Κυριακή, 19 Απρ, 2026

  • Εκδήλωση του ΚΚΕ στη Βέροια
  • Το ΚΚΕ αποχαιρετά με σεβασμό και περηφάνια τον σύντροφο Χρήστο Τσιντζιλώνη
  • Το Ιράν μιλά για «στρατηγική ήττα» των ΗΠΑ, οι στρατιωτικές προετοιμασίες εντείνονται και το κράτος τρομοκράτης Ισράηλ διαλύει τον Λίβανο
  • Ευρωκοινοβούλιο για Κούβα: Με «δύο μέτρα και δύο σταθμά» αβαντάρει τα σχέδια επέμβασης κατά της Κούβας
  • ΜΜΕ και πόλεμος (ορισμένες σκέψεις)
  • Αντικομμουνιστικό παραλήρημα από τον Γ. Παναγόπουλο που θα ζήλευαν ακόμα και οι φασίστες!
Εκδήλωση του ΚΚΕ στη Βέροια1 Το ΚΚΕ αποχαιρετά με σεβασμό και περηφάνια τον σύντροφο Χρήστο Τσιντζιλώνη2 Το Ιράν μιλά για «στρατηγική ήττα» των ΗΠΑ, οι στρατιωτικές προετοιμασίες εντείνονται και το κράτος τρομοκράτης Ισράηλ διαλύει τον Λίβανο3 Ευρωκοινοβούλιο για Κούβα: Με «δύο μέτρα και δύο σταθμά» αβαντάρει τα σχέδια επέμβασης κατά της Κούβας 4 ΜΜΕ και πόλεμος (ορισμένες σκέψεις)5 Αντικομμουνιστικό παραλήρημα από τον Γ. Παναγόπουλο που θα ζήλευαν ακόμα και οι φασίστες!6

Το Σχόλιο της Ημέρας

Και πάλι για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ

Του Αλέκου Χατζηκώστα *Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η συμπυκνωμένη εικόνα ενός συστήματος που σαπίζει, την ίδια ακριβώς ώρα που οδηγεί τους βιοπαλαιστές αγρότες στη χρεοκοπία και στον αφανισμό.Πιάστηκαν στα πράσα οι «εγγυητές της διαφάνειας»Η κυβέρνηση της ΝΔ διαφήμιζε ως «μεγάλη μεταρρύθμιση» τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, με τον... Περισσότερα

Συγκίνηση και νοσταλγία στην παρουσίαση του βιβλίου του Α. Χατζηκώστα «Σχεδία Μνήμης»

Τελευταία ενημέρωση από Η Άλλη Άποψη
Συγκίνηση και νοσταλγία στην παρουσίαση του βιβλίου του Α. Χατζηκώστα «Σχεδία Μνήμης»

Δεκάδες ήταν αυτοί που πήραν μέρος στη παρουσίαση του νέου βιβλίου του Αλέκου Χατζηκώστα στη Βέροια το απόγευμα του Σαββάτου 25 Οκτώβρη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Βέροιας. Μεταξύ αυτών ο δήμαρχος Βέροιας Κ. Βοργιαζίδης, ο βουλευτής Κ. Γιοβανόπουλος, ο περιφερειακός σύμβουλος Δ. Μούρνος, ο πρόεδρος της ΔΕΥΑΒ Ν. Μωϋσιάδης, η πρώην δήμαρχος Βέροιας Χ. Ουσουλτζόγλου, η διοικητής του «ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ» Α. Γκαμπέσης, η Διευθύντρια του Βυζαντινού Μουσείου Θεσ/νικης Ν. Τσιλιπάκου, ο Πρόεδρος της ΕΛΜΕ Ημαθίας Α. Μόσχος, η Πρόεδρος της Δημοτικής Κοινότητας Βέροιας Ε. Γκόγκα, αντιπροσωπεία της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ Βέροιας με επικεφαλής τον Πρόεδρο της Γ. Δήμου, ο πρώην βουλευτής-ευρωβουλευτής Δ. Βλαχόπουλος, καθώς και  ντόπιοι συγγραφείς (όπως οι κύριοι Πυρινός, Κολτσίδας, Κλήμης, Παπαστεργίου) κ.α

Τη εκδήλωση άνοιξε η υπεύθυνη της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Βέροιας Β. Κοτσάλου η οποία αναφέρθηκε στο βιογραφικό του συγγραφέα και σε πλευρές του έργου του. Στη συνέχεια το λόγο πήραν ο υπεύθυνος των εκδόσεων Ars Poetica Θ. Παπαστεργίου,ο Παντελής Τσαλουχίδης -φιλόλογος-κριτικός λογοτεχνίας

η Ευαγγελία Βέλλιου -Νευρολόγος και ο ίδιος ο  συγγραφέας Αλέκος Χατζηκώστας

Αποσπάσματα από το βιβλίο  διάβασε με αισθαντικό τρόπο  ο βεροιώτης ηθοποιός Αντώνης Μομπαϊτζής.

Την εκδήλωση πλαισίωσαν με μοναδικό τρόπο μουσικοί της Βέροιας – σε τραγούδια του Σ. Καζαντζίδη- με επικεφαλής τους τον μουσικό Αλέξη Τσαπράζη που πραγματικά ενθουσίασαν τον κοινό

Η Ομιλία του Παντελή Τσαλουχίδη:

Σχεδόν δυο χρόνια μετά την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, Δυτικά του Αλιάκμονα, ο Αλέκος Χατζηκώστας επιστρέφει με εννιά διηγήματα υπό τον εύγλωττο τίτλο Σχεδία μνήμης. Αν στον τίτλο της πρώτης συλλογής προβάλλονταν ο χώρος, με τη γενέθλια πόλη, τη Βέροια, στο προσκήνιο, τώρα προτάσσεται η μνήμη και το βιωματικό υλικό που τη συνθέτει. Ό,τι δηλαδή πριν προβάλλονταν στο οπισθόφυλλο του πρώτου βιβλίου με τις φράσεις Όνειρα, βιώματα, ελπίδες, σε μια πορεία από την επαρχιακή πόλη στην πρωτεύουσα και ξανά στη γενέθλια γη. Μικρές ιστορίες σαράντα ετών βγαλμένες μέσα από την πραγματικότητα αλλά και τη φαντασία τώρα μεταφέρεται στον τίτλο ως σχεδία μνήμης, ό,τι δηλαδή μπορεί να περισώσει η μνήμη από το ναυάγιο του χρόνου. Αλλά βέβαια, τι να χωρέσει μια σχεδία από τα κρυμένα τιμαλφή που πρέπει να σωθούν, για να θυμηθούμε τον Αναγνωστάκη, τι να πρωτοσώσει μια σχεδία που, όπως μας αποκαλύπτει ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο της νέου του βιβλίου, κουβαλάει σχέδια, όνειρα, ελπίδες, αποσκευές μέσα σε ταραγμένα νερά που σε 9 ιστορίες συνθέτουν ψηφίδα ψηφίδα την τοιχογραφία μιας εποχής και μας ταξιδεύουν από τη Δικτατορία μέχρι τη σημερινή κρίση, από το Στέλιο Καζαντζίδη μέχρι τα «σταγονίδια της χούντας», από το πατρικό χρέος μέχρι την Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Σε κάθε περίπτωση αυτό που βλέπει εξ αρχής ο αναγνώστης που έχει διαβάσει την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Αλέκου Χατζηκώστα είναι ότι ο δίδυμος άξονας του βιογραφικού στοιχείου και της κοινωνικής στόχευσης κυριαρχεί και στην ανά χείρας συλλογή. Τόσο η ενασχόληση του Χατζηκώστα με την ιστορική έρευνα (θυμίζω τα τρία βιβλία του Η Εθνική Αντίσταση στο νομό Ημαθίας, Η Ημαθία από τη Βάρκιζα στο Εμφύλιο, Η Ημαθία στον Εμφύλιο) όσο και η δημοσιογραφική του ιδιότητα αλλά και οι πολιτικές του πεποιθήσεις διαγράφονται ξεκάθαρα σε αρκετά διηγήματα. Καλό είναι ωστόσο να ξεκαθαριστεί ότι πάντα γίνεται λόγος για μυθοπλασία και όχι για βιογραφία. Το βιογραφικό υλικό διαχέεται και μυθοποιείται αρκετά ικανοποιητικά στα διηγήματα· ίσως μόνο σε κάποιες περιπτώσεις ο συγγραφέας να αφήνει σήματα λυγρά, μηνύματα σε συγκεκριμένους αποδέκτες - συνοδοιπόρους στο ταξίδι σαράντα και περισσότερων χρόνων. Που γνωρίζουν καλά να τα αποκωδικοποιήσουν, όσο επώδυνη κι αν γίνεται η μνήμη της εφηβείας στη μέση ηλικία.

Δεν υπάρχουν σοβαρές μεταβολές στον τρόπο γραφής του συγγραφέα σε σχέση με το προηγούμενο λογοτεχνικό του εγχείρημα. Η γλώσσα παραμένει στρωτή καθομιλούμενη χωρίς με ικανοποιητικό γλωσσικό πλούτο, χωρίς εκζήτηση ή δήθεν λαϊκότητα. Δείχνει επίσης ο Χατζηκώστας να έχει αφήσει κάπως περισσότερο χώρο στο συναίσθημα· παρόλα αυτά ο λόγος παραμένει και πάλι ώρες ώρες άκαμπτος, κάτι αναμενόμενο εφόσον ειδικά αυτό το χαρακτηριστικό απαιτεί μεγαλύτερη συγγραφική πείρα σε λογοτεχνικά έργα. Αλλά τουλάχιστον δεν πάσχει διόλου από τον συναισθηματικό πληθωρισμό και την συνακόλουθη γλυκερή έκφραση που κατακλύζει τη σύγχρονη λογοτεχνία των σουπερμάρκετ. Αν πρέπει να γκρινιάξω για κάτι είναι ότι οι κεντρικοί ήρωες έχουν, πέρα από τα άλλα κοινά χαρακτηριστικά τους, συχνά ενοχλητικά ίδιο προφίλ (καταγωγή, εργασία, οικογενειακή κατάσταση) κάτι που τελικά κουράζει σε ορισμένες περιπτώσεις τον αναγνώστη. Και όχι μόνο αυτό αλλά η ίδια η προσωπικότητα πολλών ηρώων είναι διαποτισμένη από την πολιτική/κομματική τους ένταξη. Λογικό για μια εποχή όπου τα πάντα ήταν πολιτική, όσο και αν σήμερα αυτό μοιάζει παράδοξο. Σημείωνα για το προηγούμενο βιβλίο ότι οι συχνές αναφορές σε πολιτική δράση δεν ευνοούν ιδιαίτερα τη λογοτεχνικότητα – ό,τι και αν σημαίνει πια ο όρος σήμερα. Ωστόσο εκτιμώ ότι όσο ο Χατζηκώστας θα αποστασιοποιείται από τον αυτοβιογραφικής προέλευσης κεντρικό ήρωα, το χαρακτηριστικό αυτό θα υποχωρήσει σημαντικά. Αυτά πάντα σε επίπεδο λογοτεχνίας. Γιατί σε προσωπικό επίπεδο, ως ατομική μνήμη, διατηρώ πάντα την ίδια πικρία ότι μέσα στο life style κύμα που παρέσυρε την κοινωνία από τα τέλη του ‘80 και μετά ξεχάσαμε πως το προσωπικό είναι έκφανση και αποτέλεσμα του πολιτικού, κάτι που τώρα πληρώνουμε· τότε και τώρα είμαστε ό,τι ψηφίζουμε αν ξέρουμε τι ψηφίζουμε.

Η αφήγηση γίνεται σταθερά σε τρίτο πρόσωπο με τον ήρωα να ταυτίζεται με τον συγγραφέα στα περισσότερα διηγήματα. Είναι μια τεχνική στην οποία εμμένει ο συγγραφέας ήδη από την πρώτη του συλλογή. Ίσως για να μπορεί να χειριστεί το υλικό του αποτελεσματικότερα, ίσως γιατί  μαζί με τα πραγματικά - βιογραφικά στοιχεία εμπλέκονται και φανταστικά, κάνοντας το μείγμα πολύ πιο ανθεκτικό και γοητευτικό. Έστω και προσχηματικά κάποτε, ο Χατζηκώστας επιλέγει το (αποστασιοποιημένο) τρίτο πρόσωπο για τις αφηγήσεις του ακριβώς για να αποφύγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση που παραπέμπει σε αυτοβιογραφία. Είναι φανερό επίσης ως συνέχεια των προηγούμενων ότι επιλέγεται στην αφήγηση η  μηδενική εστίαση (παντογνώστης αφηγητής) σε όλα τα διηγήματα. Η φωνή πάλι του αφηγητή είναι σταθερά  του ώριμου άνδρα που θυμάται και καταγράφει. Σε σχέση με το «Δυτικά του  Αλιάκμονα» οι ανάδρομες αφηγήσεις είναι σαφώς περισσότερες και η αφηγηματική τεχνική πιο σύνθετη καθώς σε κάποιες περιπτώσεις περιλαμβάνει περισσότερα από ένα αφηγηματικά επίπεδα. Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί το διήγημα «Το χρέος»  όπου οι ανακαλύψεις του δημοσιογράφου για το παρελθόν του Καραγιώργη συνθέτουν ένα σύνολο από ανάδρομες αφηγήσεις οι οποίες όλες μαζί  κατασκευάζουν μία μεγάλη αναδρομή, τη ζωή και τα σκοτεινά έργα του ήρωα. Σε κάθε περίπτωση οι αλλαγές σε σχέση με την προηγούμενη συλλογή, χωρίς να είναι θεαματικές, είναι οπωσδήποτε αξιοσημείωτες.

Το πρώτο διήγημα της συλλογής «Ε.Κ.Ο.Ν Στέλιος Καζαντζίδης» αναφέρεται σε εποχές που η κομματική ένταξη ήταν κάτι σχεδόν αυτονόητο για μεγάλο μέρος των νέων ανθρώπων και οι ιδεολογικές επιλογές καθόριζαν συχνά έως και το είδος της μουσικής που άκουγε ο καθένας, αν και πάντα υπήρχαν περιθώρια για διακομματικές επιλογές. Διότι το λαϊκό τραγούδι και ειδικότερα ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν μια σταθερά κοινή συνιστώσα για τους νέους ανθρώπους από εργατικά-μικροαστικά στρώματα. Ο ήρωας του διηγήματος, φανατικός υπέρμαχος του Καζαντζίδη, ανακαλύπτει προς έκπληξή του ότι το κοινό του Καζαντζίδη δεν έχει κομματικά στεγανά. Δημιουργεί λοιπόν ένα  fan club για τον δημοφιλή τραγουδιστή αποτελούμενο κυρίως από αριστερούς οπαδούς του (εξ ου και το ΕΚΟΝ) που συγκεντρώνεται σε φοιτητική ταβέρνα με το τζουκ μποξ να παίζει διαρκώς Καζαντζίδη. Η ομάδα ζει για καιρό, όσα και τα χρόνια φοίτησης των μελών και έπειτα διαλύεται· άλλωστε και το λαϊκό τραγούδι έχανε πια την αίγλη του σε σχέση με την ξένη μουσική. Ο συγκινητικός επίλογος γράφεται χρόνια μετά, με μια συνάντηση στην κηδεία του Καζαντζίδη.

Ακολουθεί, με αρκετό χιούμορ γραμμένο, «Το Πραξικόπημα». Ο ήρωας φέρνει στη μνήμη του τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια με την ρευστή πολιτική κατάσταση, όταν κατά καιρούς διέρρεαν φήμες για πραξικόπημα. Νεαρός φοιτητής τότε, σπεύδει με σπουδή να καταστρέψει με μάλλον κωμικό τρόπο κομματικά ψηφοδέλτια και άλλα έγγραφα εν όψει επερχόμενου πραξικοπήματος. Που τελικά αποδεικνύεται απλή φήμη και αναγκάζει τον ήρωα να τρέχει ξανά για να μαζέψει όσα κατέστρεψε. Ακούγεται αστείο σήμερα αλλά τότε δεν ήταν διόλου ιδίως για όσους ήταν ενεργά μέλη σε αριστερές φοιτητικές παρατάξεις.

Το εκτενέστερο διήγημα είναι το τρίτο στη σειρά, με τίτλο «Το χρέος». Στα όρια της νουβέλας και με την ίδια περίπου έκταση και οργάνωση που είχε στην προηγούμενη συλλογή το διήγημα «Το βεράνι» παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πατώντας πάνω σε μια δοκιμασμένη πλοκή ο Χατζηκώστας βάζει τον δημοσιογράφο ήρωα να ερευνά τον βίο και την πολιτεία από την κατοχή και μετά του μόλις θανόντος μεγαλοβιομήχανου «πατριάρχη» της πόλης. Μέσα από αφηγήσεις, λόγια του καφενείου, εξομολογήσεις, αρχειακό υλικό από εφημερίδες ο ήρωας προσπαθεί να ανασυνθέσει σε μια χρονική κλίμακα πενήντα χρόνων το πραγματικό, γεμάτο ρωγμές και μελανά σημείο, πρόσωπο του «πατριάρχη» πίσω από τη μάσκα που έχει ο ίδιος κτίσει (με τη βοήθεια του τύπου και των τοπικών παραγόντων, πολιτικών και μη). Μια έρευνα δύσκολη, σχεδόν κρυφή, χρονοβόρα και χωρίς καμιά πιθανότητα να δημοσιοποιηθούν τα πορίσματά της - ο «πατριάρχης» έχει απογόνους... Αν στο «Βεράνι» το κεντρικό πρόσωπο ήταν ξεκάθαρα δοσίλογος, στο «Χρέος» η εικόνα είναι πιο θολή και πιο περίπλοκη, κάτι που βαθαίνει περισσότερο την πλοκή του διηγήματος και το καθιστά αρτιότερο τόσο σε δομή όσο και σε περιεχόμενο.

Η αναζήτηση στα Γενικά Αρχεία του Κράτους είναι εκ των ουκ άνευ για την ιστορική έρευνα. Αλλά τι γίνεται όταν ψάχνοντας για πρόσωπα και πράξεις της επτάχρονης δικτατορίας στη μικρή επαρχιακή πόλη πέφτει κανείς πάνω στην πρώτη ερωτική του ιστορία και στην ντισκοτέκ που τη στέγασε τη μακρινή δεκαετία του 70; Γλυκόπικρες αναμνήσεις στο τέταρτο αυτό διήγημα με τίτλο «Η Ντισκοτέκ», διαδρομές ζωών που διασταυρώνονται  και μετά χωρίζουν: μνήμες που δεν μπορεί να τις διαγράψει κανείς όσο και αν τις απωθεί καθώς μια φωτογραφία αρκεί να τις ανασύρει. Και αυτό ισχύει συχνά και για τους δυο που μοιράζονται τη μνήμη. Ο επίλογός φανερώνει ότι η φράση «ο πρώτος έρωτας δεν ξεχνιέται» δεν είναι κλισέ αλλά οδυνηρή αλήθεια.

Στο χώρο της μνήμης και το επόμενο διήγημα, το «Σώπα που ναναι θα σημάνουν οι καμπάνες…». Εδώ η μνήμη κινείται σε δυο κατευθύνσεις: μια μνήμη - χρονικό της γενέθλιας συνοικίας και των ανθρώπων της και ένα μνημόσυνο ενός ανθρώπου συμβόλου της συνοικίας, με τους αγώνες του και τις διώξεις του σε καιρούς χαλεπούς. Ένας φόρος τιμής του συγγραφέα προς την γειτονιά του που, όπως όλες οι γειτονιές, έχει πια χαθεί ανεπιστρεπτί όπως και πολλοί από τους ανθρώπους της. Και η πληρωμή μια οφειλής προς τον άνθρωπο που ήταν η ψυχή του μορφωτικού συλλόγου της συνοικίας. Στα κορυφαία σημεία της ιστορίας, το επεισόδιο με τον δίσκο «Ρωμιοσύνη» του Θεοδωράκη. Αν το «Χρέος» είναι το αρτιότερο σε πλοκή διήγημα, το πιο συγκινητικό είναι ίσως το «Σώπα που ναναι». Και να σημειώσουμε ότι γενικά στα κείμενα του Χατζηκώστα σπάνια κυριαρχεί η συγκίνηση, όπως εδώ.

Η ταινία «Βρέχει Πάνω απ΄ το Σαντιάγο» (1976 , Σκηνοθεσία: Helvio Soto) μια ταινία μύθος στο χώρο της αριστεράς που περιγράφει της τελευταίες στιγμές του Σαλβατόρ Αλιέντε - 41 χρόνια πριν από έναν μήνα περίπου πέρασαν από το πραξικόπημα του Πινοσέτ - γίνεται η αφορμή για την επανένωσης μια γυμνασιακής ομάδας μπάσκετ. Η αγάπη του ήρωα για τον κινηματογράφο και η ανάμνηση της ιστορικής αυτής ταινίας στα σαραντάχρονα του θανάτου του Αλιέντε τον οδηγούν στο να επαναφέρει στη μνήμη του τα κατορθώματα της γυμνασιακής ομάδας μπάσκετ στην οποία συμμετείχε και να επιχειρήσει μια επανένωση τέσσερις δεκαετίες μετά. Με το DVD της ταινίας ως δώρο για τη συμμετοχή. Μνήμες μπάσκετ και κινηματογράφου με φόντο τα χρόνια της επτάχρονης καταχνιάς.

Το έβδομο στη σειρά διήγημα με τίτλο «C’ est la vie» μοιάζει να είναι περίπου σαν το «Η ντισκοτέκ». Ένας μεγάλος έρωτας των φοιτητικών χρόνων που χάθηκε με τη λήξη τους, η προσπάθεια του ήρωα να βρει τα ίχνη της παλιάς αγαπημένης, η συνάντηση και η διαδικτυακή επικοινωνία. Αυτό που διαφοροποιεί την κατάσταση είναι ο αιφνίδιος και ύποπτος θάνατος τη ηρωίδας του διηγήματος που σχετίζεται με την εργασία της στο Υπουργείο Άμυνας. Το διήγημα από μνήμη παλιού έρωτα σταδιακά μεταβάλλεται σε πολιτικό και αστυνομικό θρίλερ με τον ήρωα να προσπαθεί να ξετυλίξει το κουβάρι συμφερόντων και προμηθειών για τα νέα άρματα μάχης με ένα απροσδόκητο τέλος. Εκτιμώ ότι το συγκεκριμένο διήγημα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε νουβέλα εάν το δεύτερο μέρος του, το αστυνομικό, μεγάλωνε περισσότερο στα πρότυπα του «Το Χρέος». Και γενικά, ενώ η συντομία στις αφηγήσεις του συγγραφέα είναι σε γενικές γραμμές προσόν, υπάρχουν περιπτώσεις που ο αναγνώστης θέλει κάτι περισσότερο.

 Η «Κυριακή της Ορθοδοξίας» είναι ένα αρκετά παράξενο κείμενο για όσους δε γνωρίζουν τις διεργασίες του 13ου Συνεδρίου του ΚΚΕ το 1991 και τις διενέξεις ανανεωτών και ορθοδόξων για την κομματική φυσιογνωμία και ταυτότητα. Η αφήγηση παρακολουθεί τις ψυχικές μεταβολές του ήρωα καθώς έρχεται σε σύγκρουση με αγαπημένα του πρόσωπα που επιλέγουν το αντίπαλο στρατόπεδο καθώς και την αγωνία του ήρωα για το τελικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στο συνέδριο. Ο τίτλος φανερώνει τόσο την ιδεολογική θέση του ήρωα όσο και τις τελικές αποφάσεις του Συνεδρίου· όλα αυτά με μια διάθεση μισο-σοβαρή αλλά και μισό-χιουμοριστική καθώς η απόσταση του χρόνου αμβλύνει τα πάθη και τις εντάσεις και επιτρέπει το χιούμορ να διεισδύσει σε περιοχές που στο παρελθόν η παρουσία του θα έμοιαζε άτοπη και ανίερη.

Χιούμορ και στο τελευταίο διήγημα «Το Λόττο». Ο ήρωας, φοιτητής με διαρκώς συρρικνούμενο λόγω κρίσης εισόδημα, προσπαθεί να συντηρηθεί αλλά και να διατηρήσει μια δυσβάσταχτη οικονομικά ερωτική σχέση. Το διαρκές κυνήγι της τύχης σε πρακτορεία ΠΡΟ-ΠΟ, σπορ στο οποίο είναι εθισμένος, αρχίζει σταδιακά να μην αποδίδει ούτε τα μικροποσά που συνήθως κέρδιζε, κάτι που οδηγεί και την ερωτική του σχέση σε θεαματικό αλλά και επώδυνο ναυάγιο. Παρόλα αυτά, υπάρχει και ένα κέρδος στην ιστορία: ο ήρωας αποφασίζει να ενεργοποιηθεί πολιτικά. «Ας αλλάξουμε» λέει «τα γούρια μας και, ποιος ξέρει, μπορεί να φτιάξουμε μόνοι μας την τύχη μας». Έστω και ...για γούρι, η αυτή αλλαγή δεν είναι ασήμαντη, παρά το ότι μοιάζει να προκύπτει μάλλον αιφνίδια. Ο νεαρός φοιτητής θυμίζει αρκετά τον αντίστοιχο μεσόκοπο ήρωα στο διήγημα της πρώτης συλλογής του Χατζηκώστα «Ο εαυτούλης» όπου ένα ανερμάτιστο πολιτικά άτομο ενεργοποιείται - ουσιαστικά ριζοσπαστικοποιείται -  πολιτικά (κάτι που απέφευγε μια ζωή) όταν καταρρέουν η σιγουριά και η ασφάλειά του.

Το καλό με τον Αλέκο Χατζηκώστα είναι ότι, για να παραφράσουμε τον Καρυωτάκη, δε δημοσιεύει τα διηγήματά του για να τιτλοφορείται συγγραφέας αλλά γιατί η ίδια η γραφή τον ευχαριστεί. Αυτήν την ευχαρίστηση και το κέφι του συγγραφέα τα διακρίνει εύκολα ο αναγνώστης και - το σημαντικότερο - του μεταδίδονται κατά την ανάγνωση. Πολύ περισσότερο αν και ο ίδιος έχει εναποθέσει δικές του αποσκευές πάνω στην ίδια αυτή Σχεδία Μνήμης.

Από τη παρέμβαση του Α. Χατζηκώστα: Αφού αρχικά ευχαρίστησε τους παρευρισκόμενους και τους συντελεστές της εκδήλωσης σημείωσε σχετικά με το νέο του βιβλίο :

Ποια ανάγκη με ώθησε να βγάλω και νέα συλλογή διηγημάτων;

-Έχω πλούσια ζωή σε εμπειρίες, αγωνίες, κοινωνική δράση και θέλω να τη μεταφέρω έστω και με λογοτεχνικό τρόπο: «Ο άνθρωπος, εξάλλου,  είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων». Ταυτόχρονα  θέλω μέσα από τα διηγήματα μου να εκφράσω το συλλογικό βίωμα των οραμάτων, αγώνων και παθών της γενιάς μου, αυτής που αποκαλείται «Γενιά της μεταπολίτευσης».  Στα διηγήματα μου μπορεί κανείς να δει στιγμές από τις ζωές πολλών ανθρώπων που γνώρισα, αγάπησα, αγωνίστηκα μαζί τους αλλά και πολλά στοιχεία μυθοπλασίας. Και όπως έλεγε ο Gabriel Garcia Marquez «Αυτό που έχει σημασία στη ζωή δεν είναι τι σου συμβαίνει, αλλά τι θυμάσαι και πώς το θυμάσαι.»

- Είναι το πνευματικό μου διάλειμμα από την δημοσιογραφική μου δουλειά αλλά και τα ιστορικά μου μελετήματα-ενδιαφέροντα που θα εκφραστούν το επόμενο διάστημα και με νέες δημοσιεύσεις και βιβλία…

- Αποτελεί και μία προσπάθεια εσωτερικής εξερεύνησης στα θέλω μου, τα πρέπει, τα ίσως και γιατί.

Αλλά είναι και κάτι γενικότερο. Ο Γ. Ρίτσος έγραφε για την ποίηση, αλλά νομίζω ότι έχει άμεση σχέση και με τ’ άλλα είδη της Λογοτεχνίας: « Η καταπίεση, η σκλαβιά, οι επιθυμίες που δεν εκπληρώνονται, όλα αυτά είναι μια καθημερινή εκτέλεση, ένας θάνατος. Κι όσο θα υπάρχει ο θάνατος, θα υπάρχει και η αντίσταση στο θάνατο. Μια αναμέτρηση μ' αυτήν τη μορφή του θανάτου είναι η Λογοτεχνία» 

Τι νέο προσθέτουν;

-Είναι μία ακόμη άσκηση γραφής, ένα ακόμη γραπτό διαγώνισμα στους αναγνώστες που ψάχνουν μέσα από αυτό στιγμές ίσως και της δικής τους ζωή, που ψάχνουν πνευματικό-αισθητικό αποκούμπι στις ώρες της σχόλης τους.

-Ένα προσωπικό στοίχημα βελτίωσης εκφραστικών μέσων, μεγαλύτερης ωριμότητας και κυρίως μεγαλύτερης δυνατότητας επικοινωνίας με όλους εσάς. Πολύ απλά ένα ακόμη ραντεβού όχι με την ιστορία ή στα τυφλά, αλλά με τους αναγνώστες. Ίσως ένα ακόμη μπουκάλι μηνυμάτων στον ωκεανό των αναμνήσεων συλλογικών-ατομικών

Ίσως φανεί παράξενος ο τίτλος και το αντίστοιχο εξώφυλλο που διάλεξα. Να θυμίσω ότι στο προηγούμενο μου «Δυτικά του Αλιάκμονα» είχα διαλέξει μία ζωντανή εντυπωσιακή φωτο, ενώ τώρα ένα καταπληκτικό σχέδιο που κατά τη γνώμη μου πάει «γάντι» με τον τίτλο και κυρίως με τα συναισθήματα που αυτός θέλει να δημιουργήσει:

Γιατί ΜΝΗΜΗ:

Διαβάζω από επιστημονικό περιοδικό : «Η μνήμη είναι μια νοητική ικανότητα με την οποία αποθηκεύουμε, αναγνωρίζουμε και ανακαλούμε, αλλά και αναπλάθουμε πληροφορίες  ή εμπειρίες. Με άλλα λόγια, με τη μνήμη αποθηκεύουμε και διατηρούμε δεδομένα της μάθησης. Γι’ αυτό η σχέση μάθησης και μνήμης είναι πολύ στενή. Η ικανότητα να αποθηκεύουμε, να ανακτούμε αλλά και να συνδέουμε πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας τόσο για την επιβίωσή μας όσο και για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς μας και την απόκτηση γνώσεων. Αυτό το οποίο μας δίνει την έννοια του εαυτού και της χρονικής συνέχειας της ίδιας μας της ύπαρξης είναι η δυνατότητα που έχουμε να ανακαλούμε ποιοι είμαστε, τι κάναμε στο παρελθόν αλλά και τι σχεδιάζουμε στο μέλλον. Εάν δεν μπορούσαμε να θυμόμαστε πληροφορίες γύρω από τον εαυτό μας και τις πράξεις μας, τότε θα χάναμε ένα σημαντικό κομμάτι της προσωπικότητάς μας.» 

Σημειώνει σχετικά με την μνήμη ο αγαπημένος μου Τάσος Λειβαδίτης :

Υπάρχει λένε μια μεγάλη περιπέτεια για τον καθένα μας, αλλά που θα την βρούμε;

Προς το παρόν ξεφυλλίζουμε τα παλιά ημερολόγια μήπως και σώσουμε κάτι απ’ τα χρόνια…

Αλήθεια τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, ποιός θυμάται τι έγινε χτες, όλα θολά συγκεχυμένα…

Η ζωή μας είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε…
μια θλίψη τ’ απογεύματα σαν άρωμα από παλιά βιβλία και κάθε φορά που προσπερνάμε ένα διαβάτη,
είναι σαν να λέμε αντίο σ’ όλη τη ζωή.

Πως όμως αυτό θα πρέπει να αποτυπωθεί στο χαρτί; Ο ίδιος σημείωνε:

 «Ας γράψουμε, λοιπόν, ένα γράμμα με παραλήπτη ανύπαρκτο/ κι όπως περπατάμε ας το αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά τύχη στο δρόμο./ Aύριο, μεθαύριο θα το βρούν ξεθωριασμένο απ' τη βροχή/ και τότε θα 'χει πάρει όλο το νόημά του.» Αυτή τη φιλοδοξία έχω με το νεό μου βιβλίο

Και κάτι τελευταίο: Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο.

Φυσικά υποστηρίζω ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ ανόθευτη. Η ανάμνηση χρωματίζεται πάντα από τη ζωή που ζήσαμε μετά. Και όπως έλεγε ο Τζων Στάϊμπεκ : «Πάντα στα χρόνια της ξηρασίας οι άνθρωποι ξεχνούσαν τα πλούσια χρόνια, και στα χρόνια της βροχής ξεχνούσαν τα χρόνια της ξηρασίας.» Και σήμερα παρά τη κρίση, βιώνουμε έντονα φαινόμενα πνευματικής ξηρασίας. Και κυρίως σε τέτοιους καιρούς κρίσης χρειάζεται η τέχνη και η πνευματική αναζήτηση γενικότερα.

Και η φουρτουνιασμένη θάλασσα ;

Μα γιατί η θάλασσα, το υγρό στοιχείο από το οποίο γεννήθηκε η ζωή, είναι πάντα παρούσα σ’αυτήν. Και γιατί οι φουρτούνες της, τα κύματα της, μοιάζουν με τα όσα σήμερα βιώνουμε. Η φυσικότητα του ανθρώπου, η διαφορά του από τα υπόλοιπα έμβια όντα, έγκειται στη μεσολαβημένη από τη “γλώσσα” σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Η γλώσσα, έμφορτη σημασιών και συμβόλων σημασιοδοτεί την φύση και γίνεται η ίδια προιόν του τρόπου και της ευαισθησίας με την οποία το «λογοτεχνικό υποκείμενο», συλλαμβάνει το «αντικείμενο φύση». Aν η σχέση του λογοτέχνη με την εποχή του είναι βιωματική και οργανική δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν οι ποικίλες οπτικές γωνίες του χώρου και του χρόνου μέσα από τις οποίες διαθλάται η εικόνα του φυσικού περιβάλλοντος στο λογοτεχνικό κείμενο.

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
        φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
        και την ευφραίνει.

Τα περασμένα νειάτα
        θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
        μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

(Καβάφης)

Και η Σχεδία;

Μα γιατί τελικά έτσι είναι η ζωή των ανθρώπων. Ταξιδεύουν στην ανεπανάληπτη ζωή τους σε μια σχεδία δίχως σχέδια και συχνά δίχως πυξίδα! Μόνο που γίνονται πραγματικά άνθρωποι όταν την νοηματοδοτήσουν. Όταν γίνουν πραγματικά κυρίαρχοι της και όχι έρμαια της, όταν μαζί με το σεντούκι της μνήμης που όλοι τους κουβαλούν, υψώσουν τη σημαία του εξωφύλλου του βιβλίο γιατί: Η επανάσταση και ο έρωτας έχουν ίδιο δυνατό χρώμα, το κόκκινο..


 

 

 

 

 

 

Έχει διαβαστεί 864 φορές

Σχόλια

  • Δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το άρθρο.
 
Παρακαλώ περιμένετε...

Δεν σας επιτρέπεται η υποβολή σχολίων. Παρακαλούμε συνδεθείτε.

Αναζήτηση

Γλυκιά γιασεμιά μου

advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement

Με ένα κλικ στο κανάλι μας στο Yutube!

advertisement

Το βιβλιοχαρτοπωλείο «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ» κοντά σας με υπηρεσία Delivery!

advertisement

Ημερολόγιο

Ποιός είναι online

Έχουμε online 564 επισκέπτες και 0 μέλη.