Δεν πέρασε πολύς καιρός από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης με αφορμή την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2026 και το κλίμα ευφορίας που καλλιεργούσε πριν τρεις βδομάδες για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Μόλις σε λίγους μήνες αποδείχθηκε πόσο άνθρακας ήταν ο θησαυρός, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο επίσημος πληθωρισμός σε ... Περισσότερα
Τα κατάφερες παλικάρι μου! (ΔΙΗΓΗΜΑ)
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει η Ελένη Καραγιάννη
Το εργοστάσιο είχεκηρύξειπτώχευση. Ούτε που
καταλάβαμε πώς βρεθήκαμε στον δρόμο από τη μια στιγμή στην άλλη. Τα αφεντικά τα
βρήκαν με τις ασφαλιστικές και αποζημιώθηκαν. Εμείς από την άλλη δεν πήραμε
δεκάρα τσακιστή. Μας πέταξαν σαν την τρίχα από το ζυμάρι. Ήμουν γύρω στα
πενήντα οχτώ. Από μικρό παιδί στο μεροκάματο κολλούσα βαρέα και ανθυγιεινά.
Λίγα ένσημα ήθελαακόμη για τη σύνταξη.
Αλλά,άντε τώρα να βρεις δουλειά σε
αυτήν την ηλικία. Άρχισα να απελπίζομαι.
Παντού πόρτες κλειστές και φτώχεια καταραμένη. Μέχρι που
ήρθε εκείνος ένα πρωινό του Οκτώβρη με το κλάμα του να μου δείξει και την άλλη
όψη της ρουφιάνας της ζωής. Δύσκολη γέννα. Μας τρόμαξε ο μπαγασάκος μέχρι να
ξεμυτίσει. Τον πήρα στην αγκαλιά μου μπλαβιασμένο και ταλαιπωρημένο από τον
πολύωρο τοκετό και του ψιθύρισα: « Καλώς όρισες παλικάρι μου!»Το πρώτο μου εγγόνι. Του παιδιού μου το
παιδί. Δυο φορές παιδί μου.Τον λάτρεψα
από την πρώτη στιγμή τον λιλιπούτειο ανθρωπάκο μου. Η αλήθεια είναι ότι του έχω
μεγάλη αδυναμία του Παυλή μου. Το ομολογώ. Στα χέρια μου μεγάλωσε μέχρινα πάει αυτόςπρονήπια κι εγώ πίσω στη δουλειά.
Σήμερα είναι τα γενέθλιά του. Περιμένω να ακούσω το κλειδί
στην εξώπορτα της μικρής πέτρινης μονοκατοικίας που στέκει δίπλα στις
πολυώροφεςπολυκατοικίες της γειτονιάς
σε πείσμα των εργολάβων.Σιγά μην έδινα
αντιπαροχή το σπίτι της οικογένειάς μου, το γεμάτο γλυκές θύμησες και ιστορίες.
Γι αυτές τις ιστορίες με κατηγορεί η μάνα του, η μεγάλη μου κόρη. Του φουσκώνω
λέει τα μυαλά με δαύτες, τον ξεσηκώνω. Εγώ τον ξεσηκώνω; Αυτός με ξεσηκώνει με
τα νιάτα και τη ζωντάνια του. Εγώ, ένα ξύλο απελέκητο, λίγα πράγματα
μονάχαπάσχισα να του μάθω. Όσα ήξερα.
Να ξεχωρίζει το καλό από το κακό, το δίκαιο από το άδικο, το όμορφο από το
άσχημο, να αγωνίζεται για έναν καλύτερο κόσμο.
Μπήκε σαν σίφουνας. Μαζί του μία ομάδα παιδιών του Λυκείου.
Πέταξε τη σχολική τσάντα στον καναπέ, άνοιξε το ψυγείο, ήπιε κρύο νερό από το
μπουκάλι και μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο. «Ιστορική μέρα σήμερα παππού»,
είπε και κατευθύνθηκε με την παρέα του στο αποθηκάκι του κήπου. Δεν πρόλαβα να
του ευχηθώ χρόνια πολλά και να του δώσω το δώρο του. Κάτι σκαρώνουν εδώ και
μέρες. Τρία μπουκάλια σπρέυ χρησιμοποίησαν. Μέχρι και την ουρά της γάτας
κοκκίνισαν πάνω στη φούρια τους οι αθεόφοβοι. Έφευγαν μ’ ένα μεγάλο πανό.
«Πότε θα μαζέψουμε τα φύλλα από την αυλή και θα ξεφορτώσουμε
τη ροδιά από τον καρπό της, Παυλή μου;» φώναξα πίσω από την πλάτη τους λίγο
πριν κλείσουν την καγκελόπορτα.
«Μετά το συλλαλητήριο παππού», υποσχέθηκε εκείνος.
Κρεμασμένος από τα κάγκελα της αυλής προσπαθούσα να τους
διακρίνω.Ακούγονταν σαν ένα πολύβουο
σμάρι μελισσών. Σε λίγο θα περνούσαν από μπροστά μου για να συγκεντρωθούν στην
κεντρική πλατεία της πόλης. Μπροστάρηδες ο Παυλής και οι φίλοι του. Το ένα χέρι
στο πανό και το άλλο υψωμένη γροθιά. Η φωνή τους στεντόρεια έσκιζε τον αέρα με
αντιφασιστικά συνθήματα. Την ίδια ώρα μία μαυροφορεμένη μάνα στην τηλεόραση του
σαλονιού ύψωνε και τα δυο της χέρια στον ουρανό αναζητώντας τον δικό της Παύλο
για να του πει ότι κατάφερε να νικήσει το μίσος και τον ναζισμό. Τα γέρικα
δάκρυά μου κύλησαν περήφανα πάνω στην μπουκαμβίλια . Άρχισα να τρέχω πίσω από
τα παιδιά σαν τρελός. Με σταμάτησε ένας γείτονας. « Πού πάτε κύριε Παύλο;» με
ρώτησε.
«Στη γυναίκα μου», απάντησα λαχανιασμένος.Πόσο θα χαρεί η γιαγιά του να μάθει ότι
σήμερα το παλικάρι μας έγινε από παιδί άντρας, ότι σήμερα όλοι οι Παύλοι τα
καταφέραμε. Δέκα λεπτά με τα πόδια ως το κοιμητήριο. Θα φτάσω κι ας βγήκα στον
δρόμο χωρίς το μπαστούνι μου.