Από τη συνάντηση Τσίπρα με τον «διαβολικά καλό» Τραμπ το 2018 στην Ουάσιγκτον μέχρι την επικείμενη άφιξη της αμερικάνικης αντιπροσωπείας στην Αθήνα για να προετοιμάσει τον 6ο γύρο του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας - ΗΠΑ, έχει τρέξει πολύ νερό στο αυλάκι των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, που βρίσκονται «στο υψηλότερο επίπεδο από ποτέ», σύμ... Περισσότερα
Ανεβαίνει ο τζίρος για τους μεγαλοξενοδόχους, βουλιάζει η εστίαση
από Η Άλλη Άποψη
Ανοδο 6,1% στον τζίρο των καταλυμάτων και πτώση 2,5% στην εστίαση καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ για το β' τρίμηνο του 2026. Η πρώτη εικόνα προσφέρεται για το γνωστό αφήγημα του τουριστικού «θαύματος», που υποτίθεται ότι βάζει μπροστά ολόκληρη την οικονομία και μοιράζει οφέλη σε όλους. Τα ίδια τα στοιχεία δείχνουν άλλα.
Στα καταλύματα ο τζίρος έφτασε τα 3,304 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 191 εκατ. ευρώ. Την ίδια ώρα, από τα ταμεία της εστίασης χάθηκαν 80 εκατ. ευρώ και ο τζίρος περιορίστηκε στα 3,165 δισ. ευρώ. Δηλαδή, οι περισσότερες αφίξεις και τα νέα ρεκόρ δεν γέμισαν τα τραπέζια στις ταβέρνες και στα μικρά καταστήματα.
Και στα καταλύματα άλλωστε οι αριθμοί δεν λένε όλη την αλήθεια, αφού ο τζίρος μετριέται σε σημερινές τιμές, επομένως βάζει μέσα και τις ανατιμήσεις και βέβαια τη μερίδα του λέοντος παίρνουν οι μεγαλοξενοδόχοι. Για τους επαγγελματίες περισσότερα ευρώ στο ταμείο δεν σημαίνουν αναγκαστικά περισσότερο εισόδημα, αφού από τον τζίρο πρέπει να πληρωθούν προμηθευτές, ρεύμα, ενοίκια, φόροι και ασφαλιστικές εισφορές. Στο ίδιο τρίμηνο οι τιμές στην κατηγορία «Ξενοδοχεία - Καφέ - Εστιατόρια» αυξάνονταν από 6,1% έως 8,5%. Ετσι, το «συν 6,1%» στα καταλύματα απορροφάται σε μεγάλο βαθμό από τις ανατιμήσεις, ενώ το «μείον 2,5%» στην εστίαση κρύβει πολύ βαθύτερη μείωση της κατανάλωσης.
Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η εξάπλωση του «all inclusive», αφού αφορά περίπου έναν στους τέσσερις ξένους επισκέπτες και σχεδόν τους μισούς από όσους έρχονται για διακοπές «ήλιου και θάλασσας». Εκεί, μεγάλο μέρος των χρημάτων για φαγητό, ποτό και αναψυχή έχει ήδη προπληρωθεί και συγκεντρώνεται στο οργανωμένο πακέτο, στην ξενοδοχειακή μονάδα και στην αλυσίδα των τουριστικών ομίλων. Ετσι μπορούν να αυξάνονται οι αφίξεις και ο τζίρος στα καταλύματα, χωρίς να γεμίζουν τα τραπέζια στις ταβέρνες και τα ταμεία των μικρών επαγγελματιών.
Ούτε ο πολυδιαφημισμένος «ποιοτικός Τουρισμός» αλλάζει την εικόνα. Η Ελλάδα βαθμολογείται με 9,1 στα 10 στη σχέση «ποιότητας - τιμής», αλλά η υψηλή βαθμολογία μπορεί να γεμίζει τα δωμάτια των ομίλων, όχι αναγκαστικά και τα ταμεία των μικρών επαγγελματιών.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας δείχνουν και πόσο ευάλωτη είναι αυτή η «ναυαρχίδα». Τον Ιούνιο οι ξένοι επισκέπτες αυξήθηκαν 6,9%, αλλά η μέση δαπάνη τους μειώθηκε 6,2%. Από τη Γερμανία ήρθαν 6% περισσότεροι ταξιδιώτες, όμως άφησαν συνολικά 14,5% λιγότερα χρήματα. Η ασθενική πορεία της γερμανικής και ευρωπαϊκής οικονομίας περνά έτσι κατευθείαν στον ελληνικό τουρισμό, με τον λογαριασμό κάθε αναταραχής να καταλήγει στους εργαζόμενους και στους αυτοαπασχολούμενους.
Την ίδια στιγμή, ο ελληνικός λαός έχει χάσει το «ελληνικό καλοκαίρι». Ενας στους δύο δεν σχεδιάζει διακοπές, το 45% θα μειώσει τις δαπάνες και όσοι τελικά φύγουν μαγειρεύουν συχνά για να αποφύγουν την εστίαση.
Πίσω λοιπόν από τα «ρεκόρ», η τουριστική ανάπτυξη δουλεύει όπως ακριβώς σχεδιάστηκε. Συγκεντρώνει τον τζίρο και τα κέρδη στους ομίλους, ενώ αφήνει στους εργαζόμενους εξαντλητική δουλειά, στους μικρούς επαγγελματίες άδεια ταμεία και στις λαϊκές οικογένειες διακοπές με το κιάλι.