Σε ένα τεράστιο, ορμητικό ποτάμι αγώνα ενώθηκαν εργαζόμενοι, αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι, νέοι και νέες, συνταξιούχοι από κάθε γωνιά της χώρας.Η Θεσσαλονίκη πλημμύρισε από λαό! Οι δρόμοι αντήχησαν από τα συνθήματα!Ο λαός οργανωμένος και αποφασισμένος μπορεί να επιβάλει το δίκιο του απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική των κερδών και του πο... Περισσότερα
Γερμανία: Η AfD ενισχύεται στο έδαφος της λαϊκής δυσαρέσκειας και της πολεμικής προετοιμασίας
από Η Άλλη Άποψη
Κρίσιμες εκλογές που αποτυπώνουν τις αντιθέσεις του γερμανικού κεφαλαίου, υπό το βάρος της στασιμότητας και ύφεσης της καπιταλιστικής οικονομίας, της σφοδρής γεωπολιτικής αντιπαράθεσης για κυριαρχία στην Ευρώπη και της στρατιωτικοποίησης της γερμανικής οικονομίας και κοινωνίας, διεξάγονται μέσα στον Σεπτέμβρη σε ανατολικά κρατίδια της Γερμανίας: Στη Σαξονία - Ανχαλτ στις 6 Σεπτέμβρη, σε Μεκλεμβούργο - Δυτική Πομερανία και Βερολίνο στις 20 Σεπτέμβρη.
Λίγες μέρες πριν τις εκλογές της 6ης Σεπτέμβρη στη Σαξονία - Άνχαλτ, το ακροδεξιό - εθνικιστικό κόμμα (με ναζιστικές καταβολές)«Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) καταγράφει ποσοστά που μέχρι πριν λίγα χρόνια θα έμοιαζαν αδιανόητα για ένα γερμανικό κρατίδιο.
Η τελευταία δημοσκόπηση της «Forschungsgruppe Wahlen» το διάστημα 25 - 27 Αυγούστου δίνει στην AfD 40%, από 20,8% το 2021, έναντι 23% για τη Χριστιανοδημοκρατική Ενωση (CDU), 13% για την «Αριστερά» (Die Linke), 9% για το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και 6% για τους Πράσινους. Οι φιλελεύθεροι FDP και η «Συμμαχία Ζάρα Βάγκενκνεχτ» (BSW) κινούνται μόλις στο 3%.
Με ποσοστό γύρω στο 40%, το πιθανότερο είναι ότι θα είναι μακράν η ισχυρότερη δύναμη στο νέο κοινοβούλιο, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση.
Κατρακύλα μετά την «ενοποίηση»
Η Σαξονία - Ανχαλτ είναι ένα από τα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας που βίωσαν και βιώνουν με άγριο τρόπο την ανατροπή του σοσιαλισμού και την παλινόρθωση του καπιταλισμού με την «ενοποίηση» της Γερμανίας: Απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου του λαού, κλείσιμο εργοστασίων και υπηρεσιών, ιδιωτικοποιήσεις, εμπορευματοποίηση βασικών αγαθών όπως η στέγη, το νερό, η Ενέργεια και η Υγεία, μείωση και γήρανση του πληθυσμού.
Η επίσημη ανεργία σύμφωνα με στοιχεία του φετινού καλοκαιριού κινείται γύρω στο 8%, υψηλότερα από τον αντίστοιχο γερμανικό μέσο όρο, που είναι περίπου 5%. Είναι χαρακτηριστικό ότι συνολικά αναφέρθηκαν 16.750 κενές θέσεις εργασίας, ενώ ο αριθμός των ανέργων ξεπέρασε τις 90.000 τον Αύγουστο.
Με βάση την τελευταία έρευνα του ZDF, τα σημαντικότερα ζητήματα για τους ψηφοφόρους είναι η οικονομική κατάσταση, η ανεργία και η Εκπαίδευση.
Η AfD και τμήματα του γερμανικού κεφαλαίου που τη στηρίζουν αξιοποιούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια προς όφελός τους, υπέρ του εκμεταλλευτικού συστήματος: Σκληρότερη μεταναστευτική πολιτική, ρατσισμός, εθνικισμός, υποστήριξη της χρήσης των υδρογονανθράκων και της «φτηνής» - για τις βιομηχανίες - ρωσικής Ενέργειας κ.ά., ενσωματώνοντας τη δυσαρέσκεια από την «πράσινη μετάβαση», που και στη Γερμανία ωφέλησε τμήματα του κεφαλαίου και έφερε ενεργειακή φτώχεια στον λαό.
Η AfD καπηλεύεται τη νοσταλγία για τη ΛΔΓ
Την ίδια στιγμή, τα στελέχη του ακροδεξιού κόμματος καπηλεύονται τη νοσταλγία που υπάρχει στον γερμανικό λαό των ανατολικών κρατιδίων για τη σοσιαλιστική Λαοκρατική Δημοκρατία Γερμανίας και το υψηλό βιοτικό επίπεδο, τις δημόσιες, αναβαθμισμένες και δωρεάν για όλους υπηρεσίες Υγείας και Παιδείας, τον αθλητισμό, τη στέγη, τη μηδενική ανεργία, τη δουλειά με δικαιώματα κ.λπ. Κι αυτό γιατί ακριβώς είχαν καταργηθεί οι εκμεταλλευτικές κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής και η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, σε αντίθεση με τους υπερασπιστές του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος, που είναι και η ΑfD.
Στα μέσα του περασμένου Ιούλη, σε προεκλογική εκδήλωση στο Ντεσάου - Ροσλάου της Σαξονίας - Ανχαλτ, έφτασαν σε σημείο ο συμπρόεδρος του κόμματος Τίνο Χρουπάλα και ο επικεφαλής υποψήφιος στο κρατίδιο Ούλριχ Ζίγκμουντ να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο της Ανατολικής Γερμανίας, μαζί με εκατοντάδες παρευρισκόμενους.
Σε άλλη συγκέντρωση, ο επικεφαλής της AfD στη Θουριγγία Μπγερν Χέκε δήλωσε ότι μόνο οι Ανατολικογερμανοί είναι «βέροι» Γερμανοί.
Τα ψευτοδιλήμματα κυριαρχούν όλο αυτό το διάστημα της προεκλογικής περιόδου. Στην κατεστραμμένη από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και την επέλαση του κεφαλαίου Ανατολική Γερμανία, ο καγκελάριος Φρ. Μερτς έκανε λόγο για έλλειψη ...επενδύσεων αν κερδίσει η AfD.
Ο Μερτς προειδοποίησε για «σημαντική οικονομική ζημιά» στη Σαξονία - Ανχαλτ σε περίπτωση που σχηματίσει κυβέρνηση η AfD: «Δεν μπορώ να φανταστώ διεθνείς επενδυτές να πηγαίνουν στο κρατίδιο για την ίδρυση εταιρειών υπό έναν πρωθυπουργό της AfD». Οι ψηφοφόροι - συνέχισε - θα πρέπει να γνωρίζουν ότι «το κρατίδιο θα αντιμετωπίσει σημαντικά προβλήματα αν τα πράγματα εξελιχθούν όπως φοβόμαστε».
Η CDU θα κάνει το παν προκειμένου να το αποτρέψει αυτό, είπε ο Μερτς και παρέπεμψε στο 20% των ψηφοφόρων που δηλώνουν αναποφάσιστοι. Ο καγκελάριος απέφυγε ωστόσο να απαντήσει αν η CDU θα δεχόταν να ηγηθεί μιας κρατιδιακής κυβέρνησης με τη βοήθεια ή την ανοχή της «Αριστεράς».
Παίζοντας στο ίδιο «γήπεδο» με την AfD, ο Μερτς περηφανεύτηκε για την αντιμεταναστευτική πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνησή του, όπως και η προηγούμενη, του Σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Ολαφ Σολτς, με κλείσιμο των συνόρων, σχεδόν κατάργηση του ασύλου και ένταση των απελάσεων ακόμα και στο Αφγανιστάν ή στη Συρία.
Όλα αυτά ενώ ο λαός σε όλη την πρώην Ανατολική Γερμανία έχει βιώσει τις βαριές συνέπειες από τη νεοφιλελεύθερη και σοσιαλδημοκρατική διαχείριση τόσο σε κρατιδιακό όσο και σε ομοσπονδιακό επίπεδο, και την έλλειψη πολιτικής δύναμης που να συγκρούεται με την καπιταλιστική εξουσία.
Έξοδος από το ευρώ και τη Σένγκεν
Η διαπάλη ανάμεσα σε τμήματα του κεφαλαίου για τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η γερμανική καπιταλιστική οικονομία, προκειμένου να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της, αποτυπώνεται τόσο στις θέσεις του ακροδεξιού κόμματος με τις ναζιστικές καταβολές όσο και στο γεγονός ότι έχει βρεθεί υπό στενή παρακολούθηση από τις υπηρεσίες πληροφοριών και προστασίας του Συντάγματος της Γερμανίας, για «εξτρεμιστικές τάσεις» και για σχέσεις στελεχών του με πρόσωπα και κύκλους της άκρας δεξιάς.
Εξάλλου, η προεκλογική εκστρατεία της AfD δεν περιορίζεται σε θέματα που κρίνονται στις κρατιδιακές εκλογές, αλλά θίγει και θέματα που αφορούν την κυβέρνηση, συνολικά τη θέση της Γερμανίας στην Ευρώπη και στον κόσμο.
Η συμπρόεδρος του κόμματος,Άλις Βάιντελ, δήλωσε πρόσφατα ότι σε περίπτωση ανάληψης της κυβέρνησης από την AfD η Γερμανία θα πρέπει να εγκαταλείψει το ευρώ και να αποχωρήσει από τη Συνθήκη του Σένγκεν, όχι όμως και από την ΕΕ, και να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τη Ρωσία.
Υποστήριξε ότι το ευρώ αποτελεί «ασταθές νόμισμα» και ότι η Γερμανία ήταν σε καλύτερη κατάσταση με το μάρκο, πριν την εισαγωγή του κοινού νομίσματος.
Εφόσον τα δημοσκοπικά δεδομένα επιβεβαιωθούν στην κάλπη, η Σαξονία - Άνχαλτ μπορεί να βρεθεί μπροστά σε μια πρωτοφανή μεταπολεμική κατάσταση: Την πιθανότητα η AfD να διεκδικήσει για πρώτη φορά σε γερμανικό κρατίδιο την ηγεσία της κυβέρνησης. Η ίδια η AfD αντιμετωπίζει την εκλογή της ως πιθανό εφαλτήριο για την εθνική της άνοδο, και ως το πρώτο βήμα προς την προσπάθεια κατάκτησης της κυβερνητικής εξουσίας σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
Σε εθνικό επίπεδο προηγείται πλέον της CDU/CSU στις δημοσκοπήσεις, ενώ στην ανατολική Γερμανία βρίσκεται μπροστά με διαφορά που σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζει ή ξεπερνά τις 20 μονάδες. Στην τελευταία πολιτική δημοσκόπηση η AfD καταγράφει 27%, έναντι 22% της CDU/CSU.
Στο Μεκλεμβούργο - Δυτική Πομερανία η τελευταία δημοσκόπηση για τον «Nordkurier», που δημοσιεύτηκε στις 13 Αυγούστου, έδινε την AfD στο 36%, το SPD στο 29%, την «Αριστερά» στο 11% και την CDU μόλις στο 10%. Τον Ιούλη η «Infratest dimap» επίσης κατέγραφε την AfD στο 36%.
Συνεχίζεται η στροφή στην πολεμική οικονομία
Σε αυτό το σκηνικό, το γερμανικό κεφάλαιο έχει βρει κερδοφόρα διέξοδο στην πολεμική βιομηχανία - είναι χαρακτηριστικό ότι γραμμές παραγωγής αυτοκινητοβιομηχανιών και άλλων βιομηχανιών μετατρέπονται σε γραμμές παραγωγής όπλων. Η Γερμανία προετοιμάζεται για πόλεμο και η καπιταλιστική οικονομία της στρατιωτικοποιείται. Οι στρατιωτικές δαπάνες του 2026 ανέρχονται σε περίπου 108,2 δισ. ευρώ, επίπεδο - ρεκόρ εδώ και πολλές δεκαετίες. Από αυτά, περίπου 82,7 δισ. ευρώ προέρχονται από τον τακτικό προϋπολογισμό και 25,5 δισ. ευρώ από το Ειδικό Ταμείο Αμυνας.
Χαρακτηριστικά για την υποχώρηση του γερμανικού κεφαλαίου στον ανταγωνισμό με την Κίνα και τις ΗΠΑ είναι όσα συμβαίνουν στον όμιλο «Volkswagen» και σε άλλες αυτοκινητοβιομηχανίες.
Το περιοδικό «Wirtschaftswoche», επικαλούμενο εσωτερικό έγγραφο, έγραψε ότι το ΔΣ της VW έχει αποφασίσει ομόφωνα τον τερματισμό της παραγωγής σε 4 εργοστάσια στη Γερμανία. Πρόκειται για τα εργοστάσια στο Εμντεν και στο Τσβικάου, όπου η παραγωγή προβλέπεται να σταματήσει το 2031, στο Ανόβερο το 2032 και στο Νέκαρσουλμ το 2034.
Εδώ και καιρό είναι γνωστό ότι στον όμιλο VW σχεδιάζονται δεκάδες χιλιάδες περικοπές θέσεων εργασίας. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το μέλλον δεκάδων χιλιάδων εργαζομένων στα εργοστάσια αυτά παραμένει αβέβαιο. Στο Τσβικάου και στο Εμντεν συνολικά εργάζονταν πάνω από 15.700 άνθρωποι στα τέλη του 2025. Στο Ανόβερο απασχολούνται περίπου 14.000 εργαζόμενοι, ενώ στο εργοστάσιο της «Audi» στο Νέκαρσουλμ περίπου 15.500.
Πάντως ο πρωθυπουργός της Σαξονίας, Μ. Κρέτσμερ (CDU), επιχείρησε άμεσα να κατευνάσει τις ανησυχίες, ιδιαίτερα για το εργοστάσιο του Τσβικάου στο κρατίδιο της Σαξονίας, λέγοντας ότι «δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο σημείο όπου λαμβάνονται αποφάσεις».
Η υπουργός Εργασίας και συμπρόεδρος του SPD, Μπ. Μπας, τόνισε ότι πρέπει να δημιουργηθούν «νέες προοπτικές» για τα εργοστάσια της VW. Οπως είπε, χρειάζεται στρατηγική για το τι θα μπορούσε να παράγεται μελλοντικά σε κάθε μονάδα, εφόσον εκεί διακοπεί η παραγωγή αυτοκινήτων. Καθώς το γερμανικό κεφάλαιο στρέφεται προς την πολεμική οικονομία, είναι πολλά τα παραδείγματα εργοστασίων που στρέφονται προς την παραγωγή εξοπλισμών ή σχετικών εξαρτημάτων, με τα συμβιβασμένα συνδικάτα που πρόσκεινται κυρίως στην σοσιαλδημοκρατία να πρωτοστατούν στον εγκλωβισμό των εργαζομένων στη δήθεν «διέξοδο» της παραγωγής εξοπλισμών.
Ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, Ολ. Μπλούμε, χαρακτήρισε το κλείσιμο μονάδων «την τελευταία και ακριβότερη λύση» και έδωσε χρονικό περιθώριο 6 έως 12 μηνών προκειμένου να βρεθούν προοπτικές για τα εργοστάσια.