Δεν πέρασε πολύς καιρός από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης με αφορμή την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2026 και το κλίμα ευφορίας που καλλιεργούσε πριν τρεις βδομάδες για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Μόλις σε λίγους μήνες αποδείχθηκε πόσο άνθρακας ήταν ο θησαυρός, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο επίσημος πληθωρισμός σε ... Περισσότερα
Η «νέα» πολιτική κίνηση στα «αριστερά» του ΠΑΣΟΚ
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
Η εξαγγελία ίδρυσης πολιτικής κίνησης από διακόσια περίπου συνδικαλιστικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ έχει ως βασικό πολιτικό και ιδεολογικό άξονα την ανασυγκρότηση του ελάσσονος κυβερνητικού εταίρου. Η κοινωνική, πολιτική και εκλογική απίσχναση του άλλοτε πλειοψηφικού και ηγεμονικού κόμματος έχει δημιουργήσει «νέα» δεδομένα στο κομματικό αλλά και στο πολιτικό σκηνικό. Και το ΠΑΣΟΚ «βιώνει» τις ωδίνες ενός δομικού μετασχηματισμού του σε ένα κόμμα που έχοντας «άρει» τα χαρακτηριστικά της προσίδιας ιδεολογικής του συγκρότησης, μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση της πλήρους και «ολικής κρατικοποίησης» του. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβερνησιμότητα ορίζει και ανανοηματοδοτεί εκ νέου τον πολιτικό οργανισμό που λέγεται ΠΑΣΟΚ. Και η «τέχνη του κυβερνάν» ισοδυναμεί με μία πολύ συγκεκριμένη «ταξική» διαχείριση και ρύθμιση των «ροών» της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης.
«Τα ταξικά συμφέροντα, σαν όρια επέκτασης μιας ειδικής ταξικής πρακτικής, μεταθέτονται ανάλογα με τα συμφέροντα των άλλων τάξεων».[1] Τα συγκεκριμένα ταξικά συμφέρονται νοούνται σε αντίθεση με τα συμφέροντα άλλων τάξεων. Και ένα πολιτικό κόμμα μετατοπίζει «δομικά» τα συμφέροντα συγκρεκριμένων κοινωνικών τάξεων στο πολιτικό εποικοδόμημα.
Η άρση των θεμελιωδών και δομικών χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν την πολιτική στρατηγική και την ιδεολογική φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ, η αδυναμία του να αποκτήσει ένα πολιτικό «ποιοτικό» βάθος, η «έλλειψη» «ζώσας» και συμπαγούς ιδεολογίας διαμορφώνουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση μίας κομματικής μορφής η οποία τέμνεται και ανατέμνεται «εσωτερικά» από την επιδίωξη μίας προσίδιας Μνημονιακής διαχείρισης.
Μίας Μνημονιακής διαχείρισης που μετατοπίζεται δομικά προς την κατεύθυνση και την «κίνηση» του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το ΠΑΣΟΚ ως το πολιτικό κόμμα της Μνημονιακής διαχείρισης, ως εκείνο το κόμμα που έτεινε (και τείνει) να ενσωματώσει τα χαρακτηριστικά της κοινωνική «κίνησης» του άρχοντος συγκροτήματος εξουσίας, σε συνθήκες βαθιάς και οξυμένης οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης.
Το συρρικνωμένο κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά κόμμα, αδυνατεί πλέον να κινηθεί προς την κατεύθυνση άρθρωσης μίας «νέας» πλειοψηφικής φοράς. Δεν δύναται να παράγει συνεκτική ιδεολογία που θα συνέβαλλε στον δομικό επαναπροσδιορισμό της θέσης του κόμματος στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Έτσι, το ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να δημιουργήσει εκείνες τις κοινωνικές ρήξεις και τις εγκάρσιες πολιτικές-ιδεολογικές τομές που θα συνέβαλλαν στην δυνατότητα ανάλυσης των όρων «κίνησης» των κοινωνικών τάξεων. Απουσιάζει η δυνατότητα «ενστάλαξης» και εγχάραξης των ιδεολογικών τομών στο πεδίο του κοινωνικού. Πλέον, η αναπαραγωγή του συντελείται «εντός» και μέσω του κράτους και των δομών του. Η αδυναμία κοινωνικής αναπαραγωγής του προσδιορίζει και το εύρος της συγκεκριμένης και περιορισμένης κοινωνικής του απεύθυνσης.
«Στο βαθμό που το «κεντρικό κόμμα» (party in central office) εντάσσεται στον κρατικό μηχανισμό, αρχίζει να αποϊδεολογικοποιεί τις διαδικασίες λήψεις αποφάσεων προς όφελος μιας φαινομενικά ουδέτερης τεχνοκρατικής διευθέτησης από «επαγγελματίες» του κράτους».[2]
Η ‘νέα’ πολιτική κίνηση έχει προφανώς στόχο την ανασυγκρότηση του άλλοτε ισχυρού πολιτικού οργανισμού. Τα στελέχη που προέρχονται από τον συνδικαλιστικό τομέα επιδιώκουν την αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης και στρατηγικής. Ουσιαστικά, επιδιώκουν να θέσουν τους όρους για την αναγκαία, κατ’ αυτούς, «επανεφεύρεση» του κόμματος. Μία πολιτική «επαναφέρευση» που ισοδυναμεί με την επαναθεμελίωση των προϋποθέσεων κοινωνικής αναπαραγωγής του ΠΑΣΟΚ. Όμως, ακριβώς αυτή η κίνηση των πολιτικών και συνδικαλιστικών στελεχών καταδεικνύει την «κρισιακή» τομή που έχει συντελεσθεί στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Και αυτή η τομή έχει «εγχαραχθεί» και στο συνδικαλιστικό πεδίο, στο πεδίο όπου η ΠΑΣΚΕ, (συνδικαλιστική παράταξη του ΠΑΣΟΚ), αφενός μεν διατηρεί την πρωτοκαθεδρία, αφετέρου δε αυτό δεν συμβαίνει ανώδυνα.
Η ΠΑΣΚΕ πλέον δραστηριοποιείται υπό τις συνθήκες μίας απίσχνανσης της δύναμης της, κάτι που την αναγκάζει να προβεί σε έστω και λεκτικές διαφοροποιήσεις από τις πολιτικές που ακολουθεί ως κυβερνητικός εταίρος το ΠΑΣΟΚ. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΠΑΣΚΕ αδυνατεί να παρέμβει με τους όρους μίας ηγεμονικής άρθρωσης στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Η σταδιακή απίσχνανση της δύναμης της «εγγίζει» την «δομική» κοινωνική και πολιτική απίσχνανση του ΠΑΣΟΚ, όμως ακόμη δεν έχει λάβει τα χαρακτηριστικά της «ταχύτατης» συρρίκνωσης.
Οι διασπάσεις στο εσωτερικό της ΠΑΣΚΕ, οι έντονες ιδεολογικές ζυμώσεις που σχετίζονται με την πολιτική στρατηγική του ΠΑΣΟΚ, οι αντιπαραθέσεις που περιστρέφονται γύρω από τον ρόλο του συνδικαλιστικού κινήματος, ορίζουν και προσδιορίζουν συνάμα την δράση μίας συνδικαλιστικής παράταξης η οποία ενώ ενσωματώνει κάποια συγκεκριμένα ιδεολογικά χαρακτηριστικά, εντούτοις αδυνατεί να «εξωτερικεύσει» αυτά τα χαρακτηριστικά προς το πεδίο της κοινωνικής-ταξικής σύγκρουσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.
Η δράση της συγκεκριμένης πολιτικής κίνησης προσεγγίζει το πεδίο της σχέσης και της συσχέτισης μεταξύ κόμματος και συνδικαλιστικής παράταξης. (συνδικάτου). Και η εν πολλοίς οργανική σύμφυση κόμματος-συνδικάτου ορίζει το πλαίσιο της Μεταπολιτευτικής κοινωνικής και πολιτικής συγκρότησης. Η κίνηση τους ισοδυναμεί με την εκ νέου νοηματοδότηση των όρων ανασυγκρότησης αφενός μεν του ΠΑΣΟΚ, αφετέρου δε της σοσιαλδημοκρατίας. Οι πολιτικές επιδιώξεις και στοχεύσεις του ουσιαστικά ισοδυναμούν με την ανασυγκρότηση της πολιτικής και συνδικαλιστικής σοσιαλδημοκρατίας. Όμως, ακόμη και αυτή η προσπάθεια «συγκρούεται» με την δεδομένη πολιτική και ιδεολογική κατεύθυνση που έχει λάβει το ΠΑΣΟΚ.