Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση, η οποία φυλάει ως κόρη οφθαλμού την κερδοφορία των ομίλων και το «βουνό» των αντιλαϊκών έμμεσων φόρων, δρομολογεί και νέο κύκλο δανεισμού για έργα που θα θωρακίσουν την κερδοφορία τους και τον λογαριασμό να καταλήγει πάραυτα στον λαό.
Συγκεκριμένα, προαναγγέλλει νέες παρεμβάσεις για την Ενέργεια, τις οποίες αναμένεται να παρουσιάσει στη ΔΕΘ. Στο τραπέζι βρίσκεται η αξιοποίηση περίπου 1,1 δισ. ευρώ έως το 2028, μέσω της λεγόμενης ενεργειακής ρήτρας διαφυγής. Το πακέτο προβλέπεται να κατευθυνθεί σε επενδύσεις για αποθήκευση Ενέργειας, ΑΠΕ, ενεργειακή αναβάθμιση, εξοικονόμηση και νέες υποδομές.
Την ώρα δηλαδή που οι λογαριασμοί του ρεύματος ανεβαίνουν, η κυβερνητική απάντηση παρουσιάζεται κυρίως ως ένα πακέτο επενδύσεων που υπόσχεται να μειώσει το ενεργειακό κόστος δήθεν σε βάθος χρόνου! Κι αυτό όταν ο λαός έχει ήδη μεγάλη πείρα από ανάλογα μέτρα, που όχι μόνο δεν μείωσαν το κόστος, αλλά τα πλήρωσε πολλαπλά από την άλλη τσέπη.
Οπως για την παράδειγμα την περίοδο της λεγόμενης «ενεργειακής κρίσης» του 2022, όταν οι τιμές της Ενέργειας εκτοξεύτηκαν στο φόντο του πολέμου στην Ουκρανία και της όξυνσης των ανταγωνισμών, το κράτος διέθεσε δισεκατομμύρια ευρώ σε μια σειρά από παρεμβάσεις για τη διαχείριση των συνεπειών της ακρίβειας.
Οι επιδοτήσεις του 2022 λειτούργησαν ως έμμεση (και άμεση) χρηματοδότηση των προμηθευτών και όχι ως πραγματική ανακούφιση του λαού. Τα δισεκατομμύρια ευρώ που διατέθηκαν δεν μείωσαν την τιμή της Ενέργειας, αλλά κάλυψαν μέρος του κόστους που ήδη είχαν διαμορφώσει οι μηχανισμοί της αγοράς. Με τον τρόπο αυτό, το κράτος εγγυήθηκε τη ροή εσόδων προς αυτούς, ενώ οι λογαριασμοί παρέμεναν πανάκριβοι για τα λαϊκά νοικοκυριά.
Παράλληλα, η κυβέρνηση είχε παρουσιάσει και το μέτρο της φορολόγησης των αποκαλούμενων «υπερκερδών» ως μέσο χρηματοδότησης των μέτρων στήριξης. Εννοια - «λάστιχο» φυσικά, ώστε να μένουν στο απυρόβλητο τα κέρδη, με τους ομίλους να συνεχίζουν να καταγράφουν ιστορικά υψηλά κέρδη, να διανέμουν μερίσματα και να επενδύουν σε νέα πεδία.
Σήμερα η ενεργειακή αστάθεια και οι ανακατατάξεις που προκαλούν οι πολεμικές συγκρούσεις δημιουργούν νέες ανάγκες για αποθήκευση, υποδομές, εναλλακτικές διαδρομές και ενεργειακές αναβαθμίσεις, βασικά νέα πεδία κερδοφορίας. Τις «ανάγκες» αυτές έρχεται να καλύψει η κρατική παρέμβαση.
Ο πυρήνας του προβλήματος παραμένει άθικτος