Δεν πέρασε πολύς καιρός από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης με αφορμή την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2026 και το κλίμα ευφορίας που καλλιεργούσε πριν τρεις βδομάδες για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Μόλις σε λίγους μήνες αποδείχθηκε πόσο άνθρακας ήταν ο θησαυρός, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο επίσημος πληθωρισμός σε ... Περισσότερα
Τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
Μία σημαντική πτυχή της δραστηριοποίησης της Χρυσής Αυγής σχετίζεται με την δραστηριοποίηση των ταγμάτων εφόδου της. Ιδιαίτερα πριν από την δολοφονία του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι στις 17 Σεπτεμβρίου του 2013, τα τάγματα εφόδου του νεοναζιστικού μορφώματος λειτουργούσαν ασκώντας λεκτική και σωματική βία εναντίον μεταναστών και μελών αριστερών και αντιφασιστικών συλλογικοτήτων. Ο προσίδιος μετασχηματισμός της λεκτικής σε σωματική βία και τούμπαλιν απέβλεπε στο να καταστήσει «αόρατους» όλους όσοι δεν συμμορφώνονταν με το εθνικό «πρότυπο» και «υπόδειγμα» του νεοναζιστικού μορφώματος.
Με άλλα λόγια τα τάγματα εφόδου επεδίωκαν την αποκοπή από το κοινωνικό «σώμα» της πόλης και των μεταναστών στις φλέβες των οποίων δεν «ρέει» «καθαρό ελληνικό αίμα» αλλά και των μελών αριστερών και αντιφασιστικών συλλογικοτήτων οι οποίοι αποκλίνουν από τον λόγο και τις πρακτικές της κυρίαρχης εθνικής «αφήγησης». Το δίπολο λεκτική-σωματική βία καθορίζει τον λόγο, την πρακτική και την δράση του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής. Η άσκηση λεκτικής βίας επαφίεται στην ηγεσία του κόμματος, ενώ η άσκηση της σωματικής βίας επαφίεται στην δραστηριοποίηση των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής.
Και η βία ως κανονιστική πράξη και πρακτική που διαπερνά το σύνολο του «εθνικού» και κοινωνικού «σώματος» ορίζει και προσδιορίζει ταυτόχρονα την λειτουργία της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής. Η βία ως συστατικό-δομικό στοιχείο του φασισμού-ναζισμού εγγράφεται οργανικά στον πυρήνα του, αποτελεί προσίδιο χαρακτηριστικό του, λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά της λεκτικής «απειλής» που την ίδια στιγμή μετασχηματίζεται και φτάνει μέχρι και την φυσική εξόντωση του «άλλου», του «διαφορετικού», όπως είδαμε στις περιπτώσεις του Πακιστανού μετανάστη Σαχζάτ Λουκμάν και του Παύλου Φύσσα.
Την περίοδο της βαθιάς οικονομικής κρίσης, το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, «σωματικοποίησε» την δράση και την λειτουργία του, ιδίως στο κοινωνικό πεδίο, στο πεδίο του «δρόμου», έχοντας στην προμετωπίδα του την άσκηση θανατηφόρας βίας. Και ο πολιτικά, ιδεολογικά, φυλετικά και σεξουαλικά «διαφορετικός» ανάγεται σε «εχθρό» ο οποίος «επιμολύνει» το «υγιές» και «αδιαίρετο» εθνικό «όλον». Και σύμφωνα με τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής, αυτός ο «εχθρός» πρέπει να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά στο πεδίο του «δρόμου», στο «χώρο» όπου «επιτυγχάνεται» η σύγκλιση ρατσιστικής θεωρίας και βίαιης πρακτικής.
Έτσι, ο αστικός «χώρος», ο «χώρος» της κατεξοχήν διαμόρφωσης και δραστηριοποίησης ατομικών υποκειμένων, μέσω της βίαιης πρακτικής των ταγμάτων εφόδου του νεοναζιστικού μορφώματος μετασχηματίζεται σε «χώρο» «ολικής» αποκοπής του «διαφορετικού» ατομικού υποκειμένου από το «υγιές σώμα» της πόλεως. «Η κρίση δημιουργεί κρίση υποκειμενοποίησης. Το τεράστιο αυτό έλλειμμα, το κενό στο εσωτερικό των υπάρξεων χωρίς όρους ύπαρξης εικονοποιείται από το φασισμό στον φοβερό, φρικαλέο, μολυσματικό, θανατηφόρο αλλά και σαν το θάνατο ανίκητο «Εβραίο μέσα σου» των Χρυσαυγιτών. Για να εξαλειφθεί, να «γεμίσει», πρέπει αυτή η επιθυμία θανάτου να στραφεί προς τα έξω, προς τον Εβραίο έξω σου και προς το κάθε ομοίωμα Εβραίου, μετανάστη, ομοφυλόφιλου, «μη κανονικού», γύρω σου».[1]
Τα τάγματα εφόδου, συγκροτημένα κατά το ναζιστικό πρότυπο «συστηματοποιούν» και «κανονικοποιούν» την σωματική βία ανάγοντας την σε εργαλείο αντιμετώπισης των «παρείσακτων άλλων». Στις εποχές της βαθιάς οικονομικής κρίσης δεν είναι λίγες και οι περιπτώσεις ώσμωσης κατασταλτικών δυνάμεων και ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής με στόχο την «αντιμετώπιση» μελών αριστερών συλλογικοτήτων. Σε αυτή την περίπτωση η «δύναμη πυρός» αυξάνεται, διαμορφώνοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση μίας πολλές φορές «ενιαίας» κατασταλτικής πράξης και πρακτικής.
Ο Δημήτρης Ψαρράς, στο σημαντικό και αποκαλυπτικό του βιβλίο, ‘Η Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής’ μας δίνει ένα τέτοιο παράδειγμα, προ της «εμφάνισης» της οικονομικής κρίσης: «Ο πρώτος, (σ.σ: τρόπος συνεργασίας) ήταν η έμπρακτη συνεργασία ΕΛ.ΑΣ και Χρυσής Αυγής που εκδηλώθηκε στις 2.2.2008, στο κέντρο της Αθήνας. Από τα τηλεοπτικά πλάνα και τις φωτογραφίες διαπιστώθηκε αυτό που από χρόνια ήταν κοινό μυστικό: ότι δηλαδή υπάρχει μια επιχειρησιακή συνεργασία της ΕΛ.ΑΣ με τη ναζιστική συμμορία, ειδικά όταν πρόκειται να αντιμετωπιστεί ο κοινός (εσωτερικός) εχθρός. Στα πλάνα αυτά φαίνεται καθαρά ότι μέλη της ναζιστικής οργάνωσης, με καδρόνια στα χέρια, καταδιώκουν μαζί με τα ΜΑΤ αντιφασίστες διαδηλωτές. Κάποια στιγμή, οι νεοναζί εγκαταλείπουν ένα από τα θύματα τους χτυπημένο στο οδόστρωμα και σπεύδουν να καλυφθούν πίσω από τις ασπίδες των ανδρών της ΕΛ.ΑΣ».[2]
Την περίοδο της οικονομικής κρίσης παρατηρείται μία «ποιοτική εμβάθυνση» αυτής της ώσμωσης που κορυφώνεται με την εκλογική στήριξη του νεοναζιστικού μορφώματος από πολλούς αστυνομικούς. Η λειτουργία των ταγμάτων εφόδου, που μετασχηματίζονται σε τάγματα καταστολής, έγκειται στην αδιαμεσόλαβητη άσκηση σωματικής-συστημικής βίας. Συστημικής, διότι, ως εργαλείο άσκησης πολιτικής και εμπέδωσης της ρατσιστικής ιδεολογίας, ενσωματώνεται οργανικά και αρμονικά στο πλαίσιο του ευρύτερου πλαισίου ενός ιδιότυπου «Αυταρχικού Κρατισμού» εν Ελλάδι.
Αυτή η αδιαμεσολάβητη άσκηση σωματικής-συστημικής βίας τείνει, την ίδια στιγμή, να προασπίζει τα συμφέροντα του άρχοντος συνασπισμού εξουσίας, στρεφόμενη αποκλειστικά κατά εκείνων, που, με βάση την ιδεολογία του μορφώματος απειλούν ή μπορούν να απειλήσουν όχι μόνο το «υγιές» εθνικό «σώμα» αλλά και την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Έτσι, αποκτούν ένα συγκρεκριμένο κοινωνικό-ταξικό πρόσημο.
Τα τάγματα εφόδου-καταστολής δρώντας στις γειτονιές ιδίως των μεγάλων αστικών κέντρων, μπορούν να καταστήσουν την λεκτική βία σε «ορατή» και «υλική» πράξη αναθεμελίωσης και αναδιαμόρφωσης του κοινωνικού ιστού των πόλεων με βάση τα «αμιγώς καθαρά» φυλετικά πρότυπα.
[1] Βλ.σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Η Φρίκη μιας Παρωδίας-Τρεις Ομιλίες για τη «Χρυσή Αυγή».’ Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2013, σελ. 25.