Του Αλέκου Χατζηκώστα *Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η συμπυκνωμένη εικόνα ενός συστήματος που σαπίζει, την ίδια ακριβώς ώρα που οδηγεί τους βιοπαλαιστές αγρότες στη χρεοκοπία και στον αφανισμό.Πιάστηκαν στα πράσα οι «εγγυητές της διαφάνειας»Η κυβέρνηση της ΝΔ διαφήμιζε ως «μεγάλη μεταρρύθμιση» τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, με τον... Περισσότερα
«Κρύβουν» την ουσία της ΚΑΠ…
από Η Άλλη Άποψη
Του Αλέκου Χατζηκώστα*
Οι μεγαλειώδεις αγροτικές κινητοποιήσεις στη χώρα μας (αλλά και σε άλλες της Ε.Ε) φέρνουν ξανά στην επιφάνεια την περίφημη Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ0 με την οποία συμφωνεί το σύνολο των κομμάτων του λεγόμενου «ευρωμονόδρομου».
Ας δούμε ορισμένα γενικότερα ζητήματα για να βγουν και τα αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα:
Τα κόμματα αυτά μαζί με την κυβέρνηση στηρίζουν την ΚΑΠ γιατί δήθεν δίνει τις ενισχύσεις στους αγρότες και έτσι τους διασφαλίζεται ένα εισόδημα. Την ψηφίζουν όμως με κριτήριο την κερδοφορία των μονοπωλίων που λυμαίνονται το βιός του ατομικού αγροτοπαραγωγού, πατώντας πάνω και στις άμεσες ενισχύσεις που εντείνουν την καταλήστευσή του. Γιατί οι αγροτικές επιδοτήσεις, που δε δίνονται μόνο στην ΕΕ αλλά σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, όπως οι ΗΠΑ, η Βραζιλία κ.ά. είναι η άλλη όψη του νομίσματος των τιμών, ακόμα και κάτω του κόστους, που επιβάλλουν οι εμποροβιομήχανοι στα προϊόντα των αγροτών.
Επίσης οι ενισχύσεις δεν είναι «δώρο», ούτε «προνόμιο» όπως παρουσιάζεται. Τα ταμεία της ΕΕ γεμίζουν από την εισφορά κάθε κρατικού προϋπολογισμού, όπως και αυτού της Ελλάδας.
Η μορφή των αγροτικών ενισχύσεων αλλάζει με κριτήριο το καλύτερο ξεζούμισμα των ατομικών αγροτοπαραγωγών, όσο αυτοί παραμένουν στην παραγωγή. Με τις αναθεωρήσεις της περιόδου από το 1992 έως και το 2003, που ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων και μεγάλες αγροτικές πανελλαδικές κινητοποιήσεις με τη μορφή μπλόκων, η ΚΑΠ προώθησε την αποσύνδεση της επιδότησης από την παραγωγή, με επιπτώσεις τη μεγαλύτερη εγκατάλειψη καλλιεργούμενων εκτάσεων και τη μείωση των εκμεταλλεύσεων.
Σήμερα πάλι, αυτές οι δυνάμεις κάνουν πως δεν ακούνε ή χαρακτηρίζουν ως «μη ρεαλιστικά» τα αιτήματα των αγροτών για μείωση του κόστους παραγωγής και εγγυημένες από το κράτος τιμές που να εξασφαλίζουν εισόδημα επιβίωσης στον αγρότη, αλλά και φθηνά προϊόντα στη λαϊκή κατανάλωση με πλαφόν στις τιμές.
Σήμερα υπάρχουν περισσότερα δεδομένα ώστε να συνειδητοποιηθεί από μεγαλύτερο τμήμα μικρομεσαίων γεωργών και κτηνοτρόφων ότι μακροπρόθεσμα δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από τις όποιες διαφοροποιήσεις στην ΚΑΠ, που είναι μια πολιτική φτιαγμένη με τα υλικά της καταλήστευσης του αγρότη για τα κέρδη των μονοπωλιακών ομίλων. Άλλωστε, σε όλα τα επίσημα κείμενά της ο πρωταρχικός στόχος της που κλίνεται σε όλες τις κλίσεις είναι αυτός της ανταγωνιστικότητας.
Όσα κονδύλια και να δοθούν, όσα παζάρια και να γίνουν για το ύψος των ενισχύσεων και τον τρόπο κατανομής τους, δεν ανατρέπουν την προοπτική της εκτόπισης των ατομικών αγροτοπαραγωγών από την παραγωγή και προοπτικά από τη γη τους, είτε με άμεση απαλλοτρίωση είτε μέσω της μεγαλύτερης πρόσδεσής τους στο άρμα των μονοπωλίων της εμπορίας και της μεταποίησης.
Οι άμεσες ενισχύσεις επιτρέπουν ως έναν βαθμό τη συνέχιση της παραγωγικής δραστηριότητας στη γη από μη ανταγωνιστικές μικρές εκμεταλλεύσεις, αμβλύνοντας την αντικειμενική στον καπιταλισμό τάση άμεσης απαλλοτρίωσής τους, στο βαθμό που η παραγωγή τους είναι απαραίτητη για τους μονοπωλιακούς ομίλους. Αντίθετα από τον καπιταλιστή, που δεν τοποθετεί κεφάλαιο στη γη αν δεν προσδοκά ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους, ο μικρός παραγωγός επιμένει να παράγει όσο η εργασία του τού δίνει και την παραμικρή δυνατότητα να ζήσει. Την ίδια ώρα, εντείνεται η ληστεία του κόπου του από τα μονοπώλια. Η παραγωγικότητα της εργασίας στην αγροτική παραγωγή αντικειμενικά είναι χαμηλότερη από την παραγωγικότητα της εργασίας στη βιομηχανική παραγωγή τόσο των μεταποιημένων αγροτικών προϊόντων όσο και των εισροών της αγροτικής παραγωγής (π.χ. λιπάσματα, φάρμακα, μηχανήματα κλπ.). Έτσι, λόγω της χαμηλής βιομηχανοποίησης της αγροτικής παραγωγής, αναπτύσσεται μια αντίφαση που συμπυκνώνεται στη συνείδηση του ατομικού αγροτοπαραγωγού με την έκφραση «μας παίρνουν τα προϊόντα για ένα κομμάτι ψωμί, ενώ το κόστος παραγωγής είναι τεράστιο». Αυτήν την αντίφαση επιχειρεί να αμβλύνει η αστική πολιτική με τη χορήγηση των αγροτικών επιδοτήσεων που είναι απαραίτητες για τα μονοπώλια της εμπορίας και της μεταποίησης αγροτικών προϊόντων, ώστε να εξασφαλίζουν φθηνές πρώτες ύλες, πολύ κάτω από την τιμή παραγωγής τους, αλλά και τα μονοπώλια των αγροτικών εισροών, που είναι μια χούφτα σε παγκόσμιο επίπεδο, για να εξασφαλίζουν την πραγματοποίηση των μονοπωλιακών υπερκερδών τους.
Οι άμεσες ενισχύσεις δεν ανακόπτουν την επιδείνωση των όρων ζωής της μικρομεσαίας αγροτιάς (επιβάρυνση με χρέη, φοροληστεία των κυβερνήσεων που εντάθηκε την περίοδο της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης με φορολογία εισοδήματος, ΦΠΑ, ΕΝΦΙΑ κλπ., χειροτέρευση των όρων συντήρησης των ζώων, περιποίησης της γης, της καλλιέργειας, της λίπανσης, μη ανανέωση του εξοπλισμού κλπ.) και τελικά την τάση σταδιακής μείωσής τους. Αντίθετα, επιτείνουν το «μαρτύριο της σταγόνας» που υφίστανται οι μικρομεσαίοι προσπαθώντας να διατηρήσουν το βιος τους. Γι’ αυτό, όλο και περισσότερο βρίσκονται στην ανάγκη είτε να καταφεύγουν στην πώληση της εργατικής τους δύναμης είτε να παραμένουν ενεργοί αγρότες μετά τη συνταξιοδότησή τους, για να συμπληρώνουν τα ψίχουλα της αγροτικής σύνταξης (σήμερα 330 ευρώ στα 67 χρόνια, με 22 χρόνια ασφάλισης). Λύσεις ουσιαστικές μπορούν α δοθούν μόνο σε σύγκρουση με την ΚΑΠ αλλά και την ίδια την Ε.Ε, τους πολιτικούς φορείς που τη στηρίζουν, το ίδιο το σύστημα (καπιταλισμό) που την έχει δημιουργήσει!
Αρα χωρίς σύγκρουση με την ΚΑΠ, την Ε.Ε το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και τους πολιτικούς του εκπροσώπους, ουσιαστικές λύσεις δεν μπορούν να δοθούν!