Του Αλέκου Χατζηκώστα *
Η κυβέρνηση κάνει λόγο για
«ελεγχόμενη αντιπαράθεση», μετά την πρόσφατη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Σερβίρει
μάλιστα αυτό προπαγανδιστικά με αναφορές περί «ισχυρών συμμάχων» και «διαφορετικών
δεδομένων» που δημιουργεί η παρουσία γαλλικών και αμερικάνικων μονοπωλίων, όπως
και η αναβαθμισμένη σχέση με το ... Περισσότερα
Και πάλι ορισμένες σκέψεις για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις
από Η Άλλη Άποψη
Του Αλέκου Χατζηκώστα *
Η κυβέρνηση κάνει λόγο για
«ελεγχόμενη αντιπαράθεση», μετά την πρόσφατη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Σερβίρει
μάλιστα αυτό προπαγανδιστικά με αναφορές περί «ισχυρών συμμάχων» και «διαφορετικών
δεδομένων» που δημιουργεί η παρουσία γαλλικών και αμερικάνικων μονοπωλίων, όπως
και η αναβαθμισμένη σχέση με το κράτος - δολοφόνο Ισραήλ.
Η πραγματικότητα όμως στον
φλεγόμενο από πολέμους κόσμο μα είναι διαφορετική. Αναμφίβολα οι ελληνοτουρκικές
σχέσεις κινούνται σε τροχιά όξυνσης και μέσα από πολλά κανάλια επιχειρείται να
δηλητηριαστεί η λαϊκή σκέψη από την αστική ερμηνεία των εξελίξεων, να
αποκρυφτούν οι βασικές αιτίες των προβλημάτων.
Στόχος της κυρίαρχης πολιτικής
και προπαγάνδας είναι να εγκλωβιστεί ο λαός στη λεγόμενη «εθνική ενότητα», σε
εθνικιστικά συνθήματα και πολεμοκάπηλες κραυγές.
Το αποτύπωμα στα Ελληνοτουρκικά ,
η βάση τους,είναι η προσπάθεια των δύο
αστικών τάξεων να κατοχυρώσουν και να επεκτείνουν τον ζωτικό τους χώρο με
μεγαλύτερη εμπλοκή στον πόλεμο και νέες συμμαχίες, διεκδικώντας αναβαθμισμένους
ρόλους στο μοίρασμα της ιμπεριαλιστικής λείας. Η αντιπαράθεση μόνο «ελεγχόμενη»
δεν είναι, σε συνθήκες που φουντώνει ο ιμπεριαλιστικός πόλεμοςσε Ουκρανία και Μ. Ανατολή και πέφτουν το ένα
μετά το άλλο τα κομμάτια του ντόμινο στην περιοχή.
Η ένταση ανάμεσα στα δύο κράτη
έχει πίσω της μια επικίνδυνη ιστορική διαδρομή. Η Ελλάδα και η
Τουρκία εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ το 1952, διατηρούν και αναπτύσσουν στρατηγικές
σχέσεις με τις ΗΠΑ, διαθέτουν αμερικανικές βάσεις και συνδέονται με την ΕΕ, η
Ελλάδα ως μέλος και η Τουρκία ως υποψήφιο μέλος. Πάνω στον άξονα της
ευρωατλαντικής στρατηγικής διαμορφώνουν την πολιτική τους, καθορίζουν
προτεραιότητες, σύμφωνα με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των καπιταλιστών.
Ο ανταγωνισμός των αστικών τάξεων
έχει οδηγήσει σε εντάσεις και κρίσεις. Το 1974, με την τουρκική εισβολή -
κατοχή στην Κύπρο, το 1976 και το 1987 για τις θαλάσσιες ζώνες, το 1996 στα
Ιμια, το 2006 όταν τουρκικό και ελληνικό μαχητικό F-16 συγκρούστηκαν
νοτιοανατολικά της Καρπάθου με αποτέλεσμα τον θάνατο του σμηναγού Κ. Ηλιάκη, το
2018 που τουρκική ακταιωρός εμβόλισε σκάφος του Λιμενικού, το 2020 με τις
παραβιάσεις του ερευνητικού πλοίου «Ορούτς Ρέις» στο Καστελόριζο.
Η αστική τάξη της Τουρκίας,
ενισχύοντας σταδιακά τις θέσεις της και ιδίως μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού
στην ΕΣΣΔ, διεύρυνε τις απαράδεκτες διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική
Μεσόγειο, αξιοποιώντας τη στάση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων του
ευρωατλαντισμού.
Η «καύσιμη
ύλη» συσσωρεύεται και παρά τα παζάρια για συμβιβασμό οι διαφορές
παραμένουν και τροφοδοτούνται από τις εξελίξεις στην περιοχή, διαμορφώνοντας
όρους νέων κρίσεων, ακόμα και με τη χρησιμοποίηση στρατιωτικών μέσων.
Το συμπέρασμα είναι
αδιαμφισβήτητο. Στο πλαίσιο της αστικής εξουσίας και της ΝΑΤΟικής συμμαχίας,
καταπατιέται το δικαίωμα των λαών να ζήσουν ειρηνικά, οι διμερείς σχέσεις
επιδεινώνονται και πολλαπλασιάζονται οι κίνδυνοι.
Αυτήν την περίοδο προβάλλεται
ιδιαίτερα ο βασικός κορμός των διεκδικήσεων του τουρκικού κράτους, με νέα
στοιχεία, στο πλαίσιο του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», που συνιστά ευθεία
αμφισβήτηση των συνόρων και των κυριαρχικών δικαιωμάτων μεγάλου αριθμού
ελληνικών νησιών. Απέναντι σε αυτό οι κυβερνώντες προβάλλουν την ελληνογαλλική
συμμαχία και ανακαλύφθηκε ο νέος «σωτήρας», η γαλλική πολυεθνική εταιρεία
«Meridiam», που αναπτύσσει οικονομικές δραστηριότητες στην τουρκική αγορά, της
τάξης των 2,3 δισ. ευρώ, ενώ αναζητείται σενάριο νέου συμβιβασμού με τις
τουρκικές αρχές για τη διεξαγωγή των σχετικών ερευνών.
Πολύ σοβαρός παράγοντας στην
όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι η στρατηγική, οικονομική και
πολιτική συμμαχία της Ελλάδας με το κράτος - δολοφόνο Ισραήλ, που διατηρεί
για δεκαετίες την κατοχή σε παλαιστινιακά εδάφη και ευθύνεται για τη γενοκτονία
του παλαιστινιακού λαού, τις επιθέσεις κατά του Ιράν, τα εγκλήματα στον Λίβανο,
την κατοχή λιβανέζικων και συριακών εδαφών. Η ελληνική κυβέρνηση με τη συνενοχή
του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, με τον Τσίπρα ή στη συνέχεια, καμαρώνει για τις
σχέσεις αυτές και βάζει τη χώρα στη δίνη των ανταγωνισμών των αστικών τάξεων
του Ισραήλ και της Τουρκίας για τον έλεγχο της Συρίας και της ευρύτερης
περιοχής, τους ενεργειακούς και πολεμικούς σχεδιασμούς.
Η κατάσταση περιπλέκεται μετά την
υπογραφή της Συμφωνίας Ελλάδας - Ισραήλ για την αποκαλούμενη «Ασπίδα του
Αχιλλέα», που θα στοιχίσει στον λαό 3 δισ. ευρώ.
Οι αναφορές και των δύο πλευρών
για «προβολή ισχύος στο πεδίο» προετοιμάζουν το έδαφος και ο λαός δεν μπορεί να
γίνει θεατής, να συρθεί στο πολεμικό σφαγείο για τα συμφέροντα της
πλουτοκρατίας. Η κυβέρνηση και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις παίζουν με τη φωτιά.
Καλλιεργούν ψεύτικες προσδοκίες ποντάροντας στις ΗΠΑ, στο ΝΑΤΟ, στην ΕΕ και
στις άλλες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, που προωθούν τα δικά τους συμφέροντα στην
περιοχή και διατηρούν στρατηγικές σχέσεις με την αστική τάξη της Τουρκίας, στον
ανταγωνισμό και την πολεμική προετοιμασία με τη Ρωσία και την Κίνα.
Η υπεράσπιση της εδαφικής
ακεραιότητας της χώρας συνδέεται με την πάλη για το ξερίζωμα της εκμετάλλευσης
και των αιτιών των ιμπεριαλιστικών πολέμων, με την πάλη για την ανατροπή του
καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, που είναι ο μοναδικός δρόμος
για την ανάπτυξη αμοιβαία επωφελών σχέσεων με τους άλλους λαούς, που δεν έχουν
τίποτα να μοιράσουν. Αυτή είναι πατριωτική και διεθνιστική προσφορά σε πλήρη
αντιστοιχία με τα εργατικά - λαϊκά συμφέροντα. Απέναντι στην καπιταλιστική
βαρβαρότητα, προβάλλει η κοινή πάλη των λαών για καμία αλλαγή των συνόρων και
των Συνθηκών που τα καθορίζουν, για απαίτηση να γίνει σεβαστή η θέληση των δύο
γειτονικών λαών πως επιθυμούν και διεκδικούν να ζήσουν ειρηνικά, και με τον
κοινό τους αγώνα μπορούν να γίνουν πρωταγωνιστές, να ανοίξουν τον δρόμο της
ανατροπής του συστήματος της εκμετάλλευσης και των πολέμων