Λίγες μόλις μέρες μετά τη φωτιά στο Ωραιόκαστρο, με τρεις πλέον νεκρούς, ο πύρινος εφιάλτης επέστρεψε με νέα φωτιά που ξέσπασε το Σάββατο στην ίδια περιοχή. Η πυρκαγιά εξαπλώθηκε σε δύο εργοστάσια, με απανωτές εκρήξεις και με τεράστιους κινδύνους για καταστροφικό «ντόμινο», από το πλήθος εύφλεκτων υλικών. Ταυτόχρονα, ένα αποπνικτικό το... Περισσότερα
Συζήτηση για αναθεώρηση του άρθρου 29: Συνταγματική βούλα στο «κυνήγι μαγισσών» ενάντια σε όσους αμφισβητούν την αστική εξουσία
από Η Άλλη Άποψη
Το κρίσιμο ερώτημα σε σχέση με τις αλλαγές που προτείνει η κυβέρνηση της ΝΔ στο άρθρο 29 για τα πολιτικά κόμματα και τις επιδιώξεις της ανέδειξε οΓιάννης Γκιόκας, βουλευτής του ΚΚΕ, μιλώντας στη σημερινή συνεδρίαση της Επιτροπής της Βουλής για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.
Επικαλούμενος ιδιαίτερα τους ισχυρισμούς του βουλευτή της ΝΔ Ευ. Στηλιανίδη ότι δήθεν η κυβέρνηση, με αφορμή τη Χρυσή Αυγή, «προσπαθεί να εδραιώσει την εσωκομματική δημοκρατία και να βάλει ένα σύστημα παρακολούθησης αν παραβιάζονται οι δημοκρατικές αρχές μέσα στα κόμμα με απειλή ακόμα και να ανασταλεί η υποψηφιότητα ενός κόμματος», ο Γ. Γκιόκας διευκρίνισε πως η περίπτωση της Χρυσής Αυγής αφορούσε «ναζιστική εγκληματική οργάνωση που δρούσε με τον μανδύα πολιτικού κόμματος και που ο εγκληματικός της χαρακτήρας πήγαζε από τη ναζιστική της ιδεολογία», κάτι που επιβεβαιώθηκε και με δικαστική απόφαση. Έτσι, συνέχισε, λέγοντας ότι η αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής απλά ως «παραβίαση εσωκομματικής δημοκρατίας» τελικά «υποτιμά τον πραγματικό χαρακτήρα του προβλήματος».
Ο Γ. Γκιόκας αποκάλυψε πως πραγματική στόχευση της κυβέρνησης είναι να προλάβει «την ενίσχυση ενός ρεύματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής και για αυτό θέλετε να βάλετε και στην Ελλάδα τη συνταγματική βούλα στο κυνήγι μαγισσών», χαρακτηρίζοντας μάλιστα τη συζήτηση του άρθρου 29 ως την «πιο σημαντική» για το ΚΚΕ στο πλαίσιο της Επιτροπής Συνταγματικής Αναθεώρησης ακριβώς γιατί «ανοίγει πολύ επικίνδυνους δρόμους».
Αναφερόμενος στην πρόταση της ΝΔ, ο Γ. Γκιόκας σημείωσε πως η κυβέρνηση κάνει λόγο για τον δημοκρατικό τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κομμάτων, τη στιγμή, όμως, που αυτός είναι ήδη κατοχυρωμένος συνταγματικά, υπενθυμίζοντας πως υπάρχουν νέα και παλιά αστικά κόμματα με σάπια χαρακτηριστικά, συνυφασμένα και με τα φαινόμενα σήψης του αστικού πολιτικού συστήματος (αρχηγικά-προσωποπαγή, χωρίς όργανα και οργανώσεις, τρόπο λειτουργίας που παραπέμπει σε εμπορική εταιρεία με συγχωνεύσεις, απορροφήσεις και διασπάσεις, με κοινοβουλευτικές έδρες να γίνονται αντικείμενο παζαριών και πλειστηριασμού και να οδηγούν σε διαφορετικές κοινοβουλευτικές συνθέσεις, με τεράστια χρέη ύψους εκατομμυρίων ευρώ).
Παράλληλα, ανέδειξε ότι σε συνθήκες ελληνικής εμπλοκής σε οξυμένους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και πολέμους, που είναι εμφανές το ενδεχόμενο μιας νέας οικονομικής κρίσης, και που διαφαίνονται και κλονισμοί στο αστικό πολιτικό σύστημα, η κυβέρνηση δεν επιδιώκει να αντιμετωπίσει αυτά τα φαινόμενα σήψης, αλλά, να φτιάξει με πρόσχημα τη δήθεν «δημοκρατική λειτουργία» ένα συνταγματικό πλαίσιο που θα περιορίζει τη δράση και θα απαγορεύει την εκλογική συμμετοχή σε κόμματα, όπως το ΚΚΕ, που αμφισβητούν και αντιπαλεύουν το σημερινό βάρβαρο καπιταλιστικό σύστημα. Κάλεσε, μάλιστα, τις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις να αξιοποιούν τους όποιους κλονισμούς του συστήματος για να βελτιώνουν τον συσχετισμό δύναμης και να διαμορφώνουν όρους συνολικότερης ανατροπής.
Προειδοποιώντας ότι για την επιβολή των περιορισμών θα αξιοποιηθεί ως προκάλυμμα η ανιστόρητη θεωρία των δύο άκρων, στηλίτευσε το γεγονός ότι ήδη η κυβέρνηση έχει αρχίσει να χρησιμοποιεί αυτήν τη ρητορική και να τσουβαλιάζει προβοκάτσιες με το εργατικό-λαϊκό κίνημα, το οποίο τις καταγγέλλει και τις αντιπαλεύει, προσθέτοντας ότι η θεωρία των δύο άκρων δεν είναι μόνο «ίδιον της ΝΔ, αλλά και άλλων κομμάτων», όπως αυτό του Τσίπρα. Μιλώντας για την τροπολογία που είχε φέρει ο Μ. Βορίδης ως υπουργός Εσωτερικών, με την οποία αποκρυπτόταν ότι «η εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής απέρρεε από τη ναζιστική της ιδεολογία», καθώς θέτονταν σε προτεραιότητα «αδικήματα και όχι ιδεολογίας», ενώ το ΚΚΕ αντέτεινε πως ανοιγόταν «μια γενικότερη συζήτηση περί κομμάτων που υπηρετούν ή δεν υπηρετούν την εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος», ο βουλευτής του ΚΚΕ υπενθύμισε ότι πολλά από τα άρθρα φωτογράφιζαν «ευθέως τη δράση του εργατικού-λαϊκού κινήματος».
Στηλίτευσε, επίσης, το γεγονός ότι επιδιώκεται να προστεθούν «κριτήρια ελέγχου από τον Άρειο Πάγο ή από το ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, όπως επιχειρείται τώρα κάθε φορά και σε κάθε εκλογική αναμέτρηση με απαράδεκτες γενικεύσεις που μπορούν δυνητικά να στεγάσουν την ανιστόρητη θεωρία των δύο άκρων και την ποινικοποίηση του ριζοσπαστισμού», ενώ κατηγόρησε την κυβέρνηση πως επιχειρεί να φτιάξει «ένα συνταγματικό κέλυφος και παραπέμπετε τον έλεγχο για τη λειτουργία, τη νόμιμη λειτουργία των κομμάτων και τη συμμετοχή τους στις εκλογές σε ένα τυπικό νόμο για τον οποίο δεν λέτε τίποτα για το τι θα περιέχει». Συμπλήρωσε πως η κυβέρνηση, σύμφωνα και με τις κατευθύνσεις της ΕΕ, φέρνει διατάξεις που διευκολύνουν τον έλεγχο στην εσωτερική λειτουργία των κομμάτων, τον περιορισμό στη δράση τους και δυνητικά την απαγόρευσή τους στη συμμετοχή στις εκλογές. Σε σχέση με τα παραδείγματα που ήδη υπάρχουν σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες, όπου η ριζοσπαστική και κομμουνιστική ιδεολογία και δράση έχουν μπει στο στόχαστρο, ο Γ. Γκιόκας υπογράμμισε πως «αυτές οι διώξεις δεν αφορούν μόνο τη ριζοσπαστική δράση πάνε πακέτο με την καταστολή συνολικά του εργατικού λαϊκού κινήματος. Για αυτό εντείνεται η καταστολή σε ολόκληρη την ΕΕ», η οποία την ίδια στιγμή έχει αναγορεύσει σε ψήφισμά της τα λόμπι σε συστατικό στοιχείο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας.
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση με όλες αυτές τις πρακτικές δεν θα καταφέρει να αποσπάσει από το ΚΚΕ «δηλώσεις νομιμοφροσύνης σε αυτή τη σάπια δημοκρατία που είναι το προσωπείο της στυγνής δικτατορίας του κεφαλαίου. Στην Ελλάδα υπάρχει και ισχυρό εργατικό κίνημα. Υπάρχουν και παραδόσεις, υπάρχουν και δεσμοί αίματος με τον λαό μας που θα ακυρώσουν όλα αυτά τα σχέδια που ορισμένοι μπορεί να έχουν στο μυαλό τους».
Τέλος, ο Γ. Γκιόκας κατήγγειλε και την υποκριτική στάση της κυβέρνησης σε σχέση με τις προτάσεις της περί «καλής νομοθέτησης», υπενθυμίζοντας ότι διαχρονικά οι κυβερνήσεις εφάρμοσαν κατά κόρον fast track πρακτικές νομοθέτησης, εκπρόθεσμες τροπολογίες και άσχετες με άσχετα νομοσχέδια. Καυτηρίασε, δε, το γεγονός ότι τάχα θα θεσπιστεί η δυνατότητα να συζητείται μία πρόταση νόμου της αντιπολίτευσης μια φορά τον μήνα, τη στιγμή που ήδη υπάρχει τέτοια συνταγματική πρόβλεψη...