του Αλέκου ΧατζηκώσταΣτη Νάουσα η Δημοτική Αρχή παραχωρεί μέρος του νερού σε εταιρεία εμφιάλωσης. Στη Βουλή ψηφίστηκε πρόσφατα νόμος με τίτλο "Επέκταση αρμοδιοτήτων της Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης και της Εταιρείας Υδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης, ενίσχυση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων... Περισσότερα
Για το "εμπόριο ρύπων"
από Η Άλλη Άποψη
Ως βασικό μηχανισμό «για την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη» - βασικά ως έναν ακόμα μοχλό για να προχωρήσουν οι «πράσινες» μπίζνες που σημαίνουν ενεργειακή φτώχεια για τον λαό - παρουσιάζει η ΕΕ το«Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών», γνωστό ως ΣΕΔΕ. Τι είναι αυτό το Σύστημα; Είναι ένα πραγματικό«χρηματιστήριο εκπομπών ρύπων».Βιομηχανίες και κλάδοι που εκπέμπουν αέρια θερμοκηπίου χαμηλότερα από το πλαφόν που τους έχει τεθεί μπορούν να πωλούν, για την ποσότητα που δεν κάλυψαν, «δικαιώματα ρύπανσης» αποκτώντας πρόσθετα κέρδη.
Από την άλλη μεριά,επιχειρηματικοί όμιλοι με ενεργοβόρες εγκαταστάσεις μπορούν να αγοράσουν το «περίσσευμα» αυτό αποκτώντας το «δικαίωμα» να ρυπαίνουν κατά το δοκούν.Τον λογαριασμό βέβαια πληρώνουν τα λαϊκά νοικοκυριά, στα οποία οι όμιλοι μετακυλίουν το κόστος. Αυτός ομηχανισμός επικερδούς αγοραπωλησίας της ίδιας της ρύπανσης όχι απλώς δεν προστατεύει αλλά αποδεδειγμένα έχει εντείνει την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.
Πέρα από το ζήτημα ότι στο όνομα της αντιμετώπισης της υπερθέρμανσης του πλανήτη ανοίγει ένα κερδοφόρο πεδίο επιχειρηματικής δράσης στον τομέα της λεγόμενης «πράσινης οικονομίας», όπως προαναφέρθηκε, ένα άλλο ενδεικτικό στοιχείο είναι ότι - όπως η ίδια η ΕΕ ομολογεί - λαμβάνει ως κριτήριο «το κόστος της ανάληψης δράσης σε σύγκριση με το κόστος της αδράνειας», με βάση τη γνωστή πολιτική της περί «κόστους - οφέλους». Η προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας είναι μία δευτερεύουσα πλευρά, σε σχέση με το κόστος για το κεφάλαιο, το κράτος του, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις.
Θα ρωτήσει κάποιος: Δεν πρέπει να μειωθούν οι ρύποι; Η μείωση των εκπομπών ρύπων που επιδρούν αρνητικά στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον είναι αναγκαία. Για να επιτευχθεί απαιτείται να λαμβάνονται μέτρα εγγενούς ασφάλειας, δηλαδή πρόληψης του κινδύνου στην πηγή, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που δίνει η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας.
Τέτοια μέτρα όμως είναι αδύνατο να εφαρμοστούν στο πλαίσιο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και της «ελεύθερης» αγοράς, όπου το κριτήριο που κυριαρχεί για όλα τα παραπάνω είναι η μακρόχρονη διασφάλιση της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων και όχι η προστασία της υγείας των εργαζομένων και του περιβάλλοντος, που έρχεται σε δεύτερο και τρίτο πλάνο.