Του Αλέκου Χατζηκωστα * Το πρόβλημα είναι υπαρκτό και παίρνει διαστάσεις. Η κρίση ψυχικής υγείας στα παιδιά παγκοσμίως επιδεινώνεται και έφθασε σε κρίσιμο σημείο, από την «ανεξέλεγκτη εξάπλωση» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης , σύμφωνα για παράδειγμα με έκθεση της οργάνωσης για τα δικαιώματα των παιδιών «KidsRig... Περισσότερα
Κυβέρνηση και φαρμακοβιομήχανοι στέλνουν το λογαριασμό στο λαό
Τελευταία ενημέρωση από Η Άλλη Άποψη
Ο «καβγάς» και στην περίπτωση της υπόθεσης «Novartis» γίνεται για το «πάπλωμα» ανάμεσα σε όσους μοιράζονται το ίδιο «κρεβάτι». Τα στοιχεία και οι εκτιμήσεις που διαρρέονται δεξιά και αριστερά υπολογίζουν στα 3 δισ. ευρώ τη ζημιά που έχει υποστεί το Δημόσιο από το 2000 έως το 2015, μόνο από την υπόθεση της «Novartis», ποσό που ανεβαίνει στα 23 δισ. ευρώ, υπολογίζοντας το σύνολο της ζημιάς για την ίδια περίοδο, από τη «διαφθορά» και την «αμέλεια» σε σχέση με το χώρο του Φαρμάκου. Την ίδια περίοδο, εκτιμάται ότι η Ελλάδα δαπανούσε για φάρμακα το διπλάσιο από το μέσο όρο της ΕΕ.
Η σημερινή κυβέρνηση, όμως, που κραδαίνει τη ρομφαία της κάθαρσης, συνεχίζει να κάνει μια χαρά τη δουλειά για λογαριασμό των φαρμακοβιομηχάνων. Ετσι, η μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, για την οποία κομπάζει, μέσα στις γενικότερες περικοπές των κρατικών δαπανών, ιδιαίτερα την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης, συνέβαλε αναμφίβολα στη «δημοσιονομική προσαρμογή» και στους στόχους του «ματωμένου» πλεονάσματος,αλλά δεν έγινε προς όφελος του λαού, που συνεχίζει να χρυσοπληρώνει τα φάρμακα και με το παραπάνω.
Παρά τη δραστική μείωση που έχει καταγράψει τα τελευταία χρόνια η φαρμακευτική δαπάνη, και που συνεχίζεται με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, η αποτύπωση στις λιανικές τιμές είναι πάρα πολύ μικρή. Για φέτος, η ονομαστική φαρμακευτική δαπάνη έχει περιοριστεί στο 1,945 δισ. ευρώ,με τη μέση τιμολογιακή μείωση των σκευασμάτων από το 2010, να φτάνει το 63,2%.Παρ' όλα αυτά,η μείωση της μέσης αξίας ανά πωλούμενο τεμάχιο σε λιανικές τιμές είναι μόνο 16,44%! Δηλαδή, η κρατική δαπάνη για το φάρμακο μειώνεται, αλλά όχι και το κόστος των φαρμάκων, με αποτέλεσμα ο ασθενής να επιβαρύνεται επιπρόσθετα για την αγορά του.
Συγκεκριμένα, η περικοπή και τα «πλαφόν» της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, με ευθύνη της σημερινής και των προηγούμενων κυβερνήσεων, χωρίς αντίστοιχη μείωση της τιμής των φαρμάκων,έχουν οδηγήσει στην εκτίναξη των πληρωμών των ασθενών μεσοσταθμικά, από το 9% το 2009, στο 30% περίπου σήμερα,υπολογίζοντας μάλιστα μόνο τα φάρμακα της «θετικής λίστας», δηλαδή αυτά που συνταγογραφούνται και ο ΕΟΠΥΥ συμμετέχει στην αποζημίωσή τους. Στην πράξη, τα ποσοστά συμμετοχής των ασθενών είναι πολύ μεγαλύτερα από αυτά που προβλέπονται τυπικά (0% - 10% - 25%).
Στα παραπάνω πρέπει να υπολογιστούν επίσης τα φάρμακα της λεγόμενης «αρνητικής λίστας» (συνταγογραφούνται, αλλά δεν αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ), τα Μη Συνταγογραφούμενα Φάρμακα (ΜΗΣΥΦΑ), των οποίων η τιμή πρόσφατα «απελευθερώθηκε» και πληρώνονται 100% από τους ασθενείς.
Με όλα αυτά κατέληξαν τοκράτος και τα ασφαλιστικά ταμείανα πληρώνουν κατά57,7% λιγότερα,ενώ οιασφαλισμένοινα πληρώνουν συμμετοχή κατά43,1% περισσότερα σε σχέση με το 2009.Κι έπεται συνέχεια! Οι προκαθορισμένοι και πετσοκομμένοι προϋπολογισμοί για τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη υπαγορεύουν για κάθε φάρμακο που εισάγεται στη λίστα των φαρμάκων που αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ να αφαιρούνται φάρμακα ίσης αξίας, τα οποία θα πληρώνονται εξολοκλήρου από τους ασθενείς.
Προωθούνται, επίσης, κλειστοί προϋπολογισμοί στη συνταγογράφηση ανά θεραπευτική κατηγορία, σε συνδυασμό με την ενσωμάτωση υποχρεωτικών θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Ολα αυτά, σύμφωνα με καταγγελίες των ίδιων των επιστημόνων και των φορέων τους, συντελούν ώστεχιλιάδες ασθενείς να διακόπτουν τη θεραπεία τους,επειδή δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην αγορά των πανάκριβων φαρμάκων.
Οι περικοπές στην κρατική φαρμακευτική δαπάνη και αντίστροφα η αύξηση των πληρωμών από τα λαϊκά στρώματα είναι μέρος της συνολικότερης αντιλαϊκής επίθεσης και στο χώρο της Υγείας. Αυτό επιβεβαιώνει και ητεράστια μείωση στην κρατική χρηματοδότηση του ΕΟΠΥΥ,όπως ηνέα μείωση της κρατικής χρηματοδότησης των νοσοκομείων και των μονάδων ΠΦΥ κατά 360 εκατ.ευρώ στον κρατικό προϋπολογισμό του 2018.