Δεν πέρασε πολύς καιρός από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης με αφορμή την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2026 και το κλίμα ευφορίας που καλλιεργούσε πριν τρεις βδομάδες για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Μόλις σε λίγους μήνες αποδείχθηκε πόσο άνθρακας ήταν ο θησαυρός, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο επίσημος πληθωρισμός σε ... Περισσότερα
Το δίπολο φτώχεια-βία
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
Η περίοδος της βαθιάς και οξυμένης οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης έχει αλλάξει ριζικά και δομικά τον τρόπο πρόσληψης της κοινωνικής συσσωμάτωσης που λέγεται εργατική τάξη. Η διαχείριση και η «οργάνωση» των ενεργών «ροών» της οικονομικής κρίσης «αποκαλύπτει» μία προσίδια και έντονη «ταξικότητα», η οποία αφενός μεν επικαλύπτει «ολικά» τα συμφέροντα του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας, αφετέρου δε τείνει να περιθωριοποιεί την εργατική τάξη, ευρύτερα το μπλοκ των λαϊκών-καταπιεσμένων τάξεων. Η «ολική» αναδιανομή του κοινωνικά παραγόμενου προϊόντος από τα «κάτω» προς τα «άνω» νοηματοδοτεί το πλαίσιο της ενεργού παρέμβασης των κυβερνήσεων, που το από το 2009 μέχρι σήμερα διαχειρίζονται τους όρους εκδίπλωσης της οικονομικής κρίσης. Την συγκεκριμένη «ολική» αναδιανομή πλούτου συνοδεύει η επίσης «ολική» αλλά και δομική «αναδιανομή» κοινωνικής ισχύος και δύναμης.
Το συνολικό Μνημονιακό οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο έχει συμβάλλει στην αποδόμηση παραδοσιακών κοινωνικών συμμαχιών, μεταβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο την «κίνηση» στο πεδίο του κοινωνικού. Έτσι δύναται να διαμορφωθεί μία κίνηση αντίστροφης κοινωνικής ισχύος και πολιτικών σημασιοδοτήσεων: 1. Από την μία πλευρά, οι εργαζόμενοι βιώνουν καθημερινά την βία, είτε στο χώρο της εργασίας είτε στο πεδίο του κοινωνικού, ήτοι στο πεδίο της εργατικής εναντίωσης στην τρέχουσα Μνημονιακή διαχείριση. Η βία που ασκείται πάνω στους εργαζόμενους νοείται ως βία εργοδοτική, ως βία λεκτική που, στο πεδίο του κοινωνικού μετασχηματίζεται σε σωματική βία που ασκούν οι καταπιεστικοί μηχανισμοί του αστικού κράτους, οι οποίοι, ασκώντας πολλαπλή και πολύπλευρη βία επιτυγχάνουν την προσίδια αναπαραγωγή τους.
Η εργοδοτική βία, η βία που επιδεινώνει τους όρους αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της απόλυσης, της μείωσης των μισθών, της ευέλικτης και μερικής απασχόλησης. Με αυτόν τον τρόπο τέμνει και ανατέμνει τον χώρο εργασίας, ενώ, την ίδια στιγμή επιτελεί την διαδικασία της «άσκησης» και της «επιστροφής: Δηλαδή, αφενός μεν ασκείται πάνω στους εργαζόμενους ως βία που τείνει να εκμηδενίσει την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, αφετέρου δε «επιστρέφει» στους ίδιους τους εργοδότες (ομιλούμε για μερίδες της άρχουσας τάξης) ως διασφάλιση και σημαντική διευκόλυνση των όρων «αναπαραγωγής» του κέρδους. Η οργανική σύμφυση της εργοδοτικής με την κρατική-κατασταλτική βία αποκρυσταλλώνεται στο πεδίο της παρέμβασης της εργατικής τάξης, κάτι που ισοδυναμεί με την μειωμένη κοινωνική της ισχύ.
2. Από την άλλη πλευρά, το άρχον αστικό συγκρότημα εξουσίας, ισχυροποιείται οικονομικά, αναδιατάσσει το πλέγμα των συμμαχιών του κοινωνικά, ενώ, την ίδια στιγμή, ανάγεται στο πεδίο του κράτους και των δομών του. Και κύρια σε περιόδους βαθιάς και πολυεπίπεδης οικονομικής κρίσης, η άρχουσα τάξη προσδένεται οργανικά στο κράτος, (πέρα και πάνω από πολιτικές εκπροσωπήσεις), επιβεβαιώνοντας τον Νίκο Πουλαντζά: το κατεξοχήν κύριο πολιτικό «κόμμα» της άρχουσας τάξης είναι και θα είναι το κράτος. Μπορούμε να αναλύσουμε και αλλιώς την παρούσα κατάσταση: ενώ το κράτος ισχυροποιείται έχοντας ως προμετωπίδα τους καταπιεστικούς μηχανισμούς του, οι υποτελείς τάξεις χάνουν τους κρίσιμους αρμούς συγκρότησης τους, χάνουν την δυνατότητα ενεργού παρέμβασης στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.
Στην Ελλάδα της βαθιάς οικονομικής κρίσης, οι υποτελείς λαϊκές τάξεις αντιμετωπίζουν την δομική φτώχεια, η οποία και μεταβάλλει ριζικά τον τρόπο πρόσληψης της ίδιας της ζωής. «Τα τελευταία 4 χρόνια (2010-2013) παρατηρείται αύξηση της «υλικής στέρησης», δηλαδή του πληθυσμού που, λόγω οικονομικών δυσκολιών, στερείται τουλάχιστον τεσσάρων βασικών αγαθών και υπηρεσιών από τον κατάλογο των εννέα αγαθών και υπηρεσιών που καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ».[1]
Την ίδια στιγμή που, «στην Ευρωπαϊκή Ένωση των «28»., οι τρεις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι: η Βουλγαρία (48%), η Ελλάδα (35,7%), και η Λετονία (35,1%).[2] Η φτώχεια και η κοινωνική περιθωριοποίηση ανατέμνουν την κανονικότητα των καταπιεσμένων τάξεων. Αν η φτώχεια εγγράφεται στα χαρακτηριστικά εκείνα που πλέον νοηματοδοτούν την καθημερινότητα των καταπιεσμένων λαϊκών τάξεων, η συγκέντρωση ολοένα και μεγαλύτερου τμήματος του κοινωνικά παραγόμενου προϊόντος ορίζει και επισφραγίζει το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο της διασφάλισης των συμφερόντων του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας.
Η φτώχεια, (μαζί με τους δομικούς μετασχηματισμούς της βίας) τέμνει και ανατέμνει το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Έτσι αναδύεται και αποκρυσταλλώνεται το ταυτοτικό δίπολο φτώχεια-βία, ένα ταυτοτικό δίπολο που «ενεργοποιείται» μέσω της άρσης εκείνων των θεμελιωδών χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν τον «αξιοβίωτο» βίο της λαϊκής-εργατικής τάξης. Η πολύπλευρη και πολλαπλή βία δύναται να λάβει τα χαρακτηριστικά της δομικής φτωχοποίησης ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού, την ώρα που και η δομική και διευρυνόμενη φτωχοποίηση τείνει να «εγγίξει» το «φορτισμένο» πλαίσιο μίας μορφής και ενός τύπου βίας που μετατοπίζει τους άξονες παρέμβασης του λαϊκού-εργατικού μπλοκ.
Η βία που ενσταλάζεται και «εγχαράσσεται» στο πεδίο του κοινωνικού παράγει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την «μονιμοποίηση» των χαρακτηριστικών της δομικής φτώχειας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Με αυτόν τον τρόπο η φτώχεια ανασημασιοδοτείται ως κοινωνική και οικονομική κανονικότητα, ή αλλιώς ως κατάσταση ιδιομορφίας αυτών που δεν «εργάζονται» και δεν «προσπαθούν» αρκετά. Όλα τα εξόχως αρνητικά στερεότυπα περί «αντιπαραγωγικών», «σπάταλων» εργαζομένων επανέρχονται μπροστά μας. Και είναι αυτά τα στερεότυπα που απέκρυπταν και εν πολλοίς αποκρύπτουν ακόμη, την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση του ταυτοτικού δίπολου φτώχεια-βία, που, την ίδια στιγμή «συρρικνώνει» τον κοινωνικό και οικονομικό «ορίζοντα» του λαϊκού-εργατικού μπλοκ. Το μπλοκ των λαϊκών-καταπιεσμένων τάξεων οφείλει να νοηματοδοτήσει εκ νέου το πλαίσιο της ενεργού παρέμβασης του. Απαιτείται η καθημερινή και «από τα κάτω» κινητοποίηση.
[1] Βλ.σχετικά, Χριστοδούλου Μάριος & Τσάβαλος Κώστας, ‘5 χρόνια Μνημόνιο για να πετύχουμε τι; Η…απάντηση στα στοιχεία (2013) της ΕΛΣΤΑΤ’, Εφημερίδα των Συντακτών, 14/10/2014.