Δεν πέρασε πολύς καιρός από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης με αφορμή την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2026 και το κλίμα ευφορίας που καλλιεργούσε πριν τρεις βδομάδες για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Μόλις σε λίγους μήνες αποδείχθηκε πόσο άνθρακας ήταν ο θησαυρός, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο επίσημος πληθωρισμός σε ... Περισσότερα
ΠΑΣΟΚ και εθνικολαϊκισμός
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
Η επέτειος των 40 χρόνων από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ (1974-2014) προσφέρεται για την «επαναφορά» θεωρητικών αναλύσεων για το ΠΑΣΟΚ που εκκινούν από την «αφετηρία» του εθνικολαϊκισμού. Η ιστορία του ΠΑΣΟΚ, η πολιτική ιστορία του ΠΑΣΟΚ ουσιαστικά νοείται ως η πολιτική ιστορία της Μεταπολίτευσης, στο βαθμό που ήταν το κόμμα-επίκεντρο της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, κόμμα πλειοψηφικής φοράς που εξέφρασε και συνάρθρωσε πολιτικά τα συμφέροντα μίας σημαντικής «μερίδας» του μπλοκ των λαϊκών-καταπιεσμένων τάξεων, διαχέοντας την ιδεολογία ενός σοσιαλδημοκρατικού μεταρρυθμισμού, που ιδίως την δεκαετία του 1980, έτεινε να επηρεάζει τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας. (πρώτη τετραετία 1981-1985).
Για το ΠΑΣΟΚ ισχύει η ευφυής ρήση του Αντόνιο Γκράμσι: «είναι μέσα στο σύνθετο πλαίσιο του συνόλου της κοινωνίας και του Κράτους (και συχνά μέσα σε διεθνείς αναφορές) που θα μπορέσει να υπάρξει η ιστορία ενός κόμματος, γεγονός που θα μας επέτρεπε να πούμε πως το να γραφεί η ιστορία ενός κόμματος σημαίνει σε τελική ανάλυση να γραφεί η συνολική ιστορία μιας χώρας».[1]
Η πολιτική ιστορία ενός κόμματος, και συνολικά η πολιτική του στρατηγική, η καταστατική-προγραμματική του συγκρότηση, η κυβερνητική του διαχείριση θεωρούνται ευρύτερες «όψεις» μίας συνολικής «αφήγησης» του προτσές ιστορικής-κοινωνικής «κίνησης», (Μεταπολίτευση) στον «χώρο» και στο «χρόνο» όπου συμπυκνώνονται συμβάντα, αξίες, πρότυπα και, κυρίως η κίνηση ταξικών-κοινωνικών συμφερόντων.
Η περίοδος που αποκλήθηκε ως Μεταπολίτευση, ανέδειξε και ένα «κυρίαρχο» κόμμα σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Διάφοροι αναλυτές και ερευνητές δίδουν μεγάλη έμφαση στον λαϊκιστικό και εθνικολαϊκιστικό χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ. Στο πλαίσιο αυτό, εστιάζουν στο λαϊκιστή ιδρυτή και αρχηγό του κόμματος (σχέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου με τον «λαό»), καθώς και στο όλο πλέγμα των πελατειακών σχέσεων που «ανέπτυξε» το κόμμα με μέλη και ψηφοφόρους του, οι οποίες έτσι «ουδετεροποιούνται» και αποπολιτικοποιούνται «ενδύομενες» τον μανδύα» μίας ηθικής αξιολόγησης της πολιτικής διαδικασίας.
Έτσι, το ΠΑΣΟΚ ορίζεται σχεδόν αποκλειστικά ως ένα τυπικό και ουσιαστικό λαϊκιστικό πολιτικό κόμμα, το οποίο εισήγαγε και «θεσμοθέτησε» τις μορφές ενός πολιτικού φατριασμού και συντεχνιασμού, αποτελώντας έτσι ανασχετικό παράγοντα στην αναγκαία και απαραίτητη διαδικασία πολιτικού εκσυγχρονισμού, εξευρωπαϊσμού και σύγκλισης του ελληνικού πολιτικού-κομματικού συστήματος με τα αντίστοιχα (και ανεπτυγμένα) δυτικοευρωπαϊκά. Η ανάλυση τους εμβαθύνει στην τυπική όσο και ουσιαστική συμβολή του κόμματος στην εισαγωγή μορφών και «τύπων» πολιτικής προνεωτερικότητας, μορφές πρόσληψης και αντίληψης της σύνθετου κοινωνικού και πολιτικού που παραπέμπουν σε καθεστώτα χωρών της Νοτίου Αμερικής.
Είναι χαρακτηριστική από αυτή την άποψη η ανάλυση του Νίκου Μουζέλη στο Βήμα της Κυριακής: «Η επικοινωνία του τελευταίου (σ.σ: του αρχηγού του κόμματος) με τον «λαό» ήταν αδιαμεσολάβητη, αδιαμφισβήτητη. Αυτού του είδους η κομματική οργάνωση θυμίζει βέβαια τα λαϊκιστικά λατινοαμερικανικά κόμματα (από αυτά των Περόν και Βάργκας ως αυτά των Τσάβες και Μοράλες)».[2]
Η συγκεκριμένη ανάλυση που δίδει έμφαση στον λαϊκίστικό χαρακτήρα του κόμματος, στον λαϊκίστικο πυρήνα της πολιτικής του κόμματος, αγνοεί τα εγγενή πολιτικά χαρακτηριστικά και στοιχεία που προσιδιάζουν σε έναν συγκεκριμένο κομματικό «τύπο» ο οποίος κατέστη κυρίαρχος και ηγεμονικός και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αποφεύγουν να δώσουν έμφαση στην κοινωνική κίνηση της πρώιμης περιόδους της Μεταπολίτευσης, στην ταξική διάρθρωση της κοινωνικής «ολότητας», στον ρόλο και στη παρουσία των άλλων πολιτικών δρώντων, καθώς και στην προσίδια ριζοσπαστικοποίηση ενός σημαντικού τμήματος μίας κοινωνίας που αναζητούσε το «νέο» και το πολιτικά «διαφορετικό», μετά από τον «ερειπιώνα» που άφησε πίσω της η επτάχρονη (1967-1974) στρατιωτική δικτατορία.
Η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, η διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη με τον πολιτικό και ιδεολογικό ριζοσπαστισμό που εξέπεμπε λειτούργησαν ως οι προπομποί της πολιτικής έκφρασης αυτής της προσίδιας ριζοσπαστικοποίησης. Και κύρια το στοιχείο που άρθρωσε και συνάρθρωσε κοινωνικά συμφέροντα ήταν το πολιτικό-ιδεολογικό, που «διείδε» την κοινωνική-ταξική κίνηση στον «χώρο» και στο «χρόνο». Δεν είναι τυχαίο που το κόμμα πολύ γρήγορα κυριάρχησε και στο χώρο του κοινωνικού. (βλ. συνδικαλιστικό κίνημα. Ψήγματα αυτής της κυριαρχίας διατηρούνται ακόμη και σήμερα).
Και εδώ έγκειται και η αδυναμία της επίσημης αριστεράς (ΚΚΕ), που ιδίως προέβαλλε και υιοθέτησε μία στάση πολιτικού, προγραμματικού και ιδεολογικού «αμυντισμού» απέναντι στο επελαύνον κίνημα, το οποίο κατάφερε να «υπερβεί» την επίσημη αριστερά, όχι μόνο ενσωματώνοντας οργανικά τα ριζοσπαστικά και αντιιμπεριαλιστικά της συνθήματα, όπως επισημαίνουν πολλοί αναλυτές, αλλά προτάσσοντας τον κινηματικό του χαρακτήρα. (όπως αποτυπώθηκε και στον τίτλο του κόμματος).
Και η αρχική του κινηματική συγκρότηση και θέσμιση έτεινε να στους όρους μίας «ανοιχτής», «συμμετοχικής» κινηματικής μορφής, που, επεδίωξε και κατάφερε να υπερβεί τις «παλαιές» και «περιχαρακωμένες» κομματικές δομές. Η ορμητική εμφάνιση και επέλαση του ριζοσπαστικού «νέου», συνέβαλλε στην κατάδειξη ακόμη των κομμάτων της αριστεράς (ΚΚΕ) ως «εσώκλειστων» και γραφειοκρατικών «δομών». Και να μην ξεχνάμε ότι το πλέον νομιμοποιημένο από την κυβέρνηση Καραμανλή ΚΚΕ έφερε τις «δάφνες» του πρότερου αγωνιστικού του παρελθόντος. Η εστίαση και η έμφαση στην εθνικολαϊκιστική φύση του ΠΑΣΟΚ, αγνοεί επίσης ότι αυτό το κατά βάση σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και «κίνημα» κατάφερε να εκφράσει και να συναρθρώσει τα συμφέροντα ενός μεγάλου και σημαντικού τμήματος του ιστορικού-κοινωνικού μπλοκ των λαϊκών-καταπιεσμένων τάξεων, «συλλαμβάνοντας» πολύ γρήγορα τις «ωδίνες» μίας συγκεκριμένης κοινωνικής-ταξικής κίνησης που επεδίωκε την μαζική του «είσοδο» στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.
Και εδώ έγκειται η άλλη αδυναμία της επίσημης αριστεράς, που δεν κατάφερε να προβεί σε μία στοιχειώδη ανάλυση της κοινωνικής-ταξικής βάσης του ΠΑΣΟΚ, η οποία, ακόμη και όταν είχε ξεκινήσει η διαδικασία του προσίδιου πολιτικού, προγραμματικού και ιδεολογικού μετασχηματισμού του κόμματος, δεν εστίασε στα ταξικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής συμμαχίας που είχε συγκροτήσει το κόμμα. Ο μετασχηματισμός του ΠΑΣΟΚ, η σταδιακή του «κυβερνητικοποίηση- κρατικοποίηση», (που κορυφώθηκε την περίοδο της βαθιάς οικονομικής κρίσης), εκκίνησε ενώ ακόμη το κόμμα έχει μία συγκεκριμένη κοινωνική έδραση.
Η διεύρυνση της κοινωνικής του απεύθυνσης, η πολυσυλλεκτικότητα του, συντελέσθηκε σε βάρος των συμφερόντων των λαϊκών-εργατικών στρωμάτων, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την αποκρυστάλλωση μίας δομικής απόκλισης μεταξύ πολιτικής κληρονομιάς και ταξικής «φύσης» του κόμματος και κυβερνητικής πρακτικής. Είναι χαρακτηριστική μία αποστροφή του Νίκου Μουζέλη: «Οι αγρότες (σ.σ: επί ΠΑΣΟΚ προφανώς) διάλεξαν λιγότερο τον παραγωγικό και περισσότερο τον καταναλωτικό τρόπο ζωής. Αυτού του είδους τα φαινόμενα οδήγησαν στο αγροτικό αδιέξοδο που παρατηρούμε σήμερα».[3]
Η συγκεκριμένη αποστροφή αποτελεί μνημείο μίας σύνολης απλουστευτικής πολιτικής ανάλυσης. Αγνοεί και παραγνωρίζει τον ρόλο της αγροτικής «τάξης», τις υποδιαιρέσεις στο εσωτερικό της που υπήρχαν και την δεκαετία του 1980, την οργανική ενσωμάτωση της χώρας στον στενό πυρήνα της «ενωμένης» Ευρώπης, την Κοινή Αγροτική Πολιτική, (ΚΑΠ) που συνέβαλλαν στη δομική αποκρυστάλλωση δύο κατηγοριών αγροτών: Των προνομιούχων μεγαλοαγροτών και των περιθωριοποιημένων μικρών αγροτών. Τι μπορεί να σημαίνει ότι οι αγρότες επέλεξαν τον «καταναλωτικό» και ουχί τον «παραγωγικό τρόπο ζωής»; Μάλλον ότι το σύνολο του πρωτογενούς παραγωγικού τομέα, οι «ξωμάχοι» της αγροτικής δουλειάς προτιμούσαν τα περιώνυμα κέντρα διασκέδασης από την σκληρή εργασία στους αγρούς… Και το κυριότερο η παραπάνω ανάλυση που δίδει έμφαση στην ηθική-καταναλωτική «πλευρά» των αγροτών δεν μπορεί να εγγίξει τις πλευρές του μετασχηματισμού του κόμματος που μετατοπίστηκε δομικά προς την πλευρά του άρχοντος συγκροτήματος εξουσίας.
[1] Αναφέρεται στο, Βερναρδάκης Χριστόφορος, ‘Η ίδρυση, η εξέλιξη και η μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ: Από το «κόμμα μαζών» στο «κόμμα του κράτους», σελ.2. Διαθέσιμο στο: www.vernardakis.gr
[2] Βλ.σχετικά, Μουζέλης Νίκος, ‘Βήματα μπρος και βήματα πίσω: το ΕΣΥ και η κατασπατάληση πόρων’. Σελ.21-22, Εφημερίδα το Βήμα της Κυριακής, 31/8/2014.