Δύσκολες ώρες για τον ...μεγαλύτερο και ισχυρότερο στρατό του κόσμου. Ο διοικητής των αμερικάνικων δυνάμεων που επιχειρούν στον Κόλπο γράφει τη μια έκθεση μετά την άλλη για τις αεροπορικές και πυραυλικές επιθέσεις σε βάρος του Ιράν που δεν μπορούν να προκαλέσουν άλλη καταστροφή, ούτε να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση. Οπότε, δεν έχει νόημα ... Περισσότερα
Οι λογοτέχνες ως πολιτικό υποκείμενο στην καμπή της Μικρασιατικής Εκστρατείας και Καταστροφής
από Η Άλλη Άποψη
Του Βασίλη Μόσχου *
Η Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή
(1919-1922) είναι ένα κομβικό διάστημα. Μια σειρά σημαντικά γεγονότα προηγούνται,
όπως ο αποκαλούμενος Εθνικός Διχασμός, ο Ά Παγκόσμιος Πόλεμος, η συνθήκη των
Σεβρών, η Οκτωβριανή Επανάσταση και η ίδρυση του Σ.Ε.Κ.Ε.. Εξίσου σημαντικά
γεγονότα έπονται, όπως το πολυπληθές και ανομοιογενές κύμα προσφύγων, η δίκη
και εκτέλεση των έξι, η καθιέρωση της αβασίλευτης δημοκρατίας, η συνθήκη της
Λοζάνης, η επιβολή της ανταλλαγής πληθυσμών, η επιχειρούμενη αποκατάσταση των
προσφύγων, η μεγαλύτερη και από αυτή των ντόπιων εργατών εκμετάλλευσή τους και
οι αναπτυσσόμενοι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες. Οι λογοτέχνες από τη μεριά
τους εκφράζουν πάντα στις ενέργειες, στον δημόσιο λόγο και στο έργο τους, τα
πολιτικά γεγονότα και εκφράζουν ακόμη και πτυχές δυσδιάκριτες στην αλληλουχία
των γεγονότων (συναισθήματα, διαμορφούμενες αντιλήψεις, ατμόσφαιρα). Επομένως,
στοιχειοθετούνται τα ερωτήματα «Ποια είναι η πολιτική στάση των λογοτεχνών προ
του 1922;», «Ποια είναι μετά;» και «ποια η σχέση τους με το με το εγχώριο και
διεθνές ιστορικό πλαίσιο;».
Προ του 1922 κυρίαρχη και στους
λογοτέχνες είναι η «Μεγάλη Ιδέα». Η ιδεολογία αυτή διαθέτει στις αρχές του 20ου
αιώνα μια σειρά πολιτικά συμφραζόμενα. Αρχικά, το έθνος θεωρείται ένα
διαχρονικό φαινόμενο, αγνοείται η διαμόρφωση των κοινωνικών σχηματισμών και των
κοινωνικών τάξεων, αγνοείται επίσης η διαπάλη τους και η διαδοχή τους, και
απορρίπτεται φυσικά ως ερώτημα η αναγκαία στο παρόν κοινωνική μεταβολή. Έπειτα,
ο άνθρωπος προσδιορίζεται μόνο από την καταγωγή και την εθνική του ταυτότητα
και όχι από τις σχέσεις παραγωγής και τη θέση του εκεί. Επομένως, προκύπτουν ως
ανάγκη η ενότητα όσων διαθέτουν την ίδια καταγωγή και εθνική ταυτότητα, η
περίληψη των υπαρχουσών κάθε φορά παραγωγικών σχέσεων και της απότοκης
κοινωνικής-ταξικής ανισότητας στην εθνική ταυτότητα και η απαίτηση αποδοχής
όλων των παραπάνω. Ακολούθως, οι κοινωνικές αντιθέσεις και τα αντιτιθέμενα
κοινωνικά συμφέροντα υποχρεωτικά αποκρύπτονται και καταδικάζονται οι
κοινωνικοί-ταξικοί αγώνες. Ομοίως, αποκρύπτονται τα μεταβαλλόμενα συμφέροντα
και οι επακόλουθες επιδιώξεις των ιμπεριαλιστικών κρατών ή εντάσσονται στο
σχήμα «φίλοι» και «εχθροί» της Ελλάδας. Τέλος, η επίλυση των κοινωνικών
προβλημάτων συναρτάται από την εδαφική επέκταση κυρίως προς την Ανατολή, άρα
εγκρίνεται και υποστηρίζεται ο πόλεμος.
Αυτό αποδεικνύεται αρχικά από
τον εθελοντικό χαρακτήρα της συμμετοχής αρκετών λογοτεχνών στα πολεμικά
γεγονότα. Ενδεικτικά, καταγράφονται τα παρακάτω: Ο Στρατής Μυριβήλης
κατατάσσεται εθελοντικά το 1912 στον ελληνικό στρατό και πολεμά ως
ανθυπολοχαγός στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο και στη
Μικρασιατική εκστρατεία. Μετά την καταστροφή της Σμύρνης στηρίζει το κίνημα του
Πλαστήρα. Ο Στρατής Δούκας κατατάσσεται στο σώμα στρατού της Εθνικής Άμυνας στη
Μακεδονία το 1916 και στρατεύεται κατόπιν και στη Μικρά Ασία. Στο τέλος της
εκστρατείας συλλαμβάνεται και παραμένει αγνοούμενος για ολόκληρο το 1922.[1] Ο
Σπύρος Μελάς τοποθετείται κατά του Ελευθέριου Βενιζέλου στη διάρκεια των
Νοεμβριανών, στην ένοπλη δηλαδή σύγκρουση το 1917 μεταξύ των προσκείμενων στον
Κωνσταντίνο Επίστρατων και δυνάμεων της Αντάτ. Μετά όμως τη Συνθήκη των Σεβρών,
την απόδοση εδαφών στο ελληνικό κράτος και την απόπειρα δολοφονίας κατά του
Ελευθέριου Βενιζέλου το 1920 τάσσεται στο πλευρό του.[2] Ο
Κώστας Καρθαίος στηρίζει την ουδετερότητα της Ελλάδας κατά τον Ά Παγκόσμιο
Πόλεμο και εξορίζεται μετά το 1917 ως αντιβενιζελικός στη Θήρα και την Κέα. Τη
διετία 1920-1922, επανέρχεται στη στρατιωτική υπηρεσία και αποστρατεύεται μετά
τη Μικρασιατική Καταστροφή με το βαθμό του συνταγματάρχη.[3]
Προ του 1922, η Μεγάλη Ιδέα
κυριαρχεί φυσικά και στο έργο των λογοτεχνών. Ας σταθούμε στον Κωστή Παλαμά και
στο ποίημα Ανατολή. Σε αυτό, δίνεται
ιστορικό, ως την αρχαία Ελλάδα, και μυθολογικό βάθος στην παρουσία του
Ελληνισμού στην Ιωνία και νομιμοποιείται με αυτό τον τρόπο η προσάρτησή της στο
σύγχρονο ελληνικό κράτος. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι «Απ’ την Κνωσσό ως
την Πέργαμο θεία χάρη όπου Ελλάδα πηγή της αρμονίας. Και ω Σμύρνη εσύ
μαργαριτάρι στα μαλλιά της νεράιδας Μικρασίας!». Έπειτα, η επανάκτησή της
Σμύρνης τοποθετείται στο τέλος ενός ιστορικού κύκλου, ο οποίος ξεκινά από την
«Άλωση της Μιλήτου» και αφαιρεί το καταστροφικό αυτό γεγονός από το
αρχαιοελληνικό παρελθόν. Συνεπώς, η μικρασιατική εκστρατεία εξυψώνεται σε
σύγχρονο έπος του Ελληνισμού «Η Μίλητος δεν είναι πια καμάρι της ιστορίας»
διαβάζουμε. Καταληκτικά, η Ελλάδα και η εδαφική της διεύρυνση παρομοιάζονται με
το σύνηθες μοτίβο της στιβαρής Μάννας η οποία συσσωματώνει ξανά τα σκορπισμένα
σπλάχνα της «(Σμύρνη) μεσ’ τη ζεστή της μάνας σου αγκαλιά που ανοίγεται όλα για
να τ’ αγκαλιάσει και τα σκόρπια τα σπλάχνα της, μια πλάση».
Ο Κωστής Παλαμάς επίσης
συγκαταλέγει τη συναδέλφωση των λαών στα εξωεθνικά και συνεπώς βλαβερά
στοιχεία. Ειρωνικός είναι ο τόνος στους παρακάτω στίχους «Κ’ η Ευρώπη στον
καθρέφτη μαγικό που ο περιπαίχτης δαίμονας της δίνει, των Εθνών, φάντασμ’
άπιαστο λευκό, καμαρώνει την παναδερφοσύνη». Ακόμη, δηλώνει με ειλικρίνεια την
αδυναμία ενός βήματος του προς τις επαναστατικές ιδέες του 20ου
αιώνα, συνάμα όμως αντιλαμβάνεται τη διαδικασία διαδοχής του υπάρχοντος
κοινωνικού συστήματος από ένα καινούριο και παραγωγής αξιόλογου λογοτεχνικού
έργου εμπνεόμενου από αυτήν τη διαδικασία. Στον Κύκλο των τετράστιχων παραδέχεται «Εργάτη, είδα το δίκιο σου κι
έλεγα να ξεκινήσω να σταθώ πλάι σου. Μια φωνή μου έκραζε πάντα: Πίσω!».[4]
Μετά το 1922, την απουσία
πολεμικών επιτευγμάτων και ανάλογων προσδοκιών η πολιτική στάση των λογοτεχνών
μεταβάλλεται. Ασφαλώς, η πολιτική τους στάση μεταβάλλεται βήμα-βήμα, όχι
ομοιόμορφα, αντιφατικά και προς αντιτιθέμενες μεταξύ τους κατευθύνσεις. Κωδικοποιημένα,
οι κατευθύνσεις αυτές είναι: αμφισβήτηση και ανατροπή του αστικού συστήματος ή
ανάπτυξη και βελτίωσή του. Επί τη βάση και αυτών των κατευθύνσεων
διαμορφώνονται οι πολιτικές τάσεις οι οποίες θα υπάρξουν εντός των λογοτεχνών
το διάστημα του μεσοπολέμου και έπειτα (αστοί, φιλελεύθεροι, συντηρητικοί,
σοσιαλδημοκράτες κομουνιστές).
Πιο Αναλυτικά, ένα βήμα είναι η
συνειδητοποίηση πλέον από τους λογοτέχνες των θυμάτων των πολεμικών αναμετρήσεων,
της κατάστασης των προσφύγων και των διογκούμενων προβλημάτων στον γηγενή
πληθυσμό τη δεκαετία 1910-1920. Το ποίημα του Βασίλη Ρώτα Οι σκοτωμένοι (1928) το οποίο ολοκληρώνεται με ερώτημα «γιατ’
ανεμοσκορπίζονται τα δόλια κόκαλά μας-κι έχουνε μάνες που μας κλαίν, δικούς μας
που θυμώνται».[5]
Ο Στρατής Δούκας στην Ιστορία ενός
αιχμαλώτου αφηγείται, βασιζόμενος στη μαρτυρία του πρόσφυγα Νικόλα
Κοζάκολγου, την περίπτωση Ελλήνων οι οποίοι εγκλωβίστηκαν στη Μικρά Ασία το
1922, κρύφθηκαν και διέφυγαν μόνοι τους στην Ελλάδα. Ο Ηλίας Βενέζης στο Νούμερο 31328 αποτυπώνει πετυχημένα τη
μαρτυρική διαβίωση στα τάγματα εργασίας και τελικά την κοινή άσχημη μοίρα όλων
των λαών. «Ο καθένας ρογιαζόταν όπου
του λάχαινε. Για ένα κομμάτι ψωμί» διαβάζουμε για τους πρόσφυγες στο Αστροφεγγιά
του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου.
Εμφανίζονται επιπλέον
συγγραφείς και έργα τα οποία, είτε εστιάζουν στους πρόσφυγες είτε όχι,
ασχολούνται με θέματα, όπως η εξαθλίωση των εργατών, η οικονομική δυσπραγία
εξαιτίας των στρατιωτικών δαπανών, η εκτεταμένη φτώχεια, η ανισοτιμία σε βάρος
των γυναικών, η σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση τους, τα ψυχικά νοσήματα
κ.α..[6]
Τέτοιες περιπτώσεις είναι η συλλογή Χαμένα
Κορμιά του Πέτρου Πικρού, η σειρά διηγημάτων Το ανοιχτό παράθυρο του Νίκου Κατηφόρη, το πεζό Οι Ξεριζωμένοι του Βάσου Δασκαλάκη,τα διηγήματα υπό τον τίτλο Η ιστορία της παρθενίας της δεσποινίδος τάδε
της Λιλίκας Νάκου κ.α..
Επόμενο βήμα σε ορισμένους
λογοτέχνες και διανοούμενους είναι η αντιστοίχιση των εννοιών πατρίδα, πόλεμος,
θύματα, περίοδος ειρήνης, ιδέες, κοινωνικά προβλήματα με τον ταξικό διαχωρισμό
της κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, αντιστοιχούνται τα πολεμικά γεγονότα και οι
επιπτώσεις τους με την κατά την εκτίμηση των συγκεκριμένων λογοτεχνών και
διανοουμένων πορεία της αστικής τάξης στην Ελλάδα, από την αποκαλούμενη
δημιουργική ή τη δυναμική της φάση το 1909 ως την εξάντληση του δυναμισμού της
και την εξέλιξή της σε αντιδραστική δύναμη ως το 1922, πάλι σύμφωνα με τη
φρασεολογία των ίδιων διανοουμένων και λογοτεχνών. Έπειτα, επισημαίνεται η
ασημαντότητα των εννοιών ανθρώπινα δικαιώματα, δικαιώματα εθνοτήτων, σύνορα,
προγονική ιστορία και ειρήνευση, όσο υπάρχουν οι επιδιώξεις του διεθνούς
παράγοντα, του ελληνικού και του τουρκικού αστικού κράτους και των αστικών τους
τάξεων.
Ο
Γιάννης Κορδάτος γράφει στους Νέους
Πρωτοπόρους:«Το κόμμα των ρωμιών εμπόρων, βιομηχάνων και τραπεζιτών, το
Βενιζελικό, έχοντας και την πίεση του έξω ελληνισμού τάχθηκε χωρίς καμιά
επιφύλαξη με την ιμπεριαλιστική ομάδα των Αγγλογάλλων…Εξάλλου, η οικονομική
εξάρτηση του ελληνικού κεφαλαίου κατά πρώτο λόγο από αγγλικό επέτρεπαν στον
αγγλικό ιμπεριαλισμό να στηρίξει πολλές ελπίδες στον ελληνικό καπιταλισμό…Οι
Ζαχάρωφ οι επιστήθιοι φίλοι του Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου πουλούσαν και σε
εμάς και στον Κεμάλ».[7] Έπειτα, το
ποίημα Πόλεμος κατά του Πολέμου το
οποίο δημοσιεύεται στη Νέα Επιθεώρηση
τον Αύγουστο του 1928 υπονοεί τις νομοτέλειες οι οποίες οδηγούν στους πολέμους
«Άνομοι νόμοι μ’ έσυραν μια μέρα-απ’ τις τραχιές του κάμπου τις αγκάλες-κι
ανήλεη με χαλκεύουνε φοβέρα-στις πύρινες του ολέθρου ανεμοζάλες».[8]
Δύο
αποσπάσματα από τα έργα του Μενέλαου Λουντέμη Κάτω από τα κάστρα της ελπίδας και Συννεφιάζει αφορούν τη συνθήκη της Λωζάνης «Ύστερα έπεσαν τα μεγάλα
χατζάρια Ανατολή και Δύση. Κόψανε, ράψανε. Φκιάρισαν τους ανθρώπους σαν πράγμα,
το πέταξαν όπου θέλανε, στήσανε τον νόμο του ληστή» και «Βαγονιές ρωμιοί και
ρωμιόπουλα. Κι άλλες βαγονιές με τουρκόπουλα. Κάτι ταξίδια αθέλητα,
απελπισμένα».[9]
Ορισμένοι λογοτέχνες προχωρούν
περισσότερο και προσεγγίζουν ή υιοθετούν την κομμουνιστική ιδεολογία. Αυτό βέβαια
οφείλεται σε μια σειρά παραμέτρους της εποχής, μεταξύ των οποίων όμως και η
Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή. Εν πρώτοις, σημειώνονται σχετικές
πολιτικές αποφάσεις και κινήσεις λογοτεχνών. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη είναι μέλος
του Σ.Ε.Κ.Ε. από το 1920. Ο Πέτρος Πικρός γίνεται μέλος της Ο.Κ.Ν.Ε. το 1921
και έπειτα μέλος και του Κ.Κ.Ε.. Ο Κώστας Παρορίτης το ίδιο διάστημα «δουλεύει»
κομματικά στον Ριζοσπάστη. Ο Γιώργης
Σημηριώτης συνεργάζεται στο έντυπο της Ο.Κ.Ν.Ε. Νεολαία.[10]
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης σε
επιστολή του προς τον Ριζοσπάστη
δημοσιοποιεί την πολιτική του συμπάθεια προς το έντυπο και τους σκοπούς του και
ζητά και τη δική του αξιοποίηση.[11] Ο
Γιωσέφ Ελιγιά συμμετέχει το 1923 στην πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση των Ιωαννίνων,
διαβάζει στους συγκεντρωμένους εργάτες αποσπάσματα από Τοφως που καίει του
Κώστα Βάρναλη, γίνεται το 1924 μέλος της Πανηπειρωτικής Ενωσης Παλαιών
Πολεμιστών και Θυμάτων Στρατού-τμήματος της Ένωσης Παλαιών Πολεμιστών και
δημοσιεύει στο έντυπό της Νέος Αγών
ποιήματα.[12]
Ο Νίκος Καζαντζάκης, στο
πλαίσιο πάντα της ιδεαλιστικής του φιλοσοφίας σύμφωνα με την οποία μια «ζωτική
ορμή» κινεί την ιστορία και έκφραση της είναι στο παρόν το κομμουνιστικό κίνημα
και η Ε.Σ.Σ.Δ., έρχεται σε επαφή το 1924 με την Ένωση Παλαιών Πολεμιστών
Ηρακλείου, στηρίζει πρωτοβουλίες της (διαμαρτυρία της με αίτημα τη διανομή
γαιών σε πολεμιστές και πρόσφυγες, κατάληψη της μητρόπολης του Άγιου Μηνά και
αναφώνηση συνθημάτων κατά του πολέμου), συλλαμβάνεται ως κομουνιστής στις
14.2.1925, κρατείται για 24 ώρες και δημοσιεύει την επομένη άρθρο του υπό τον τίτλο Ομολογία
Πίστεωςστη Νέα Εφημερίς Ηρακλείου.
Ταυτόχρονα, παράγεται ένα έργο το οποίο ενσωματώνει τις
κομμουνιστικές ιδέες. Ξεχωρίζει ο εμβληματικός Οδηγητήςτου Κώστα Βάρναλης, κυρίως
στο τετράστιχο «Δεν είμαι εγώ σπορά της Τύχης, ο πλαστουργός της νιάς ζωής. Εγώ
μαι τέκνο της Ανάγκης κι ώριμο τέκνο της Οργής» και την απάντηση στις παραπάνω
αντιθέσεις, τη σοσιαλιστική επανάσταση. Διαφαίνεται στο συγκεκριμένο τετράστιχο
το σχήμα άρσης και θέσης ανάμεσα στον πρώτο στίχο, όπου διευκρινίζεται
ποια δεν είναι η επαναστατική διαδικασία και στο τελευταίο δίστιχο, στο οποίο
ονομάζονται οι αιτίες της Επανάστασης. Λέξεις-κλειδιά είναι ακόμη οι γενικές
«της Τύχης», «της Ανάγκης» και «της Οργής», οι οποίες δημιουργούν μεταξύ τους
ένα αντιθετικό ζεύγος, και ο προσδιορισμός «ώριμο». Επί της ουσίας, ο Κώστας
Βάρναλης αρνείται την ιστορική τυχαιότητα των γεγονότων και τη συγκυριακή τους
εμφάνιση και αναδεικνύει ως πηγή της κοινωνικής εξέλιξης το αίτημα νέων
παραγωγικών σχέσεων, συμβατών με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την
ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Συνάμα αναδεικνύει τον ρόλο του
υποκειμενικού παράγοντα, της εργατικής τάξης και την ετοιμότητα του, τη
συσσώρευση πείρας, τη μαζικότητα των αγώνων, τη συγκρότηση του κόμματός και τη
στρατηγική εξουσίας.
Τη διετία 1924-1925 πάλι,
δημοσιεύονται και τα ποιήματα του Γιωσέφ Ελιγία Φαρισαίοι και Το Τορά μας
στα οποία αποτυπώνεται όμως βαθύτερα και η υπέρβαση των φυλετικών, εθνικών και
θρησκευτικών διαχωρισμών και ο κοινός αγώνας όλων των εργατών κατά του πολέμου
και των αστικών εθνικισμών της εποχής.
Σε αντίθεση με τους τελευταίους λογοτέχνες σε άλλους
διαμορφώνεται μια αστική αντίληψη Το πρώτο διάστημα μετά το 1922, εντοπίζονται
στους συγκεκριμένους η ανησυχία για την απουσία ενός αστικού ιδεολογικού
πλαισίου και ενός αντίστοιχου στόχου, στοιχείων δηλαδή αναγκαίων για τη
σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήματος και ακολούθως η μη αυτοπεποίθηση
ως προς τις αστικές αξίες, η απογοήτευση και ο φόβος για μια κοινωνική
εξέγερση. Ενδεικτική είναι και η αναδρομικού χαρακτήρα αναφορά του Γιώργου
Σεφέρη αρχές της δεκαετίας του 1930 στον Γιώργο Θεοτοκά :«Δεν ξέρω τι έκανες…στα
22 όταν έγινε η καταστροφή. Τότες, σε βεβαιώ, είδαμε το χάρο με τα μάτια μας».[13]
Αναπτύσσεται φυσικά στους παραπάνω λογοτέχνες και
η κριτική για εντοπιζόμενα «λάθη». Στο πλαίσιο της, ο πόλεμος αποδίδεται στη
φιλοπόλεμη λογική πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών, στην ανθρώπινη φύση, στην
κρίση των πνευματικών αξιών, όχι πάντως στο οικονομικό και πολιτικό
πλαίσιο της εποχής. Η ήττα στη Μικρά Ασία αποδίδεται στις επιλογές της αντιβενιζελικής
παράταξης ή και στην αδυναμία «εθνικής ενότητας», έπειτα από τον προηγηθέντα «Εθνικό
Διχασμό». Η ανταλλαγή πληθυσμών αποδίδεται στην αχαριστία και την αδιαφορία των
διεθνών δυνάμεων προς την Ελλάδα. Η άσχημη τέλος πραγματικότητα του
μεσοπολέμου (φτώχεια, εγκαταλελειμμένες λαϊκές συνοικίες, επιδημίες, δυστυχία
προσφύγων, υποβάθμιση και συνεπώς άδικη αντιμετώπιση προσφύγων αστικής και
μεσοαστικής καταγωγής) αποδίδεται στην υπανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα.
Με εξαιρετικό τρόπο, ο Κ.Π. Καβάφης χρησιμοποιεί
και σε ποιήματά του 1922 την ιστορική του μέθοδο και υποκαθιστά με αυτό τον
τρόπο την επικριτική αναφορά του στη Μικρασιατική καταστροφή και τις αποφάσεις
οι οποίες οδήγησαν εκεί, με την αναφορά σε γεγονότα της ελληνορωμαϊκής
περιόδου. Συγκεκριμένα, το ποίημα Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες
αναφέρεται στη συντριβή της Αχαϊκής Συμπολιτείας από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ.
και τις ευθύνες των στρατηγών της, Διαίου και Κριτολάου, όπως ασυνεννοησία,
κακός σχεδιασμός και διαφθορά.
Η
πολιτική στάση των παραπάνω λογοτεχνών διαμορφώνεται πιο ολοκληρωμένα στη
μετάβαση από τη δεκαετία του 1920 στη δεκαετία του 1930. Τότε, ζητείται η
υπέρβαση του υφιστάμενου αρνητισμού-Η φράση «η εποχή της άρνησης τελείωσε»
είναι κομβική στο δοκίμιο Ελεύθερο Πνεύμα-[14]και
ακολούθως, υιοθετούνται ως καινούριοι πλέον στόχοι της Ελλάδας η
πολιτική σταθερότητα, η συνοχή, το ξεπέρασμα
της διάκρισης γηγενών-προσφύγων και η ενσωμάτωση των τελευταίων, η
αξιοποίηση του φυσικού πλούτου, η ανάπτυξη της αστικής οικονομίας, η χάραξη
ενός εθνικού προσανατολισμού μακριά από τον εδαφικό μεγαλοϊδεατισμό με βασικά
σημεία την ελληνοτουρκική προσέγγιση, τις Βαλκανικές Συνδιασκέψεις και τις
αντίστοιχες συμφωνίες και εν γένει η δημιουργία μιας σύγχρονης ελληνικής
ταυτότητας ως στοιχείο μιας διεθνούς ή περισσότερο μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Ο
Αντρέας Καραντώνης για παράδειγμα αναπαράγει τις κατευθύνσεις του Ελευθέριου
Βενιζέλου ως προς το αναπροσαρμοσμένο περιεχόμενο της Μεγάλης Ιδέας και
αποδίδει παρόμοιες θέσεις στον Κωστή Παλαμά: «Η Αγία Σοφία μετατοπίστηκε από
την πόλη των ονείρων μας στην ελληνική γη και ζει μέσα στις ψυχές μας…μεταμορφωμένο
σε πόθο και ορμή προς δημιουργική δράση που δε θα στρέφεται πια προς το λυτρωμό
των αλύτρωτων, αλλά προς το λυτρωμό των ίδιων μας των εαυτών. Όσα είπε ο
Βενιζέλος, τα είπε ο Παλαμάς εδώ και τρία χρόνια».[15]
Στοιχείο της πολιτικής στάσης
των παραπάνω λογοτεχνών είναι και η αντιμετώπισή του κομουνισμού και ως
επιμέρους στόχος η επανάκτηση τμημάτων της διανόησης από τον κομουνισμό. Προς
τούτο, συγκροτείται μια επιχειρηματολογία, η οποία περιλαμβάνει τη δικαιολόγηση
των κοινωνικών ανισοτήτων και της αντίστοιχης κοινωνικής ιεραρχίας ως φυσικό
φαινόμενο, την απόρριψη της έννοιας «κοινωνικός σκοπός»-πολύ περισσότερο της
έννοιας «κομματικός σκοπός»- και την καταγγελία ασφαλώς της Ε.Σ.Σ.Δ..
Αποκαλυπτική
είναι στο έργο Αργώ η περιγραφή μιας
κομουνιστικής διαδήλωσης-εξέγερσης και της καταστολής της από το αστικό κράτος,
η οποία ουσιαστικά απαντά στην αντίστοιχη σκηνή από τον Κόκκινο Τράγο του Κώστα Παρορίτη, όπου η διαδήλωση ολοκληρώνεται με
νίκη των κομμουνιστών. Πιο συγκεκριμένα στο Αργώ,
ο τόνος είναι αντιηρωικός, οι προσχωρούντες στη διαδήλωση παρουσιάζονται
γεμάτοι πάθος αλλά μη συνειδητοποιημένοι και συνεπώς ο θάνατός τους μάταιος.
Επιπλέον, η κομουνιστική διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας εξελίσσεται παράλληλα
με ένα εθνικιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα, άρα ο εθνικισμός και ο κομουνισμός
εξομοιώνονται ως δύο απειλές κατά της αστικής δημοκρατίας.[16]
Προκύπτει το ερώτημα αν η
πολιτική στάση των λογοτεχνών αποκαλύπτει κάτι συνολικότερο για τα υπό εξέταση
ιστορικά γεγονότα και τη μεθοδολογική προσέγγισή τους.
Ας μείνουμε στη διαφωνία των
ερευνητών ως προς τη πολιτική στάση του Κ.Π. Καβάφη. Ο ποιητής και κριτικός του
καβαφικού έργου Τίμος Μαλάνος συμπεραίνει από την υπογραφή του ποιητή στη
δήλωση προσχώρησης των Ελλήνων της Αιγύπτου στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας τη
βενιζελική-φιλελεύθερη πολιτική ταυτότητα του ποιητή. Ο Στρατής Τσίρκας όμως
θεωρεί τον Κ.Π. Καβάφη συντηρητικό πολιτικά, αντίθετο οπωσδήποτε στον
βενιζελισμό και αποδίδει την υπογραφή του στην αναγκαστική ταύτιση του με τα
συμφέροντα των Ελλήνων της Αιγύπτου, για την ακρίβεια των Ελλήνων κεφαλαιούχων,
και στην πίεση των βρετανικών αρχών στην περιοχή.[17]
Επομένως, αποδεικνύεται η αναγκαιότητα ερμηνευτικής υπαγωγής του «Εθνικού
Διχασμού» όχι σε προσωπικά ή γνωρίσματα της φυλής, αλλά στις ενδοαστικές
αντιθέσεις της περιόδου, στα αντιτιθέμενα για την ακρίβεια συμφέροντα μεταξύ
τμημάτων του ελληνικού καπιταλισμού και στους ανταγωνισμούς των τότε
ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Και αν ακόμη και στην περίπτωση
των λογοτεχνών και της τόσο πλούσιας, πολύμορφης και αντιφατικής δραστηριότητάς
τους χρειάζονται για την ερμηνεία τους η τοποθέτηση όλων των στοιχείων σε
χρονική σειρά, η σύγκριση μεταξύ τους, η αντιστοίχισή τους με τις διεργασίες
της εκάστοτε περιόδου, τότε οι έννοιες χρόνος,
ιστορικό-κοινωνικό
πλαίσιο, αιτίες και αλληλεπίδραση τους, διαλεκτική, ο συσχετισμός
ειδικού-γενικού, πρωτογενείς πηγές είναι αναγκαίες για την επιστήμη της
ιστορίας, για το ξετύλιγμα της γνώσης.
[1] Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, ηλεκτρονικό
αρχείο Ελλήνων λογοτεχνών από τον 18ο αιώνα ως το 1935,
http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=node&cnode=461.
[2] Κατερίνα Καρρά, (2010). Ο Σπύρος Μελάς και το θέατρο της εποχής του (Διδακτορική
διατριβή). Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Σχολή Καλών
Τεχνών, Τμήμα Θεάτρου. Ανακτήθηκε από
https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/28250.
[3] Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, ηλεκτρονικό
αρχείο Ελλήνων λογοτεχνών από τον 18ο αιώνα ως το 1935,
http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=node&cnode=461.
[5] Θανάσης Ν. Καραγιάννης, Βασίλης Ρώτας Η λογοτεχνική και θεατρική
περιπλάνηση του κατά την περίοδο 1908-1938 συμβολή στην ιδεολογική ενίσχυση του
εργατικού και ταξικού κοινωνικού κινήματος στο Η συνάντηση της νεοελληνικής
λογοτεχνίας με το εργατικό κίνημα και την κομουνιστική ιδεολογία από τα τέλη
του 19ου αιώνα μέχρι και το μεσοπόλεμο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή,
Αθήνα 2019, σ. 304-317.
[6] Θωμάς Γκόρπας, Περιπετειώδες, κοινωνικό
και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα 1909-1950, σ. 23-30, εκδόσεις Σίσυφος, Αθήνα
1981.
[7] Γιάννης Κορδάτος, «Μεσουράνημα και Δύση
του ελληνικού ιμπεριαλισμού», Πρωτοπόροι,
σ. 281-282, τεύχος 7, Αύγουστος 1931.
[8] Γιώργος Κεντρώτης, Αλέξης Νέβας Ένας προοδευτικός ποιητής του μεσοπολέμου, στο Η συνάντηση
της νεοελληνικής λογοτεχνίας με το εργατικό κίνημα και την κομουνιστική
ιδεολογία από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και το μεσοπόλεμο, ο.π.,
σ. 229.
[9] Αντωνία Γ. Καφετζάκη (1999). Εικόνες του Μικρασιάτη πρόσφυγα στη
μεσοπολεμική πεζογραφία. Αθήνα: Πάντειον Πανεπιστήμιον, Σχολή Πολιτικών και
Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Κοινωνιολογίας. Ανακτήθηκε από https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/11386,
σ. 156-166.
[11] Νατάσσα Αβραμίδου, Η ποιητική γενιά του 20: Η αμφισβήτηση, η αποστροφή και η καταδίκη της
αστικής κοινωνίας στο Η συνάντηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας με το
εργατικό κίνημα και την κομουνιστική ιδεολογία από τα τέλη του 19ου
αιώνα μέχρι και το μεσοπόλεμο, ο.π., σ. 333-334.
[12] Φιλήμων Καραμήτσος, «Η κόκκινη
πρωτομαγιά του 1923 στα Ιωάννινα και ο Γιωσέφ Ελιγιά», ανακτήθηκε από https://www.academia.edu/33042958/. Λουκάς Θεοχαρόπουλος, «Γιοσέφ Ελιγιά
(1901-1931) ένας λησμονημένος Ελληνοεβραίος προοδευτικός ποιητής», ανακτήθηκε
από http://stigmalogou.blogspot.com/2014/11/1901-1931.html.