα, λίγο πριν μπει (όπως έμαθε αργότερα από την κόρη της) στο χειρουργείο:
«Σ’ ευχαριστώ για τη δεύτερη ευκαιρία. Σ’ αγαπώ. Όλα πια τελειώσανε»
Το κοίταξε επίμονα. Δάκρυσε, όπως την πρώτη φορά που το διάβασε, πριν δύο μέρες. Φόρεσε το μαύρο του σακάκι, κοιτάχτηκε ξανά στον καθρέφτη, έκλεισε την πόρτα και με ταξί κατευθύνθηκε στο Α’ νεκροταφείο.