Κυριακή, 19 Απρ, 2026

  • ΜΜΕ και πόλεμος (ορισμένες σκέψεις)
  • Αντικομμουνιστικό παραλήρημα από τον Γ. Παναγόπουλο που θα ζήλευαν ακόμα και οι φασίστες!
  • Μία ενδιαφέρουσα βιβλιοπαρουσίαση
  • Εκδήλωση του ΚΚΕ στη Βέροια
  • ΚΚΕ: Δεν απαλλάσσονται οι ευθύνες του Μ. Λαζαρίδη και της κυβέρνησης από την καθυστερημένη παραίτησή του
  • Παραιτήθηκε ο Λαζαρίδης δηλώνοντας πως θα συνεχίσει να υπηρετεί τις σάπιες αξίες και την βάρβαρη πολιτική, που έχει «σπουδάσει»
ΜΜΕ και πόλεμος (ορισμένες σκέψεις)1 Αντικομμουνιστικό παραλήρημα από τον Γ. Παναγόπουλο που θα ζήλευαν ακόμα και οι φασίστες!2 Μία ενδιαφέρουσα βιβλιοπαρουσίαση3 Εκδήλωση του ΚΚΕ στη Βέροια4 ΚΚΕ: Δεν απαλλάσσονται οι ευθύνες του Μ. Λαζαρίδη και της κυβέρνησης από την καθυστερημένη παραίτησή του5 Παραιτήθηκε ο Λαζαρίδης δηλώνοντας πως θα συνεχίσει να υπηρετεί τις σάπιες αξίες και την βάρβαρη πολιτική, που έχει «σπουδάσει»6

Το Σχόλιο της Ημέρας

Και πάλι για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ

Του Αλέκου Χατζηκώστα *Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η συμπυκνωμένη εικόνα ενός συστήματος που σαπίζει, την ίδια ακριβώς ώρα που οδηγεί τους βιοπαλαιστές αγρότες στη χρεοκοπία και στον αφανισμό.Πιάστηκαν στα πράσα οι «εγγυητές της διαφάνειας»Η κυβέρνηση της ΝΔ διαφήμιζε ως «μεγάλη μεταρρύθμιση» τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, με τον... Περισσότερα

Νίκος Μόττας: «Ο Μπελογιάννης νίκησε γιατί δε θεώρησε, ούτε για μια στιγμή τον εαυτό του κατηγορούμενο, αλλά κατήγορο της αστικής εξουσίας, των αμερικανών και του μοναρχοφασισμού»

από Η Άλλη Άποψη
Νίκος Μόττας: «Ο Μπελογιάννης νίκησε γιατί δε θεώρησε, ούτε για μια στιγμή τον εαυτό του κατηγορούμενο, αλλά κατήγορο της αστικής εξουσίας, των αμερικανών και του μοναρχοφασισμού»

Με αφορμή την επέτειο εκτέλεσης του Ν. Μπελογιάννη και των συντρόφων του (30/3/1952) συζητήσαμε στη ραδιοφωνική εκπομπή “Λόγια σταράτα” ΡΑΔΙΟ-ΑΙΧΜΗ (με τον δημοσιογράφο Αλέκο Χατζηκώστα) με τον Νίκο Μόττα που είχε την επιμέλεια ενός βιβλίου- ντοκουμέντου , “Στο σπίτι των ηρώων” (Εκδόσεις “ατεχνως”).

Ξεκινώντας και απαντώντας σχετικά με το ιστορικό πλαίσιο της εποχής σημείωσε: «Μετά την ήττα του ΔΣΕ στον εμφύλιο πόλεμο, στα τέλη Αυγούστου του 1949, οι δυνάμεις του πέρασαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες και την Σοβιετική Ένωση. Το ΚΚΕ μετέφερε το κέντρο βάρους της δουλειάς του από τον ένοπλο αγώνα στην ειρηνική μαζική πολιτική δράση. Στο πλαίσιο αυτό αποφασίστηκε από την ΚΕ του ΚΚΕ η αποστολή στελεχών της στην Ελλάδα για την οργάνωση της δράσης του παράνομου ΚΚΕ και της λαϊκής κοινωνικοπολιτικής πάλης. Απ’ τις πρώτες αποστολές είναι αυτή του Ν. Μπελογιάννη, αναπληρωματικού μέλους της ΚΕ του Κόμματος. Μιλάμε για μια ιστορική περίοδο κατά την οποία το τότε μετεμφυλιακό αστικό κράτος, με τις ευλογίες των ΗΠΑ, επιδίδονταν σε απηνείς διώξεις, φυλακίσεις, εξορίες και εκτελέσεις κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών, μια περίοδο όπου κυριαρχούσαν τα “πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων”, η αστυνομική καταστολή και ο χαφιεδισμός. Να σημειώσουμε ότι οΟ μεταξικός Νόμος 375 του 1936 που έλεγε ότι οι κομμουνιστές είναι κατάσκοποι, ο ν. 509 του 1947 που κύρηττε παράνομο το ΚΚΕ, ήταν νόμοι που υπηρετήθηκαν απ’ όλο το αστικό πολιτικό σύστημα, είτε μιλάμε για την Δεξιά, είτε για το Κέντρο. Η εκτέλεση-δολοφονία του Μπελογιάννη έγινε επί κυβέρνησης Πλαστήρα. Απ’ την τότε κυβέρνηση ένας μόνο άνθρωπος όρθωσε το ανάστημα του απέναντι στην δολοφονία Μπελογιάννη. Και γι’ αυτό αξίζει να τον μνημονεύσουμε. Ήταν ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΙΩΣΗΦ, υφυπουργός του Πλαστήρα, ο οποίος και παραιτήθηκε ως ένδειξη διαμαρτυρίας.»

Σε σχετική ερώτηση για το περιεχόμενο του βιβλίου “Στο σπίτι των ηρώων” τόνισε:« Πρόκειται για μια προσωπική μαρτυρία που έρχεται να φωτίσει πρόσωπα και καταστάσεις, με επίκεντρο δύο κορυφαίες προσωπικότητες του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος και εν γένει της ταξικής πάλης στην Ελλάδα του 20ου αιώνα, το Νίκο Μπελογιάννη και τον Νίκο Πλουμπίδη. Συγγραφέας του βιβλίου είναι ο λογοτέχνης και ποιητής Κούλης Ζαμπαθάς, παλαιός κομμουνιστής που αγωνίστηκε μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ και του ΕΑΜ κατά την διάρκεια της Κατοχής, ένας άνθρωπος της γενιάς του ‘30 που συνδέθηκε με προσωπικούς και συντροφικούς δεσμούς φιλίας με συγγραφείς όπως ο Μενέλαος Λουνέμης. ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Στρατής Δούκας κ.α. Ο Ζαμπαθάς λοιπόν ήταν ο άνθρωπος το σπίτι του οποίου στο κέντρο της Αθήνας, στην Κυψέλη, αποτέλεσε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 κρυσφήγετο για τον Πλουμπίδη και τον Μπελογιάννη, μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ το οποίο εκείνη την εποχή είχε κυρηχθεί παράνομο. Μιλάμε, άλλωστε, για μια ιστορική περίοδο κατά την οποία το τότε μετεμφυλιακό αστικό κράτος, με τις ευλογίες των ΗΠΑ, επιδίδονταν σε απηνείς διώξεις, φυλακίσεις, εξορίες και εκτελέσεις κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών, μια περίοδο όπου κυριαρχούσαν τα “πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων”, η αστυνομική καταστολή και ο χαφιεδισμός. Μέσα σε αυτό το κλίμα – και έπειτα από έκκληση του κόμματος – ο Κούλης Ζαμπαθάς φιλοξένησε, κάτω από άκρα μυστικότητα, στο σπίτι του τους Πλουμπίδη και Μπελογιάννη. Στο βιβλίο του ο Ζαμπαθάς αφηγείται - με δωρική απλότητα θα λέγαμε – το πως γνώρισε τους Μπελογιάννη και Πλουμπίδη, καθημερινές στιγμές που έζησε κοντά τους, φωτίζοντας ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες πτυχές του χαρακτήρα, του ήθους και ασφαλώς της αγωνιστικής στάσης των δύο κομμουνιστών. Θα λέγαμε ότι, είναι έτσι γραμμένο το βιβλίο, που διαβάζοντας το κανείς νιώθει ότι βλέπει μπροστά του να ξετυλίγονται τα γεγονότα σαν κινηματογραφική ταινία. (Στο βιβλίο αυτό άλλωστε βασίστηκε εν πολλοίς και η γνωστή ταινία του Τζίμα “Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο”). Ο συγγραφέας καταφέρνει πράγματι να “βάλει” τον αναγνώστη στο σπίτι του και να νιώσει ότι βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο με τον Πλουμπίδη, με το Μπελογιάννη, ότι “βιώνει” την καθημερινή τους αγωνία, την ατσάλινη πειθαρχία τους, την αλύγιστη πίστη τους στα ιδανικά του μαρξισμού-λενινισμού, τα χαρίσματα και ταυτόχρονα τις ανθρώπινες αδυναμίες τους. Είναι με τέτοιον τρόπο γραμμένο το βιβλίο που έχει το εξής χαρακτηριστικό: Η αφηγηματική γραμμή του συγγραφέα δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι διαβάζει κάποιο μυθιστόρημα, ωστόσο αποτελεί αποτύπωση πραγματικών γεγονότων, αποτελεί μια πρωτογενή μαρτυρία για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων, κάτι που του προσδίδει τον χαρακτήρα ενός ιστορικού ντοκουμέντου. Απαντώντας με αφορμή το γεγονός στις κατοπινές προσπάθειες καπηλείας του υπογράμμισε: «Τα τελευταία χρόνια υπήρξε μια προσπάθεια από πολιτικές δυνάμεις (όπως για παράδειγμα ο ΣΥΡΙΖΑ) να οικειοποιηθούν το Νίκο Μπελογιάννη και την θυσία του, να τον “φέρουν στα μέτρα τους”, νομίζοντας πως έτσι θα “ψηλώσουν ιδεολογικά, πολιτικά και ηθικά” οι ίδιοι. Το έκανε ο κ. Τσίπρας, ως πρωθυπουργός, πριν τέσσερα χρόνια στα εγκαίνια του μουσείου Μπελογιάννη στην Αμαλιάδα, όταν παρουσίασε το Νίκο Μπελογιάννη ως αγωνιστή μιάς αφηρημένης «δημοκρατικής ομαλότητας». Με λίγα λόγια, ο κ.Τσίπρας, ούτε λίγο ούτε πολύ, μας έλεγε ότι ο Μπελογιάννης και οι σύντροφοι του θυσιάστηκαν για την… ομαλότητα του αστικού πολιτικού συστήματος! Ο κομμουνιστής Μπελογιάννης, όμως, δεν θυσιάστηκε για τη «δημοκρατική ομαλότητα» των Πλαστήρων, των Παπάγων και των Παπανδρέου. Θυσιάστηκε γιατί πίστευε στα ιδανικά μιας άλλης κοινωνίας, απαλλαγμένης από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, για τις ιδέες του μαρξισμού-λενινισμού στις οποίες έμεινε πιστός μέχρι τέλους, για να ξημερώσουν καλύτερες μέρες για τον ελληνικό λαό.»

Καλώντας τον τέλος να μας δώσει τη δική του εκτίμηση για τα διδάγματα που προκύπτουν τόνισε: «Αύριο είναι η επέτειος των 69 χρόνων από την δολοφονία του Μπελογιάννη, ο ηρωϊκός αγώνας του οποίου δεν προσφέρεται για πολιτικά μνημόσυνα. Προφέρεται όμως για να βγουν χρήσιμα συμπεράσματα, πολύτιμα για τη νέα γενιά κομμουνιστών και αγωνιστών, για τους οποίους ο Μπελογιάννης δε μπορεί παρά να αποτελεί φάρο αυτοθυσίας, ανιδιοτέλειας και αγωνιστικής προσήλωσης. Ο Μπελογιάννης νίκησε γιατί από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του δε θεώρησε τον εαυτό του έναν εκτός μάχης αφοπλισμένο αιχμάλωτο, αλλά ένα μαχητή, που με τη σύλληψη του περνάει σε άλλο χαράκωμα του αγώνα και συνεχίζει από κει τη μάχη για το λαό. Το να νιώθει ο αγωνιστής τον εαυτό του μαχόμενο στρατιώτη του λαού, παντού και πάντοτε, αποτελεί έναν βασικό όρο για τη νίκη. Ο Μπελογιάννης νίκησε γιατί δε θεώρησε, ούτε για μια στιγμή τον εαυτό του κατηγορούμενο, αλλά κατήγορο της αστικής εξουσίας, των αμερικανών και του μοναρχοφασισμού και έτσι έδρασε. Άλλωστε, ο κομμουνιστής θεωρεί υπέρτατο και μοναδικό κριτή του το κόμμα του και το λαό και μόνο στο κόμμα και το λαό λογοδοτεί για τις πράξεις του.» (Ο Νίκος Μόττας, γεννήθηκε το 1984 στη Θεσσαλονίκη. Είναι υποψήφιος διδάκτορας (Phd) Πολιτικής Επιστήμης, Διεθνών Σχέσεων και Ιστορίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Westminster του Λονδίνου και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων (Master of Arts) στις διπλωματικές σπουδές (Παρίσι) και στις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις (Πανεπιστήμιο Τελ Αβίβ). Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνόφωνα και ξενόγλωσσα μέσα.)

Έχει διαβαστεί 1785 φορές

Σχόλια

  • Δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το άρθρο.
 
Παρακαλώ περιμένετε...

Δεν σας επιτρέπεται η υποβολή σχολίων. Παρακαλούμε συνδεθείτε.

Αναζήτηση

Γλυκιά γιασεμιά μου

advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement

Με ένα κλικ στο κανάλι μας στο Yutube!

advertisement

Το βιβλιοχαρτοπωλείο «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ» κοντά σας με υπηρεσία Delivery!

advertisement

Ημερολόγιο

Ποιός είναι online

Έχουμε online 550 επισκέπτες και 0 μέλη.