Δεν πέρασε πολύς καιρός από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης με αφορμή την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2026 και το κλίμα ευφορίας που καλλιεργούσε πριν τρεις βδομάδες για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Μόλις σε λίγους μήνες αποδείχθηκε πόσο άνθρακας ήταν ο θησαυρός, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο επίσημος πληθωρισμός σε ... Περισσότερα
Παρουσιάστηκε με επιτυχία το βιβλίο του Ημαθιώτη συγγραφέα Γρηγόρη Φεϊζατίδη «Ο Θεός πίσω από την ντουλάπα» στη Βέροια
Τελευταία ενημέρωση από Η Άλλη Άποψη
Με μεγάλη συμμετοχή κόσμου- παρά το γεγονός
ότι υπήρχε και άλλη παρουσίαση βιβλίου στη Βέροια σε άλλο χώρο τη ίδια ώρα (!)-
παρουσιάστηκε στην «ΕΛΙΑ» το απόγευμα της Τετάρτης 6/4 το βιβλίο του Ημαθιώτη
Γρηγόρη Φεϊζαδτίδη «Ο Θεός πίσω από την ντουλάπα».
Τη διοργάνωση είχαν οι εκδόσεις «Βακχικόν»
και το βιβλιοπωλείο «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ». Για το
βιβλίο μίλησαν η φιλόλογος Δέσποινα Καρυπίδου και ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Αλέκος
Χατζηκώστας
Ο συγγραφέας Γρηγόρης Φεϊζατίδης αναφέρθηκε στις
αιτίες-κίνητρα για τη συγγραφή του βιβλίου, απάντησε σε ερωτήσεις του κοινού
και υπέγραψε αντίτυπα του βιβλίου του.(Εκτενή αναφορά σε επόμενη ανάρτηση)
Ολόκληρη η ομιλία της Δέσποινας
Καρυπίδου
Έχω κάνει μερικές παρουσιάσεις βιβλίων και
είναι μεγάλη ικανοποίηση να προτείνεις ένα καλό βιβλίο στο κοινό ,
αλλά έχω πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι η παρουσίαση ενός έργου
εμπεριέχει, θέλοντας και μη,και κάποια
στοιχεία κριτικής Και αυτό είναι πολύ επισφαλές και αγχωτικό γιατί ξέρετε τι
λένε “Το να κριτικάρεις είναι σαν να προσπαθείς να αποδείξεις στο δημιουργό πως
δεν το έκανε όπως θα το έκανες εσύ, ΑΝ μπορούσες”. Εννοώ ότι είναι
δύσκολο και πρέπει να είναι δύσκολο, να μιλήσεις για το προϊόν τού μόχθου, της
διάνοιας και της ψυχής ενός δημιουργού (ενός λογοτέχνη εν προκειμένω) ως
εκπρόσωπος του κοινού, ως φιλαναγνώστης Και είναι δύσκολο να μιλήσεις για
το ωραίο γιατί η αισθητική αξία δεν υπόκειται απολύτως σε αντικειμενικούς
νόμους αλλά σε υποκειμενικότητες και επίσης και σε μεταβλητές όπως είναι
οι συνθήκες μιας εποχής, ο ορίζοντας προσδοκίας τού αναγνώστη , ακόμα
ακόμα και οι απαιτήσεις και νόρμες μιας εποχής. Δε μας συγκινούν σήμερα
οι ίδιες αφηγηματικές μορφές που μας συγκινούσαν στο παρελθόν,ούτε τα ίδια θέματα, ούτε έχουμε τις ίδιες
προσδοκίες από τη λογοτεχνική πράξη. Κάθε εποχή υπαγορεύει ρητά ή άρρητα τις
επιταγές της, τις ανοχές της, τις αντοχές της, τους συμβολισμούς της, τα θέματά
της, τις κραυγές και τις αγωνίες που θέλει να μοιραστεί ο δημιουργός με τον
αναγνώστη, ώστε όταν φωνάζει ο δημιουργός, η φωνή να βγαίνει κι απ τα δικά μας πιο άτολμα
χείλη, η αλήθεια του να ανακουφίζει κι εμάς σα να τη λέμε σ αυτούς που
ενδεχομένως δε θα βρούμε ποτέ τη δύναμη ή την ευκαιρία να την πούμε.
Κι ο Γρηγόρης κάνει αυτό ακριβώς σ αυτή τη
συλλογή διηγημάτων «ο Θεός πίσω από την ντουλάπα» με τον πολύ πρωτότυπο τίτλο
και με τα 9 διηγήματα του που πατούν τόσο σταθερά στην εποχή μας
αλλά και μας ανυψώνουν αρκετά για να μπορέσουμε να την ατενίσουμε
και ως παρατηρητές, όχι μόνο ως δρώντες.
Θα μιλήσω λοιπόν για τη δική μου
πρόσληψη τής συλλογής αυτής και είναι η πρώτη φορά που θα μιλήσω για διηγήματα.
Αν και μου άρεσαν πάντα τα διηγήματα (διαβάζω ευχαρίστως Βιζυηνό Παπαδιαμάντη
Θεοτόκη Τσέχωφ Τολστόι) οφείλω να παραδεχτώ ότι ζούμε περισσότερο στην εποχή
του μυθιστορήματος, ίσως γιατί το
μέγεθος κι η ποσότητα είναι εμμονές και αξίες για την εποχή μας. Το βιβλίο αυτό μου
υπενθυμίζει όμως την ιδιαίτερη μορφή και δύναμη του διηγήματος .
Δεν είναι του παρόντος να ορίσουμε το
διήγημα και να μιλήσουμε για τα χαρακτηριστικά του. Στην αγγλοσαξονική και
ισπανόφωνη λογοτεχνική παράδοση σήμερα αποδίδεται με πολλούς όρους : short story,
minute story, sudden fiction, flash fiction, χρησιμοποιώντας σαν κριτήριο την
έκταση. Θα προτιμήσω να σας μεταφέρω τα λόγια του Φερνάντο
Ιγουασάκι, καθηγητή Iστορίας και Πολιτικής Ιστορίας αλλά και συγγραφέα
από το Περού: «[…] το μυθιστόρημα μπορεί να είναι με το αιματάκι του, αλλά το
διήγημα πρέπει να είναι καλοψημένο. Το μυθιστόρημα πάντα παχαίνει, αλλά το
διήγημα έχει ακριβώς τις θερμίδες που χρειάζονται. Το μυθιστόρημα, αφού το
ανοίξεις, διατηρείται μια χαρά στο ψυγείο, το διήγημα όμως πρέπει να
καταναλωθεί αμέσως. Το μυθιστόρημα έχει συντηρητικά, το διήγημα είναι πλούσιο
σε φυτικές ίνες. Το μυθιστόρημα σε χορταίνει, το διήγημα σού ανοίγει την
όρεξη».
Το πρώτο διήγημα της συλλογής « ο
πολεμιστής με τα σιδερένια κόκαλα» μου άνοιξε τη όρεξη και πριν το καταλάβω
διάβασα μονορούφι τα πέντε από τα 9. Δεν το βαλα στο ψυγείο, το ακούμπησα στο
τραπέζι της κουζίνας, κοιμήθηκα και διάβασα το 6ο λίγες ώρες μετά με τον πρωινό
καφέ, και με το μεσημεριανό φαγητό τα τρία επόμενα.
Καθένα διήγημα, τόσο (σε έκταση) όσο πρέπει
για να ρίξεις μια ματιά στις πολλαπλές όψεις της σημερινής πραγματικότητας. Να
μπεις για λίγο στη ζωή των ανθρώπων που ζουν δίπλα σου και γύρω σου και γιατί
όχι για λίγο και στη θέση τους. Στη ζωή τής κοπέλας που σερβίρει σ ένα καφέ,
μιας γιατρού που ζει στο σπίτι με τον ασθενή με αλτσχάιμερ πατέρα της , του
ηλικιωμένου ζευγαριού που συζεί ερωτευμένο αλλά ημιπαράνομο αφού ο έρωτας στην
ηλικία του αντίκειται στα ισχύοντα ήθη και στις ιδιοκτησιακές οικογενειακές
αντιλήψεις περί των ανθρωπίνων σχέσεων. Να δεις έναν πολιτικό μηχανικό να
προσπαθεί να απαλλαγεί από τη φωνή του Θεού. Έναν μουσικό που πασχίζει να
βρειθεραπεία για να ξεχωρίσει πού
σταματά η φαντασία και πού ξεκινά η πραγματικότητα.Έναν αναπληρωτή καθηγητή που
ζυγίζει τις συνθήκες για ν΄ αποφασίσει αν πρέπει να αφεθεί στον έρωτα. Έναν
παππού που ένα τζογκινγκ στο παρκο τον φέρνει σε επαφή με μια ανοίκεια
πραγματικότητα που του γεννά αμηχανία, θλίψη και τάση για απόδραση.
Όλα τα πρόσωπα είναι σύγχρονα και οικεία με
μια πρώτη ματιά , με διαφορετικές ταυτότητες αλλά σε στιγμιότυπα της ζωής τους
που αποκαλύπτουν πολλά για την ταυτότητα τους και στους ίδιους και σε μας. Στιγμιότυπα
που μέσα από τις μεταμορφώσεις τήςκαθημερινότητας οδηγούν στην « επιφάνεια», στην αποκάλυψη μιας αλήθειας
που ως τότε την αγνοούσε ο ήρωας, μιας αλήθειας που ακόμα κι αν τη γνωρίζουμε
θεωρητικά οι αναγνώστες , μας ξαφνιάζει η εμπειρία της. Οι ενεργοί ήρωες σε
κάθε διήγημα της συλλογής είναι ελάχιστοι και οι χαρακτήρες τους αναδεικνύονται
μέσα από τις συνθήκες που βιώνουν, από τις καταστάσεις που ζουν , που
αναγκάζονται ή επιλέγουν να ζούν. Και οι καταστάσεις μπορεί να είναι κάποτε
οριακές αλλά δεν είναι απαραίτητο αυτό για να διακρίνουμε τις οριακές αλήθειες
τής ζωής. Η πλοκή δεν έγκειται στο πώς διαπλέκονται τα περιστατικά (όπως σε ένα
μυθιστόρημα)αλλά στο πώς αλληλεπιδρούν
οι ήρωες μεταξύ τους μέσα στην αδυσώπητη καθημερινότητα, με τις δεσμεύσεις, τις
ανατροπές και τις ματαιότητες της. Η κάθε μια ιστορία δεν έχει ένα τέλοςνοηματοδοτημένο διακριτά αλλά είναι μια
ενδεχόμενη αρχή για ενσυναίσθηση και αναστοχασμό πάνω στην εποχή και τους
ανθρώπους της. Άλλωστε εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν πια (αν υπήρχαν ποτέ)
και όσο περισσότερο επιμένουμε να ρωτάμε τόσο περισσότερες πιθανότητες έχουμε
να αποδομήσουμε τις βεβαιότητές μας και να βρούμε ένα νόημα.
Ο συγγραφέας μας γράφει για να αφηγηθεί,
όχι για να διδάξει/να καταγγείλει/ να απορρίψει ή να προτείνει κάτι. Και γράφει
για όλα τα σημερινά που μας λυπούν αλλά και που μας λείπουν: την οδύνη να ζεις
τη ζωή όπως τη θέλουν οι άλλοι κι όχι τη ζωή που λαχταράς , τη δυναμική των
ηθών που υπαγορεύει η κοινωνία ακόμα κι όταν δεν έχει κανένα δικαίωμα και νόημα
να το κάνει, τη σύγκρουση ανάμεσα στο καθήκον και την εύλογη ανθρώπινη απαίτηση
να ζούμε ευτυχισμένες στιγμές και να ορίζουμε το πώς ζούμε, τους φόβους και τα
στερεότυπα που βαραίνουν την ψυχή και το νου μας και διακινδυνεύουν καθημερινά
την ευημερία μας. Γράφει για τις λύπες και τις αγωνίες που συχνά τις αψηφούμε
γιατί δε θεωρούνται από τους άλλους σημαντικές και μεγάλες αλλά μικραίνουν σιγά
σιγά την ψυχή μας και τη ζωή μας. Για τις μικρές εκείνες λύπες και τις
καθημερινές απώλειες που φέρνουν δάκρυα στα μάτια και που δεν τολμάμε να τις
παραδεχτούμε, να αναμετρηθούμε με αυτές και με τις ευθύνες μας για αυτές. Η Karen
Blixen,(Δανέζα συγγραφέας) είπε:«Όλες οι λύπες αντέχονται αν μπορείς να τις
βάλεις σε μια ιστορία ή να πεις μια ιστορία γύρω από αυτές». Αυτό διακονεί η
λογοτεχνία . Μιλάει γι αυτά που δύσκολα θα πούμε έξω από τις συμβάσεις της, μάς
επιτρέπει να δακρύσουμε χωρίς ενοχές, να λυπηθούμε χωρίς συγκρίσεις με τα
χειρότερα, να αφεθούμε στο συναίσθημα που τόσο έχουμε ανάγκη και τόσο το έχουμε
καταπιέσει. Ο Γρηγόρης το κάνει με τόλμη εκφραστική, με γλώσσα ρεαλιστική, με
το χιουμορ να καραδοκεί και να επεμβαίνει για να αποφορτίσει ή να ειρωνευτεί,
με ταχύτητα κινηματογραφική αλλά και με παρρησία, με σθένος και κατανόηση. Και
αφήνει και χώρο να εισχωρήσει και το φανταστικό, το εξωπραγματικό που βοηθάει
συχνά να οριοθετήσουμε αλλά και να αντέξουμε την πραγματικότητα.
Σε μια συνέντευξη του ο Γρηγόρηςείπε ότι «ζούμε σε μια πραγματικότητα λειψή,
καταλαβαίνουμε λίγα πράγματα απ αυτά που συμβαίνουν» και δε θα διαφωνήσω
καθόλου. Συχνά δεν προλαβαίνουμε ή δε θέλουμε να καταλάβουμε. Ενδιαφέρει το ότι
συχνά δεν προσπαθούμε καθόλου να καταλάβουμε. Με την ανάγνωση, αφουγκραζόμαστε
αυτό που κάθε μέρα μάς διαφεύγει, κατανοούμε λίγο καλύτερα τα πράγματα για να
συμπληρώσουμε τις ζωές μας, να κάνουμε τις ελλείψεις λιγότερες και δεν είναι
λίγο αυτό.
Διαβάζοντας το βιβλίο ένιωσα πως είχα καιρό
να διαβάσω για την ιδιομορφία, τη δυσκολία και την οδύνη της σημερινής εποχής. Να
δακρύσω για τις μικρές ειρηνικές λύπες που ζούμε, για τη συναισθηματική ένδεια
σε εποχές υλικής αφθονίας, για τους καθημερινούς πολέμους της επιβίωσης αλλά
και για τις επαναστάσεις που δεν κάνουμε σε μια περίοδο,που μπορεί να είναι πιο εύκολη από άλλες,
αλλά δεν είναι καθόλου εύκολη. Να σκεφτώ ότι πολλά απ΄τα ανθρώπινα μένουν ίδια
ακόμα κι αν διαφοροποιούνται τα πλαίσια κι οι συνθήκες μέσα στις οποίες
εκτυλίσσονται. Δεσμά υπάρχουν ακόμα, και
αλυσίδες του νου, καταπίεση υπάρχει κι ας βαφτίζεται πρόνοια ή ενδιαφέρον,
ανεκπλήρωτα όνειρα έχουμε, άσχετα αν μένουν ανεκπλήρωτα λόγω υποκειμενικών κι
όχι πάντα αντικειμενικών συνθηκών. Κι αδιέξοδα θα υπάρχουν όσο τα στερεότυπα
και η κοινωνική δυναμική θα επενεργούν πάνω στη βούληση και τη δύναμη του
ατόμου.. Γι αυτά θα διαβάσετε στα διηγήματα αυτά.
Και να πω και κάτι άλλο. Νομίζω ότι είναι
πιο δύσκολο να μιλάς για το τώρα με τη γλώσσα τη σημερινή, για το εδώ από μέσα
, χωρίς την απόσταση που υπαγορεύει το χθες, να απευθύνεσαι στους συγχρόνους
σου που μοιράζονται εκδοχές της σύγχρονης πραγματικότητας αλλά διατηρούντη δική τους πρόσληψη, τη δική τους θέαση και
άποψη . Θέλει ένα σθένος αυτό. Να εκθέσεις τη δική σου εκδοχή που μπορεί να
έρχεται σε αντίθεση με τις συμβατικές αντιλήψεις και προσδοκίες, να ξεφεύγει
από το καθιερωμένα όρια αποδοχής, να συγκρούεται με τον ολοκληρωτισμό της
πολιτικής ορθότητας, με την υποκρισία των καιρών.
Ευτυχώς
που το βρήκες Γρηγόρη, και να συνεχίσεις να το ψάχνεις,γιατί μένουν πολλά να ειπωθούν για το εδώ και
το τώρα. Ας μιλήσουμε για μας ΕΜΕΙΣ, πριν μιλήσουν οι άλλοι για μας. Έχουμε το
δικαίωμα, για να μην πω την υποχρέωση.
Ευχαριστώ πολύ που μου δώσατε την ευκαιρία
( εσύ κι η αγαπητή μου Τασούλα από το Ηλιοτρόπιο) να μοιραστώ λίγες από τις
πολλές σκέψεις που έκανα διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τις ωραίες ιστορίες
σου. Περιμένω τις επόμενες………Ο λόγος
στο συγγραφέα.
Ολόκληρη η ομιλία του Αλέκου Χατζηκώστα
Ξεκινώντας- λόγω της σημερινής πανεργατικής
απεργίας θα ήθελα να αφιερώσω την παρέμβαση μου στην ηρωίδα του διηγήματος «Γιασεμί
και πετρέλαιο» Νατάσα, και σε κάθε Νατάσα
εργαζόμενη σε καφέ που ίσως θα ήθελε σήμερα να απεργήσεις φοβόταν όμως πως αν
το έκανε θα την απέλυαν την επόμενη ημέρα.
Tην εποχή της εικόνας, του έξυπνου κινητού,
του τάμπλετ, μικροί – μεγάλοι συνηθίζουν ή μάλλον μας επιβάλουν ουσιαστικά έναν
τρόπο ζωής που τον χαρακτηρίζουν ως μοντέρνο και σύγχρονο. Τελευταία μου
εντύπωση η εικόνα των εκατοντάδων έξω από το σπίτι της παιδοκτόνου στην Πάτρα
με τα κινητά στα χέρια να φωτογραφίζονται. Τελικά αυτό που μας χρειάζεται είναι
μία κοινωνία απέραντο μπιγκ-μπράδερ, μία κοινωνία του ισταγκραμ κενή ουσίας,
περιεχομένου και μόνο του «φαίνεσθαι»;
Η εικόνα απαιτεί ουσιαστικά έναν παθητικό δέκτη,
που βλέπει και πάει παρακάτω. Το τι μένει είναι θέμα προς εξερεύνηση. Νομίζω
πάντως όχι πολλά.
Η ανάγνωση βιβλίων πιθανώς να θεωρείται
σήμερα «αρχαία ιστορία» και τα βιβλία ένα παρωχημένο είδος που τείνει να
εκλείψει. Η ζημιά όμως που μπορεί να προκαλέσει αυτή η θεώρηση είναι τεράστια. Σε
αντίθεση με την εικόνα, η ανάγνωση χρειάζεται την ενεργή συμμετοχή του
αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα οι χρόνοι είναι εντελώς διαφορετικοί. Ο αναγνώστης
μπορεί να ακολουθήσει τον δικό του χρόνο. Να σταθεί σε κάποια φράση που του
έκανε εντύπωση, να γυρίσει πίσω και να ξαναδιαβάσει κάποια σελίδα, να κλείσει
το βιβλίο και να επανέλθει αργότερα. Η εικόνα τρέχει και σε αναγκάζει να
τρέχεις μαζί της. Το γραπτό κείμενο είναι ο φίλος που θα σταθεί δίπλα σου και
θ' ακολουθήσει τους ρυθμούς σου ανταποκρινόμενο στη διάθεσή σου.
Το διάβασμα όμως είναι μια συνήθεια που αν
δεν την αποκτήσει κανείς από μικρός είναι δύσκολο να την αποκτήσει μεγάλος.
Το βιβλίο τελικά είναι ένα τεράστιο
εργαστήρι όχι μόνο γνώσης, αλλά και διαμόρφωσης της προσωπικότητας, σύντροφος
στη ζωή και συνδημιουργός της.
Ο Μπρεχτ έλεγε πως τον καιρό της φρίκης θα
τραγουδάμε το τραγούδι της φρίκης. Αλήθεια σε καιρούς φτώχεια, πανδημίας και
πολέμου τι έχει να μας προσφέρει το βιβλίο; Το βιβλίο περισσότερο θα ήθελα να
ψιθυρίζει πως ακόμα και στα δύσκολα ο μόνος δρόμος είναι ο δρόμος. Η μόνη ευχή
είναι να βρουν οι αναγνώστες και του συγκεκριμένου βιβλίου λύσεις και να
παλέψουν για έναν κόσμο καλύτερο και δικαιότερο. Αλλά αυτό επιτυγχάνεται μόνο
αν μπορέσεις και κατανοήσεις το πρόβλημα του άλλου και αναζητήσεις με τόλμη
απαντήσεις. Μόνο αν γνωρίζεις κάτι καλά, μπορείς να το αλλάξεις.
Το βιβλίο του Γρηγόρη είναι ευκολοδιάβαστο.
Μπορεί να διαβαστεί αυτοτελώς στις 9 ιστορίες- διηγήματα που περιλαμβάνει, αλλά
και μονορούφι σαν μία ταινία από τα βιου μαστερ που βλέπαμε μικροί μιας και
όλες οι ιστορίες έχουν ως συνεκτικό του ιστό τη ανθρωπιά, τους ανθρώπους που
βρίσκονται μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις. Ανθρώπων που ερωτεύονται, αγωνίζονται,
αναρω-τιούνται, βαλτώνουν.
Και η φαντασία, το φανταστικό να ξύνει τον
σκληρό μας κόσμο που όπως έγραφε και ο Τ. λειβαδίτης
«Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ' το δέντρο που βρέχεται». Δεν κρύβει άλλωστε τις επιρροές του.
Διαβάζουμε από σχετική του συνέντευξη: « Λατρεύω το Φανταστικό και τον
Μαγικό Ρεαλισμό. Ίσως έχω πολλές επιρροές, ίσως καμία, ίσως έχει δημιουργηθεί
μια συνισταμένη από όλα τα αναγνώσματά μου. Από τον Asimov και τον Clarke μέχρι
τους αγαπημένους Dan Simmons και Iain M. Banks. Από τον Tolkien μέχρι τον Gavriel
Kay και τον Steven Erikson. Από την Άλκη Ζέη μέχρι τον Χειμωνά, τον Κορτώ και
τον Ζουργό. Από τον Παπαδιαμάντη και τον Θεοτόκη. Σίγουρα από τους δύο
τελευταίους. Ζηλεύω την τόλμη τους, τον τρόπο που καταδύονταν στις ανθρώπινες
ψυχές, όλα όσα έγραφαν περισσότερο από εκατό χρόνια πριν.»
Ίσως και τα παραπάνω αναγνώσματα- δεν είμαι
προσωπικά φαν όλων τους- να δίνουν κατάλληλα ερμηνευτικά εργαλεία για να
σκύψουμε βαθύτερα στα διηγήματα του, γιατί όπως προείπα μπορεί να είναι
ευκολοδιάβαστο, αυτός όμως δεν σημαίνει ότι δεν απαιτούνται και διάφορες
αναγνώσεις και σκέψεις!
Ας τελειώσω με ένα απόσπασμα βιβλιοκριτικής
άλλου που συμφωνώ:
«Ο Γρηγόρης Φεϊζατίδης…πλάθει προπλάσματα,
φτιάχνει εκπλήξεις με λέξεις και δειλά πυροτεχνήματα. Σαν και αυτά τα τελευταία,
οι ανθρώπινες επιλογές προχωρούν την ζωή μες στον χρόνο, αφήνουν τα
πρόσωπα να παλεύουν, να αδημονούν, να χάνουν την μουσική, να φορούν σιδερένια
κόκαλα, μίνι φορέματα.»