Δεν πέρασε πολύς καιρός από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης με αφορμή την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2026 και το κλίμα ευφορίας που καλλιεργούσε πριν τρεις βδομάδες για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Μόλις σε λίγους μήνες αποδείχθηκε πόσο άνθρακας ήταν ο θησαυρός, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο επίσημος πληθωρισμός σε ... Περισσότερα
Παρουσιάστηκε η διλογία της Μαίρης Κόντζογλου «Από ήλιο σε ήλιο» στη Βέροια
Τελευταία ενημέρωση από Η Άλλη Άποψη
Το απόγευμα της Τρίτης 13/2 παρουσιάστηκε στην «Ελιά» της Βέροιας,
με πρωτοβουλία του βιβλιοπωλείου «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ» και των εκδόσεων «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ» η
διλογία της Μαίρης Κοντζογλου με τίτλο «Από ήλιο σε ήλιο».
Από την πλευρά της η συγγραφέας αναφέρθηκε στην πηγή έμπνευσης
των βιβλίων της, καθώς και στην υπόθεση και τους ήρωες τονίζοντας: «Μέσα από την
ιστορία οι αναγνώστες βλέπουν πως ήταν η ζωή στη Σέριφο στα τέλη του 19ου αιώνα
– ήταν μια ιδιόμορφη κοινωνία, με λίγους κατοίκους και φτωχούς, όπου οι
γυναίκες καλλιεργούσαν τις μικρές εκτάσεις, αυτές ήταν οι γεωργοί. Αμόρφωτες,
και μικροπαντρεμένες με πολλά παιδιά και δύσκολες συνθήκες διαβίωσης.... Στο
πρώτο μέρος, στον Αποσπερίτη, βλέπουμε τους ήρωες, πως δρουν, πως ζουν, πως
γεννιέται ένας έρωτας, ποια είναι η θέση της γυναίκας στην κοινωνία (ένα θέμα
που πάντα απασχολεί τη συγγραφέα στα βιβλία της). Στο δεύτερο βιβλίο, στον
Ανέσπερο, βλέπουμε πως αλλάζουν οι συνθήκες στους ήρωες και μέσα από διάφορες
καταστάσεις που συμβαίνουν στη διάρκεια της ζωής τους, πως οδηγούνται σε
κρίσιμες αποφάσεις»
Το βιβλίο παρουσίασε δίνοντας έμφαση στα ιστορικά του στοιχεία
ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Αλέκος Χατζηκώστας που τόνισε ανάμεσα στ’ άλλα:
«Ας ξεκινήσουμε από ορισμένα ζητήματα που σίγουρα θα σας
απασχολήσουν:
Ένα δίτομο βιβλίο με πάνω από 1100 σελ. είναι κουραστικό; Θα
απαντήσω για το συγκεκριμένο πώς όχι. Εγώ τα διάβασα σε 10 μέρες. Κυλάει το
κείμενο γρήγορα, δεν κουράζει, διαβάζεται γενικά εύκολα.
Μήπως το «εύκολα» σημαίνει και ανούσιο ή μελό; Και εδώ
απαντώ όχι. Γλώσσα στρωτή, πολλές εικόνες του νησιού και των κατοίκων του,
πολλοί χαρακτήρες που αλληλοδιαπλέκονται, πολλά μηνύματα για το τότε αλλά και
για το σήμερα.
Η ιστορική πραγματικότητα που «πατά» μας ενδιαφέρει σήμερα;
Θάλεγα απερίφραστα ναι. Τότε οι εργάτες δούλευαν πραγματικά από ήλιο σε ήλιο,
σε άθλιες συνθήκες. Σήμερα μήπως με όλα αυτά τα ελαστικά ωράρια και τη διάλυση
των εργασιακών σχέσεων που έχουν γενικευτεί δεν βιώνουν τα ίδια οι εργαζόμενοι.
Χωρίς ελεύθερο χρόνο και με δικαιώματα που συνεχώς τα παίρνουν πίσω; Ή οι
περιγραφές για τον Α; Παγκόσμιο πόλεμο δεν ταιριάζουν για τους πολέμους της
εποχής μας σε Ουκρανία ή Παλαιστίνη «Για του αφέντι το φαί;» Ιδιαίτερη σημασία
έχουν τα πρώτα βήματα της οργάνωσης των εργαζομένων, το ξύπνημα της ταξικής
συνείδησης. Ο φόβος λόγω της πολύμορφης τρομοκρατίας της εργοδοσίας, οι
προσπάθειες διάσπασης, η ύπαρξη «χαφιέδων» των αφεντικών, ο ρόλος επίσημου
κράτους και των μηχανισμών καταστολής που χρησιμοποιεί. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει
η συγγραφέας για τις συνθήκες ζωής των γυναικών, τον ρόλο που έπαιζαν στη
κοινωνία κ.α
Το έργο αναφέρεται σε ένα ξεχωριστό κομμάτι των αγώνων της
εργατικής τάξης την απεργία στη Σέριφο. Ήταν μία απεργία με αυθόρμητο ξέσπασμα
που μοιάζει με τις απεργίες του Λαυρίου την περίοδο 1885-1906.
Το ιστορικό της απεργίας αυτής είναι τούτο όπως γράφει ο
Γιάννης Κορδάτος:
Οι εργάτες των μεταλλείων Μεγάλου Λιβαδιού στη
Σέριφο ίσαμε τα 1916 ήταν ολότελα ανοργάνωτοι. Κατά τα μέσα του Ιούνη της
ίδιας χρονιάς οι ίδιοι εργάτες σκέφτηκαν πως έπρεπε να οργανωθούν και να
ιδρύσουν επαγγελματικό σωματείο. Κάλεσαν λοιπόν από την Αθήνα τον εργάτη
Κ. Σπέρα και του ανάθεσαν να τους βοηθήσει, για να φκιάσουν το
σωματείο τους. Αμα γίνανε τα προκαταρχτικά, η οργανωτική επιτροπή κάλεσε τους
εργάτες σε γενική συνέλευση στην αίθουσα του Δημαρχείου για να εγκρίνει το
καταστατικό που είχε συντάξει.
Η ίδια γενική συνέλευση ανάθεσε στην προσωρινή επιτροπή να
ζητήσει από την Εταιρεία να δεχτεί ορισμένα αιτήματα.
Η Εταιρεία όμως, αντίς ν' απαντήσει στο έγγραφο υπόμνημα,
σταμάτησε τις δουλειές, με σκοπό να εξαναγκάσει τους εργάτες να υποκύψουν
μπροστά στο φάσμα της πείνας.
Στο αναμεταξύ οι εργάτες βγάλανε μια επιτροπή από τρία μέλη
και της δώσανε εντολή να πάει στην Αθήνα και να καταγγείλει στην κυβέρνηση πως
η Εταιρεία δεν εφαρμόζει τους εργατικούς νόμους (μέσα του Αυγούστου 1916).
Υστερα από λίγες μέρες, στις 21 του μηνός, στάλθηκε στρατός
στη Σέριφο «προς τήρησιν της τάξεως».
Την άλλη μέρα έφτασε στη Σέριφο κι ο υπομοίραρχος Χρυσάνθου
με τριάντα άντρες.
Ο Χρυσάνθου κάλεσε την επιτροπή των απεργών στην αστυνομία
κι άρχισε τις βρισιές και τις απειλές. Αφού τους έψαλε τον αναβαλλόμενο,
σκέφτηκε να κλείσει την επιτροπή στο μπουντρούμι και να πάει ο ίδιος στους
απεργούς για να τους τρομοκρατήσει.
Οι απεργοί όμως του δείξανε πως δε φοβούνται. Αν και δεν
είχαν ηγεσία, αν και δεν ξέρανε από αγώνες, διαμαρτυρήθηκαν αντρίκια στα
«μέτρα» που άρχισε να εφαρμόζει ο Χρυσάνθου.
Η προκλητική στάση του υπομοίραρχου αγρίεψε τους απεργούς.
Το τι έγινε τότε δεν περιγράφεται. Από λόγο σε λόγο άρχισε σωστή μάχη ανάμεσα
στους απεργούς και στους χωροφύλακες, μάχη φονική. Τριάντα τέσσερες απεργοί
πληγώθηκαν και τέσσερες μείνανε στον τόπο. Από τους αστυνομικούς σκοτώθηκαν
τρεις κι απ' αυτούς οι δυο ήταν βαθμοφόροι. Λαβώθηκαν όμως καμιά εικοσαριά.
Και τελικά ας δούμε
και τη ζωή του Κ. Σπέρα:
Η μπροσούρα που έγραψε στη φυλακή για την απεργία και τα
φονικά γεγονότα της Σερίφου είναι ίσως το σημαντικώτερο ντοκουμέντο για την
πραγματική ιστορία του εργατικού κινήματος. «Η απεργία της Σερίφου», ήτοι
αφήγησις των αιματηρών σκηνών της 21 Αυγούστου εις τα μεταλλωρυχεία του Μεγάλου
Λειβαδίου της Σερίφου, υπό Κ. Σπέρα , Αθήναι 1919.
Θα τον ξαναδούμε όμως τον Σπέρα πολλές φορές μέχρι το 1943.
Θα τον ξαναδούμε ως μέλος διορισμένων διοικήσεων σωματείων, ως αρχηγό
απεργοσπαστικών μηχανισμών. Θα τον δούμε ξανά στην δίκη της «Εργατικής
Βοήθειας», να καταθέτει ως μάρτυρας κατηγορίας, μαζί με το μετέπειτα αστυνομικό
στέλεχος της 4ης Αυγούστου Λαμπρινόπουλο, προκειμένου να κλείσει η «Εργατική
Βοήθεια», γιατί «αποτελεί οργάνωση προθάλαμο στο ΚΚΕ». Θα τον δούμε ξανά ως
μέλος της «Εθνικής Συντηρητικής Ενώσεως», μαζί με τον Κανελλόπουλος και τον
διατελέσαντα στο παρελθόν «εργατοκτόνο» υπουργό Χατζηκυριάκο. Θα τον ξαναδούμε
να καλεί τα αστικά κόμματα να ομονοήσουν προκειμένου να αντιμετωπιστεί το
πρόβλημα της ανεργίας και η πιθανότητα «εξέγερσης του προλεταριάτου των
πόλεων». Θα τον ξαναδούμε και στην 4η Αυγούστου και στην Κατοχή ...
Ας γίνουμε πιο αναλυτικοί
Ο Κώστας Σπέρας (1893-1943) είχε γεννηθεί στη
Σέριφο, μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου απέκτησε και σημαντική για
την εποχή μόρφωση, αποφοιτώντας από τη Λεόντειο, όπου πρωτογνωρίστηκε με τις
αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις, τις οποίες και υποστήριξε. Ο Σπέρας όπως όλοι οι
σύγχρονοί του μαρτυρούν, ήταν δεινός ρήτορας. Ήταν επίσης θερμόαιμος,
μαχητικός, ορμητικός - μιλώντας απλά και κατανοητά γινόταν γρήγορα αγαπητός
στους εργάτες, επηρεάζοντας ταυτόχρονα και πολλά συνδικαλιστικά στελέχη. Το
1916, εν μέσω του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και του λεγόμενου Εθνικού Διχασμού στην
Ελλάδα, βρέθηκε ξανά στη Σέριφο, όπου πήρε μέρος στην απεργία των μεταλλωρύχων,
η οποία βάφτηκε στο αίμα, δίπλα στον ηρωισμό και την αυτοθυσία των εργατών,
αρνητικό σημείο είναι ότι οι απεργοί ζήτησαν την προστασία των δυνάμεων της
Αντάντ.
Από το 1910 είχε δραστηριοποιηθεί στο Εργατικό Κέντρο Αθηνών
και το Σοσιαλιστικό Κέντρο του Νικολάου Γιαννιού, το 1918 πήρε μέρος στο
Ιδρυτικό Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Στο ΣΕΚΕ πήρε μέρος από την ίδρυσή του το 1918 έως
τον Απρίλη 1920, οπότε επιτροπή που ασχολήθηκε με την «Υπόθεση Σπέρα» αποφάσισε
τον αποκλεισμό του από το Κόμμα, για το λόγο «της δημοσιεύσεως εξυβριστικής
εναντίον του Κόμματος επιστολής σε αντισοσιαλιστική εφημερίδα» («Ριζοσπάστης»
11/4/1920).
Αρχικά ο Σπέρας υποστήριζε ένα κράμα αναρχοσυνδικαλιστικών
απόψεων, που μείωναν την ανάγκη οργανωμένης πολιτικής δράσης της εργατικής
τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο, ήταν αντίθετος στην οργανική σύνδεση ΣΕΚΕ και ΓΣΕΕ.
Η οργανική σύνδεση ούτως ή άλλως δεν ήταν σωστή, καθώς ένα εργατικό συνδικάτο
που επιδιώκει να ενώσει το σύνολο των μελών της εργατικής τάξης δεν μπορεί να
είναι τμήμα του Κόμματος της εργατικής τάξης, που απαιτεί ανώτερο επίπεδο
συνείδησης και είναι ανώτερη μορφή οργάνωσης. Ο Σπέρας όμως δεν εναντιωνόταν
από αυτήν τη σκοπιά, αλλά από σκοπιά που μείωνε - εξαφάνιζε το ρόλο του
Κόμματος.
Παρά αυτές τις θέσεις του, ο Σπέρας προσπάθησε να παίξει ένα
πιο σύνθετο παιχνίδι, αξιοποιώντας αντιφάσεις και καθυστερήσεις του νεαρού
ΣΕΚΕ. Ετσι, μαζί με τον Φανουράκη και άλλους την άνοιξη του 1921 δημιούργησε
οργάνωση και ομώνυμη εφημερίδα με τίτλο «Νέα Ζωή», μέσα από την οποία
αυτοπαρουσιαζόταν ως ακραιφνής υπερασπιστής «των 21 όρων της ΚΔ» που είχαν
αποφασιστεί στο Β' Συνέδριο της ΚΔ το 1920 και αφορούσαν τη σφυρηλάτηση των
επαναστατικών χαρακτηριστικών των ΚΚ. Αυτούς τους όρους το ΣΕΚΕ τους είχε μεν
δημοσιεύσει, αλλά τους υιοθέτησε ανεπιφύλακτα μόλις το 1924, τότε μετονομάστηκε
και σε ΚΚΕ (Ελληνικό Τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς).
Το πιο πιθανό είναι πως τις διάφορες θέσεις που τυχοδιωκτικά
υποστήριξε ο Σπέρας για να αποσπάσει εργάτες από το ΣΕΚΕ, δεν τις πίστευε καν -
το έκανε για λόγους διείσδυσης, προβοκαρίσματος.
Μέσα σε ένα χρόνο, το 1922, ο Σπέρας και η ομάδα του
εγκατέλειψαν την κριτική στο ΣΕΚΕ με βάση τους 21 όρους και δημιούργησαν το
λεγόμενο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα. Στις εκλογές του 1924 υποστήριξε τον
Αλέξανδρο Παπαναστασίου.
Στις 16 Μάη 1925, ομάδα χαφιέδων και εργατοκάπηλων με
επικεφαλής τον Σπέρα και δύναμη κρούσης τη συντεχνία των αμαξηλατών (ιδιοκτητών
αμαξών), με τη συνδρομή του Στρατού και της Αστυνομίας, κατέλαβαν το Εργατικό
Κέντρο Αθήνας, πήραν τη σφραγίδα, το Αρχείο του και ο Στρατός ανέλαβε τη
φρούρησή του. Ο αστικός Τύπος σε συγχορδία πρόβαλε την ενέργεια του Σπέρα ως
κίνηση υπέρ των μη κομμουνιστών εργατών, των συντηρητικών.
Στις 18 Μάη 1925, ο «Ριζοσπάστης» καταγγέλλει τον Σπέρα ως
χαφιέ του Α' Σώματος Στρατού, ως λαθρέμπορο καπνού, που δεν εκπροσωπούσε
τίποτα, καθώς το Σωματείο των Σιγαροποιών είχε παύσει να τον εκλέγει, επίσης
αποκαλύπτει το ποιόν όσων πραξικοπηματικά αυτοανακηρύχθηκαν διοίκηση του ΕΚΑ,
όπως του Στρουτζάκη, προέδρου των ιδιοκτητών αμαξηλατών.
Την ενέργεια του Σπέρα κατήγγειλαν η εκλεγμένη διοίκηση του
ΕΚΑ, εργατικά σωματεία και ομοσπονδίες (επισιτιστές, οικοδόμοι, σιδεράδες,
ξυλουργοί - επιπλοποιοί, οι εργάτες του Πουλόπουλου κ.ά.). Παρά τις
διαμαρτυρίες, το ΕΚΑ συνέχιζε να φρουρείται από το Στρατό, με το πρόσχημα να
μην οξυνθούν οι σχέσεις «συντηρητικών και κομμουνιστών εργατών». Την ίδια στιγμή,
τον Ιούνη 1925, συνελήφθη η εκλεγμένη διοίκηση του ΕΚΑ, Βλέντζας, Βγενόπουλος
και Τσατσάκος. Μετά από βδομάδες το ΕΚΑ επανήλθε στα χέρια των εργατών για
λίγες μέρες, καθώς ακολούθησε η δικτατορία του Πάγκαλου (Ιούνης 1925 -
Αύγουστος 1926), που συνέλαβε ξανά τη διοίκηση του ΕΚΑ.
Στην περίοδο της παγκαλικής δικτατορίας, στις 23 Φλεβάρη
1926 ο Σπέρας εμφανίζεται ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των κομμουνιστών στο
Α' Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών, όπου δικάζονταν επί εσχάτη προδοσία
κατηγορούμενοι ως αυτονομιστές της Μακεδονίας. Στις εφημερίδες της εποχής
υπάρχουν εκτενή αποσπάσματα από την κατάθεσή του. Ανάμεσα στις αναλύσεις του
για την ΚΔ και τη συνεργασία της με τους Κομιτατζήδες κ.ά.
υποστήριξε «...ότι κατά την γνώμην του οι κατηγορούμενοι ηθέλησαν να αυτονομήσουν
την Μακεδονίαν και την Θράκην...».
Ο Αβραάμ Μπεναρόγια αναφέρει τον Σπέρα ως εκείνον που
καταδείκνυε τους συλληφθέντες. «Ο άλλοτε ασυγκράτητος επαναστάτης Σπέρας,
επικεφαλής των αστυνομικών, συλλαμβάνει τους οπαδούς του Κόμματος» («Η πρώτη
σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου», εκδόσεις «Ολκός», 1975, σελ.
180). Το Γ' Συνέδριο πήρε απόφαση για την αποχώρηση της ΓΣΕΕ από την
Προφιντέρν, που μέχρι τότε ήταν μέλος της. Αυτό το συνέδριο, που μόνο
κομμουνιστικό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, αποφάσισε τη διαγραφή του Σπέρα από
τη ΓΣΕΕ για την απροκάλυπτα αντεργατική δράση του, ως εντελώς καμένο χαρτί.
«...Το Γ' Πανελλαδικό Συνέδριο, λαβόν υπ' όψιν την στάσιν
την οποίαν ετήρησεν ο Κ. Σπέρας εις όλους τους αγώνας της εργατικής τάξεως, την
δήλωσιν του ιδίου ότι έλαβεν εκ μέρους των αστών χρήματα διά την δημιουργία
αντεργατικού κόμματος και τας γενομένας επί του ζητήματος τούτου συζητήσεις,
αποφασίζει τον αποκλεισμό του Κ. Σπέρα εκ του Συνεδρίου και τον στιγματίζει ως
εχθρό της εργατικής τάξεως. Ψηφίστηκε δι' ανατάσεως των χειρών όλων...».
Παραπέρα, ο Σπέρας μαζί με τον Στρουτζάκη και άλλους
οργανώνει κάποια «Επιτροπή Ανεργίας», η οποία δραστηριοποιείται ως
απεργοσπαστικός μηχανισμός. Στις 9 Μάρτη 1927 η «Επιτροπή Ανεργίας» προσφέρεται
στις αρχές για το σπάσιμο της απεργίας των αρτεργατών. «...ουδεμία δυσχέρεια θα
προκύψη (...) έστω και αν η απεργία πραγματοποιηθή διότι η επιτροπή
συνεννοηθήσα με τους ανέργους αρτεργάτας και γενικώς με τους εργάτας τροφίμων
θα είνε σε θέσιν να ανταποκριθή από της πρώτης στιγμής εις τας ανάγκας του
κοινού αρκεί να θελήση η Κυβέρνησις να επιτάξη τους κλιβάνους και τα λοιπά
καταστήματα τροφίμων...» (εφημερίδα «Εμπρός», 10 Μάρτη 1927).
Η κυβέρνηση του Βενιζέλου, εφαρμόζοντας το «Ιδιώνυμο», έβαλε
στο στόχαστρο την ταξική συνομοσπονδία Ενωτική ΓΣΕΕ, οργάνωσε δίκη και την
έθεσε εκτός νόμου. Στις 19 Δεκέμβρη του 1929 ο Σπέρας ήταν μάρτυρας κατηγορίας
κατά της Ενωτικής ΓΣΕΕ.
Μετά το 1930 ο Σπέρας διορίστηκε υπάλληλος στους
σιδηροδρόμους και από το 1934 δραστηριοποιείται στο φασιστικό κόμμα
(Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος) του Γεώργιου Μερκούρη, το οποίο εξέδιδε την
εφημερίδα «Εθνική Σημαία». Ο Σπέρας φιγουράρει μεταξύ όσων παραβρέθηκαν στα
εγκαίνια των γραφείων του κόμματος Μερκούρη, ως εκπρόσωπος των εργατών. Ενώ
επιδίδεται σε αντικομμουνιστική αρθρογραφία στην «Εθνική Σημαία», με τους
γνωστούς ασφαλίτικους χαρακτηρισμούς για τους κομμουνιστές ως όργανα της Μόσχας
και ως «πρόβατα» για τους εργάτες που αγωνίζονταν στο ταξικό κίνημα.
Το κόμμα του Μερκούρη διαλύθηκε από τη δικτατορία Μεταξά -
είχαν και οι φασίστες τις διαφορές τους. Κάποια στιγμή ο Σπέρας συνελήφθη και
εκτοπίστηκε, μόνο που δεν είχε να κάνει με πολιτικό αδίκημα. Οι περισσότερες
αναφορές λένε ότι μαζί με την εργασία του στο σιδηρόδρομο ήταν και υπεύθυνος σε
καφενείο - παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη.
Στην περίοδο της Κατοχής συνδέθηκε με το περιβάλλον του
Νικόλαου Καλύβα και άλλων δοσίλογων συνδικαλιστών. Ο Καλύβας έγινε διορισμένος
κατοχικός πρόεδρος της ΓΣΕΕ και αργότερα υπουργός Εργασίας της κατοχικής
κυβέρνησης.
Σχετικά με το τέλος του Σπέρα, ο «Ριζοσπάστης» στις 25 και
όχι στις 28 Οκτώβρη 1943 γράφει: «Το 34ο Σύνταγμα Αττικής κοντά σ' άλλους
έπιασε και το κάθαρμα Σπέρας σταλμένο για κατασκοπεία απ' την ομάδα Λαζαρή του
ΕΔΕΣ». Τι είχε γίνει και ο Σπέρας έπεσε στα χέρια του ΕΛΑΣ; Τον Σεπτέμβρη 1943,
μαζί με τον αξιωματικό του Στρατού Αποστόλη Κοκμάδη, κινήθηκε από την Αθήνα στη
Μάνδρα. Ο Κοκμάδης είχε σκοπό να καταταχτεί στον ΕΔΕΣ. Σύμφωνα με τις
αναμνήσεις του Γιώργη Μπουτσίνη, διοικητή του 34ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Αττικοβοιωτίας,
οι Σπέρας και Κοκμάδης, ενώ βρίσκονταν σε σπίτι στη γερμανοκρατούμενη Μάνδρα
Αττικής, έκαναν πολλές συζητήσεις ενάντια στο ΕΑΜ, πράγμα που κίνησε τις
υποψίες καθώς ήταν άγνωστοι στο χωριό, κινήθηκε ο ΕΛΑΣ, τους έπιασε και τους
μετέφερε στα Δερβενοχώρια. Νωρίτερα ο ΕΛΑΣ είχε πιάσει διάφορους κατασκόπους. Ο
Σπέρας αναγνωρίστηκε και, όπως επιβάλλουν οι νόμοι του πολέμου, εκτελέστηκε.
Οχι βέβαια για τις απόψεις του, του 1920, αλλά για τη δοσιλογική του δράση, που
έστελνε τους αγωνιστές στα εκτελεστικά αποσπάσματα των ναζί.
Ο συνταξιδιώτης του Σπέρα, Απόστολος Κοκμάδης, που επίσης
αιχμαλωτίστηκε, όχι μόνο δεν εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ, αλλά μετά από ένα
διάστημα κράτησής του, βλέποντας τον αγώνα, την αυτοθυσία, τις στερήσεις των
μαχητών του ΕΛΑΣ, προσχώρησε εθελοντικά στις γραμμές του. Αργότερα πολέμησε ως
αξιωματικός στον ΔΣΕ και ακολούθησε το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς.»