Δεν πέρασε πολύς καιρός από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης με αφορμή την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2026 και το κλίμα ευφορίας που καλλιεργούσε πριν τρεις βδομάδες για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Μόλις σε λίγους μήνες αποδείχθηκε πόσο άνθρακας ήταν ο θησαυρός, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο επίσημος πληθωρισμός σε ... Περισσότερα
Μία πρώτη αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
Οι βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν την Κυριακή 25 Ιανουαρίου σηματοδοτούν το πέρασμα σε μία νέα πολιτική εποχή. Ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς, λαμβάνοντας το 36,34% των ψήφων αναδείχθηκε πρώτο κόμμα, αφήνοντας πίσω του το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Οι βουλευτικές εκλογές παρήγαν τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση ενός νέου κομματικού συστήματος, εκεί όπου το κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς αναδεικνύεται σε κυρίαρχο «παίκτη» του κομματικού συστήματος, επισφραγίζοντας μία τάση που ουσιαστικά εκκινεί από τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012. Η κοινωνική συμμαχία που συγκρότησε ο ΣΥΡΙΖΑ φέρει ένα συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο, καθότι η κίνηση μίας σημαντικής μερίδας του μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων «συνυφάνθηκε» με την πολιτική δραστηριοποίηση του κόμματος.
Στις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν την περασμένη Κυριακή, έλαβε χώρα η διεύρυνση της κοινωνικής συμμαχίας, τα συμφέροντα της οποίας εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ. Μιλώντας με περισσότερο «εκλογικούς» όρους, θα λέγαμε πως το ποσοστό που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ στις Ευρωεκλογές (26,52%), απετέλεσε την βάση για την υπέρβαση του συμβολικού ορίου του 30%. Για πρώτη φορά μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2009, ένα πολιτικό κόμμα υπερβαίνει το συμβολικό όριο του 30%, κάτι που, συν τοις άλλοις, καταδεικνύει και τις εγκάρσιες τομές που έχουν επέλθει στις παραδοσιακές σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης. Το κόμμα του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς πλέον λειτουργεί ως ο προσίδιος πολιτικός διαμεσολαβητής των λαϊκών τάξεων.
Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να συναρθρώσει συγκεκριμένα ταξικά-κοινωνικά συμφέροντα σε κυβερνητικό επίπεδο, κάτι που φυσικά δεν ισοδυναμεί με μία «ευθύγραμμη» διαδικασία. Σε προηγούμενο άρθρο, έχουμε διατυπώσει την άποψη ότι η εφαρμογή του προγράμματος της Θεσσαλονίκης (άμεση αντιμετώπιση των συνεπειών της ανθρωπιστικής κρίσης), δεν αρκεί. Απαιτείται η εφαρμογή του καταστατικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο δύναται να λειτουργεί ως ο αναγκαίος και απαραίτητος πολιτικός «χαρτογράφος», που, μέσω των εξειδικεύσεων του, θα συμβάλλει στην πρόκληση ρήξεων και εγκάρσιων τομών.
Η «νέα» θέση των κομματικών συσσωματώσεων στον κομματικό-πολιτικό ανταγωνισμό, είναι συνέπεια της δομικής μετατόπισης της «σχέσης» πολιτικού κόμματος-κοινωνικής τάξης. Η συγκεκριμένη σχέση αφενός μεν «φιλτράρεται» και διαμεσολαβείται στο πεδίο του κοινωνικού, αφετέρου δε αντανακλάται στο πολιτικό πεδίο, ήτοι στο πεδίο εκδήλωσης του προσίδιου κομματικού-πολιτικού ανταγωνισμού. Η «σχεσιακή» συγκρότηση πολιτικού κόμματος-κοινωνικής τάξης δεν είναι ευθύγραμμη και γραμμική, καθότι δεν προκύπτει μία οργανική συσχέτιση των δύο θεμελιωδών παραγόντων του συστήματος κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης. Οι «πολλαπλές» κατευθύνσεις της πολιτικής ιδεολογίας, η «εγχάραξη» του πεδίου του κοινωνικού από την δράση των πολιτικών κομμάτων παράγουν τις προϋποθέσεις για την ανάδυση μίας «διαλεκτικής πολυπλοκότητας», εκεί όπου οι κοινωνικές τάξεις και οι μερίδες κοινωνικών τάξεων αντιπροσωπεύονται ταυτόχρονα σε αρκετά πολιτικά κόμματα. Η πολυσυλλεκτικότητα των πολιτικών κομμάτων εξουσίας επιδιώκει να μετασχηματίσει τα αντιτιθέμενα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα σε κατεξοχήν εθνικά, κάτι που συμβάλλει στην δομική άρση των προϋποθέσεων συγκρότησης της έννοιας του συμφέροντος, αφενός μεν στο εσωτερικό του κόμματος, αφετέρου δε στο ίδιο το κυβερνητικό επίπεδο.
Κι αυτή ακριβώς η δομική άρση «συμφερόντων» σχετίζεται με τα αιτήματα και τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το ΠΑΣΟΚ του 2009. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε το ΠΑΣΟΚ του 2009, (μετά την νίκη του στις βουλευτικές εκλογές), ως μία δομική πολιτική «μορφή» που ανήγαγε την κοινωνική του πολυσυλλεκτικότητα στο βασικό επίπεδο του εθνικού συμφέροντος, εκεί όπου η έννοια του «κοινωνικού συμφέροντος» ρευστοποιείται, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το αστικό συμφέρον σε «δομή» ιεράρχησης και «πλοήγησης» της κοινωνικής ολότητας.
Το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας κατέλαβε την δεύτερη θέση, λαμβάνοντας το 27,81% των ψήφων. Στις δεύτερες εκλογές του 2012 είχε λάβει το 29,66% των ψήφων. Διαφαίνεται ότι το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας δεν ακολούθησε την κοινωνική, πολιτική και εκλογική απίσχναση του ΠΑΣΟΚ. Αντιθέτως, θα λέγαμε πως ακολουθεί μία φθίνουσα εκλογική πορεία η οποία εκκίνησε από τις βουλευτικές εκλογές του 2009, χωρίς να προσλάβει τα χαρακτηριστικά της δομικής κοινωνικής συρρίκνωσης, όπως δηλαδή συνέβη με το άλλοτε κραταιό Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ).
Θα μπορούσαμε να πούμε πως το ποσοστό του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, αποτελεί μία συσπείρωση μερίδων του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας με τμήμα των μεσαίων (και μικροαστικών) στρωμάτων, καθώς και με τμήματα του λαϊκού-εργατικού κοινωνικού μπλοκ. Δυστυχώς, δεν διαθέτουμε ακόμη στοιχεία που να αποτυπώνουν με ακρίβεια την εκλογική κίνηση των μεσαίων τάξεων, των περίφημων «τάξεων-στηριγμάτων», κατά την διατύπωση του Νίκου Πουλαντζά.
Όπως διαφάνηκε όμως στις Ευρωεκλογές του περασμένου Μαΐου, ένα σημαντικό τμήμα των «τάξεων-στηριγμάτωνν» ήρε την εμπιστοσύνη που έδειχνε στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Η συγκεκριμένη κίνηση μετέβαλλε ριζικά τους όρους εκδίπλωσης του πολιτικού παιγνίου και της πολιτικής σύγκρουσης μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ. Με άλλα λόγια διατυπωμένο, ένα σημαντικό τμήμα των «τάξεων-στηριγμάτων» «ακούμπησε» τις κοινωνικές του προσδοκίες στον ΣΥΡΙΖΑ, διαβλέποντας μία δυνητική κυβερνητική εναλλακτική στα κόμματα του παραδοσιακού δικομματισμού (Ν.Δ & ΠΑΣΟΚ). Αυτές οι ενδιάμεσες τάξεις που κινούνται μεταξύ άρχουσας και εργατικής τάξης λειτουργούν ως οι αναγκαίοι «συσσωρευτές» σταθερότητας, ενώ, την ίδια στιγμή στο εσωτερικό τους αποκρυσταλλώνοντας οι αντιφάσεις που ορίζουν και προσδιορίζουν τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής.
Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Νίκος Πουλαντζάς, «η πολιτική τους οργάνωση (σ.σ: των «τάξεων-στηριγμάτων), διέρχεται απ’ την άμεση μεσολάβηση του Κράτους, και αυτή είναι η κλασική περίπτωση των μικροϊδιοκτητών αγροτών και συχνά της μικροαστικής τάξης. Μ’ άλλα λόγια η διάσταση ανάμεσα στον συνασπισμό εξουσίας και τη συμμαχία, απ’ τη μια, το στήριγμα απ’ την άλλη, εκδηλώνεται επίσης στην αδυναμία αυτόνομης πολιτικής οργάνωσης των τάξεων-στηριγμάτων».[1] Τα συμφέροντα αυτών των τάξεων κύρια εκφράζονται σε κρατικό-κυβερνητικό επίπεδο. Η μεταβολή των Ευρωεκλογών απέδειξε μία συγκεκριμένη «περιοδικότητα» των συμφερόντων αυτών των τάξεων, που λόγω της «κρισιακής» τους αποδυνάμωσης «αναζήτησαν» μία εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Σε αυτή την περίπτωση, η «αδυναμία αυτόνομης πολιτικής τους οργάνωσης» αίρεται στο πεδίο του κράτους.
Η κοινωνική συμμαχία που συγκρότησε το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας κινήθηκε στο ιδεολογικό πλαίσιο της απώλειας της κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας, σε περίπτωση επικράτησης ενός αριστερού κόμματος στις εκλογές. Όμως, ο φόβος ως ιδεολογικό έρμα, συγκροτεί και συσπειρώνει μία κοινωνική συμμαχία, δεν συμβάλλει όμως στην αναγκαία, για την εκλογική νίκη, διεύρυνση της. Η ήττα της Νέας Δημοκρατίας οφείλεται στην πολιτική λιτότητα που άσκησε την τελευταία διετία.
Το πλέον αρνητικό στοιχείο των εκλογών είναι η κοινωνική και εκλογική σταθεροποίηση του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής. Η Χρυσή Αυγή, έλαβε το 6,28% των ψήφων και κατέλαβε την τρίτη θέση. Πλέον, σε αυτή την περίπτωση, βλέπουμε να αποκρυσταλλώνοντας δεσμοί εκπροσώπησης μεταξύ συγκρεκριμένων κοινωνικών τάξεων και του νεοναζιστικού μορφώματος. Η ψήφος στη Χρυσή Αυγή δεν είναι διόλου συγκυριακή και «ανώδυνη» ψήφος οργής, αντιθέτως αποτελεί συνειδητή ψήφο επικύρωσης του «κρισιακού» νεοναζιστικού αφηγήματος.
Η κοινωνική «συνειδητότητα» προς την νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, έχει συμβάλλει στην κοινωνική και εκλογική της σταθεροποίηση, την ίδια στιγμή που τα ποσοστά που έλαβε στα εκλογικά τμήματα όπου ψηφίζουν αστυνομικοί (ειδικοί φρουροί) παραμένουν ιδιαίτερα υψηλά, κάτι που αποδεικνύει την «αναπαραγωγή» της ως ιδεολογικής (ρατσιστικής-φασιστικής) μορφής στο εσωτερικό των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους. Η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή δεν «τροφοδοτείται» με κοινωνική οργή αλλά με κοινωνική «συνειδητότητα», ήτοι με εκείνη την μορφή πρόσληψης του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι που προτάσσει, αφενός μεν τις αιτίες των διεφθαρμένων πολιτικών («που ξεπουλούν την πατρίδα», όπως έλεγε η τηλεοπτική διαφήμιση του νεοναζιστικού μορφώματος), αφετέρου δεν την εθνική «καθαρότητα». Το αντιφασιστικό κίνημα έχει δουλειά μπροστά του.