Η συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος επιβεβαιώνει μέχρι κεραίας τη θέση του ΚΚΕ ότι η συνταγματική αναθεώρηση στοχεύει σε ένα πιο ισχυρό και ευέλικτο κράτος για τα συμφέροντα του κεφαλαίου, επομένως πιο εχθρικό και επιθετικό απέναντι στον λαό. Τόσο οι προτάσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας όσο και η στάση των άλλων κομμ... Περισσότερα
Ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου και η ιστορία του
από Η Άλλη Άποψη
«Ω Παναγιά μου, αν είσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιό μου θάστελνες τον Αγγελο από πέρα.
Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν είσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου
θα πόναγες καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.
Κι αν είσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.
Γιε μου, καλά μου τάλεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά που ορμήνευε, κάθε φορά που εμίλει:
Εμείς ταγίζουμε ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κι εμείς ούτ' ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.
Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ' αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα».
(Γιάννης Ρίτσος, «Επιτάφιος»)
Ποια όμως είναι η ιστορία του «Επιταφίου» και της έκδοσής του;
Πρωτομαγιά του '36. Η εργατιά της Θεσσαλονίκης κλιμακώνει τους απεργιακούς αγώνες, που ξεκίνησαν το Μάρτη. Οι καπνεργάτες κάνουν απεργία πείνας. Συμπαραστεκόμενοι στους καπνεργάτες, απεργούν και πολλοί άλλοι κλάδοι. Εργατοϋπάλληλοι, υφαντουργοί, τσαγκαράδες, αυτοκινητιστές, χαρτεργάτες, τυπογράφοι και άλλοι. Καθημερινά, τις πρώτες ημέρες του Μάη, οι δρόμοι πλημμυρίζουν εργατιά. Στις 8 του Μάη η Χωροφυλακή στήνει παντού πολυβολεία. Και στις 9 του Μάη (Σάββατο ήταν) η Χωροφυλακή χτυπά τον άοπλο λαό. Πρώτος νεκρός ο κομμουνιστής αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Σύντροφοί του, ξηλώνουν μια πόρτα και μεταφέρουν πάνω της το νεκρό κορμί του. Ενα τανκ τους σταματά. Νεκροί άλλοι οχτώ εργάτες και μια εργάτρια. Εκατοντάδες οι τραυματίες. Η μάνα του Τάσου Τούση, μέσα στο χαλασμό, ψάχνει τις εργάτριες κόρες της. Ξάφνου, μπρος της, ο σκοτωμένος γιος της. Σωριάζεται. Σπαράζει. Θρηνεί το γλυκύ της έαρ, το γλυκύτατό της τέκνο. Ένας φωτογράφος αποτυπώνει την εικόνα.
Κυριακή, 10 του Μάη, ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει τη φωτογραφία της θρηνούσας μάνας στην πρώτη του σελίδα, κάτω από εκτενέστατο ρεπορτάζ με τίτλο «Η χτεσινή άγρια σφαγή του λαού της Θεσσαλονίκης» και σε μέσα σελίδα.
Ο Γιάννης Ρίτσος -μέλος του ΚΚΕ και από το 1934 συνεργάτης του «Ρ», όπου πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του («Γράμματα για το μέτωπο», «Γράμματα από το μέτωπο»), με το ψευδώνυμο I. Σοστίρ (πρόκειται για αντιστροφή του ονόματός του)- συγκλονίζεται διαβάζοντας το ρεπορτάζ του «Ρ» και βλέποντας τη φωτογραφία της μάνας. Ο βασανισμένος από τη φυματίωση Ρίτσος, κλείνεται στη σοφίτα του, στην οδό Μεθώνης 30, και μένοντας άυπνος σχεδόν δυο μερόνυχτα και κάνοντας συνεχώς αιμοπτύσεις, γράφει τον «Επιτάφιο». Δεκατέσσερα θρηνητικά ποιήματα. Στις 11 του Μάη, με τον σύντροφο του Ευθύφρονα Ηλιάδη, στέλνει τρία από αυτά τα ποιήματα στο «Ρ». Στις 12 του Μάη ο «Ρ» δημοσιεύει τα τρία ποιήματα, τοποθετημένα το ένα κάτω από το άλλο, με αρίθμηση 1,2,3, με τίτλο «ΜΟΙΡΟΛΟΪ», υπότιτλο «Στους ηρωικούς εργάτες της Θεσσαλονίκης», υπέρτιτλο «Ο ΠΑΛΜΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ». Τα τρία ποιήματα για το νεκρό παλικάρι συγκλονίζουν τους αναγνώστες του «Ρ», καθώς συνεχιζόταν και η σφαγή των εργατών.
Λίγες ημέρες αργότερα ο «Ριζοσπάστη» αναγγέλλει τη δημοσίευση, στις 29 του Μάη, ενός τέταρτου ποιήματος του «Επιταφίου» στο περιοδικό της ΟΚΝΕ «Νεολαία».
Στο μεταξύ, ο ποιητής έχει ήδη στείλει στο «Ρ» και τα δεκατέσσερα ποιήματα του «Επιταφίου». Ο «Ρ» στις 23 και στις 25 Μάιου 1936, με τίτλο «Επιτάφιος», ανακοινώνει την κυκλοφορία «σε λίγες μέρες» του «Επιταφίου». Στις 7 Ιουνίου 1936 αναγγέλλει για την επομένη (8 Ιουνίου): «Κυκλοφορούν αύριο τα βιβλία μας: 1) «Πέντε χρόνια αγώνων» 2) «Διαλεκτικός υλισμός» 3) «Επιτάφιος». Στις 9 Ιουνίου 1936 διαφημίζει: «ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ "ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ" (Τραγούδια για το μακελειό της Θεσσαλονίκης)».
Η έκδοση του «Επιταφίου» από το «Ρ», κυκλοφόρησε σε 10.000 αντίτυπα, αριθμός ρεκόρ για τα εκδοτικά δεδομένα της εποχής. Το εξώφυλλο του, διαστάσεων 24x17 εκατοστά, εικονογραφήθηκε με σχέδιο του Γιώργου Λιδάκη, φιλοτεχνημένο με σινική μελάνη. Σε 14 σελίδες, διαστάσεων 23,5x16 εκατοστά, περιλήφθηκαν με λατινική αρίθμηση I-XΙV, τα δεκατέσσερα ποιήματα που έγραψε και ολοκλήρωσε ο Γ. Ρίτσος στο διάστημα 10-12 του Μάη.
Το βιβλίο γίνεται ανάρπαστο. Ο «Ρ» σκοπεύει να κυκλοφορήσει και δεύτερη έκδοση του «Επιταφίου», η οποία θα περιλάμβανε και άλλα έξι τραγούδια, τα οποία είχε ήδη γράψει και δώσει στο «Ρ» ο ποιητής. Η δεύτερη έκδοση του «Ρ» ματαιώνεται, με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά την 4η Αυγούστου. Τα «κοράκια» της συντάσσουν πάραυτα τον πρώτο κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων, κατάσχουν τα τελευταία 250 αντίτυπα της πρώτης έκδοσης του «Επιταφίου» από το «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο» και τα καίνε δημόσια. Τα ρίχνουν στην πυρά, μπροστά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, μαζί με βιβλία του Μαρξ, του Μαξίμ Γκόρκι, του Ανατόλ Φρανς.
Είναι προφανές ότι η πλειοψηφία των 9.750 αντιτύπων του «Επιταφίου» που πρόλαβαν να πουληθούν πριν επιβληθεί η μεταξική δικτατορία, είχαν την «τύχη» των διωκόμενων κατόχων τους. Γι' αυτό, παρά τις αλλεπάλληλες εκδόσεις του «Επιταφίου» (η δεύτερη έκδοσή του έγινε το 1956 από τον «Κέδρο» και συμπεριέλαβε τα 14 ποιήματα της πρώτης έκδοσης και τα άλλα 6 που θα περιλάμβανε η δεύτερη έκδοση του «Ρ»), αυτό το ανάτυπο της πρώτης έκδοσης του «Επιταφίου» δεν αποτελεί μόνο μια συλλεκτική έκδοση. Αποτελεί και φόρο τιμής στην «Ποίηση» των αγώνων και θυσιών του λαού. Φόρο τιμής και στην αθάνατη ποίηση του Γιάννη Ρίτσου.