«Η γεωπολιτική αστάθεια δεν είναι πλέον παροδική, αλλά μόνιμη, οπότε η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη». «Η κατάσταση μπορεί να διαρκέσει και να επεκταθεί πολύ περισσότερο», «ο χειμώνας θα είναι ακόμα πιο δύσκολος...»: Τοποθετήσεις όπως οι παραπάνω, από μεγαλοστελέχη ενεργειακών ομίλων, επιβεβαιώνουν ότι το ξάφρισμ... Περισσότερα
Ο λαός πληρώνει το μάρμαρο των ανταγωνισμών και της Ελλάδας "ενεργειακού κόμβου"
από Η Άλλη Άποψη
Νέο κύμα ανατιμήσεων στην Ενέργεια και στα καύσιμα πυροδοτούν η κλιμάκωση του πολέμου ΗΠΑ - Ιράν και η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, με τις διεθνείς αγορές να προεξοφλούν παρατεταμένη αστάθεια στις ενεργειακές ροές. Το ευρωπαϊκό συμβόλαιο αναφοράς φυσικού αερίου (TTF) κινείται πλέον κοντά στα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων μηνών, ενώ το πετρέλαιο Brent οδεύει προς τα 95 δολάρια το βαρέλι.
Οι διεθνείς εξελίξεις αποτυπώνονται ήδη και στην ελληνική αγορά. Η χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας επέστρεψε πάνω από τα 140 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ υπάρχουν εκτιμήσεις ότι με την κλιμάκωση του πολέμου οι αυξήσεις θα περάσουν το επόμενο διάστημα και στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος. Παράλληλα οι τιμές των καυσίμων κινούνται εκ νέου ανοδικά, με τη μέση τιμή της αμόλυβδης να βρίσκεται μια ανάσα από τα 2 ευρώ το λίτρο και αυτή του πετρελαίου κίνησης να ακολουθεί την ίδια πορεία. Το νέο ράλι των τιμών προμηνύει νέο γύρο ανατιμήσεων στο σύνολο σχεδόν των προϊόντων λαϊκής κατανάλωσης.
Η κυβέρνηση μιλά για «εισαγόμενη κρίση»
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μιλώντας τη Δευτέρα στην κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να παρουσιάσει την ακρίβεια ως μια «εισαγόμενη κρίση», απέναντι στην οποία η κυβέρνηση διαθέτει περιορισμένα περιθώρια παρέμβασης. Υποστήριξε ότι η νέα ένταση στα Στενά του Ορμούζ «αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και της Ενέργειας», οι οποίες θα μετακυλιστούν «αλυσιδωτά σε όλα τα προϊόντα», διερωτώμενος χαρακτηριστικά: «Τι μπορούμε να κάνουμε απέναντι σε μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε;».
Επέμεινε δε ότι η κυβέρνηση εξαντλεί «κάθε δυνατή παρέμβαση» για τον περιορισμό των επιπτώσεων, παραδεχόμενος ωστόσο ότι από τη συμφωνία με τα διυλιστήρια «κατά πάσα πιθανότητα δεν θα δούμε μείωση των τιμών στην αντλία» αλλά απλώς μια προσπάθεια να περιοριστούν περαιτέρω αυξήσεις.
Οι διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι θα παρέμβει για να περιορίσει τις συνέπειες της νέας ενεργειακής κρίσης προμηνύουν για άλλη μια φορά μέτρα - ψίχουλα και όχι ουσιαστική ανακούφιση των λαϊκών νοικοκυριών.
Αλλωστε, τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχουν προειδοποιήσει ήδη από την αρχή του πολέμου τις κυβερνήσεις να αποφύγουν οριζόντιες παρεμβάσεις και να περιοριστούν σε «στοχευμένες» ενισχύσεις, προκειμένου να μη διαταραχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι και τα περιθώρια χρηματοδότησης της πολεμικής και επιχειρηματικής τους στρατηγικής.
Αυτή η κατεύθυνση έχει ήδη εφαρμοστεί και στην Ελλάδα. Η εμπειρία από τα διάφορα Fuel Pass και τις επιδοτήσεις των ομίλων της Ενέργειας επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για μέτρα που δεν αγγίζουν τις αιτίες της ακρίβειας, ενώ τελικά επιδοτούν την ακρίβεια και τα κέρδη των ενεργειακών κολοσσών.
Την ίδια ώρα βέβαια που η κυβέρνηση κάνει λόγο για ενεργειακή κρίση ως «εισαγόμενο» φαινόμενο, συνεχίζει να υπηρετεί τη στρατηγική της απολιγνιτοποίησης, με την εγκατάλειψη του εγχώριου λιγνίτη και την αντικατάστασή του από ακριβότερες μορφές Ενέργειας, όπως το εισαγόμενο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), του οποίου η τιμή εξαρτάται άμεσα από τις διεθνείς αγορές και την πορεία των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.
Η Ελλάδα ως εμπροσθοφυλακή των ενεργειακών σχεδιασμών
Η ενεργειακή ακρίβεια δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη στρατηγική που ακολουθούν τόσο η τωρινή όσο και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, στο πλαίσιο των ευρωατλαντικών σχεδιασμών. Στο όνομα της «ενεργειακής ασφάλειας» και της «διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού», η Ελλάδα προωθείται ως κομβικός ενεργειακός διάδρομος και «πύλη εισόδου» για τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη, αναλαμβάνοντας όλο και πιο αναβαθμισμένο ρόλο στους σχεδιασμούς αυτούς, με την αστική τάξη της χώρας να υλοποιεί και τη γεωστρατηγική της αναβάθμιση.
Η στρατηγική αυτή αποτυπώνεται στις επενδύσεις σε τερματικούς σταθμούς LNG, όπως η Ρεβυθούσα και η Αλεξανδρούπολη, στην ανάπτυξη του Κάθετου Διαδρόμου φυσικού αερίου, στις νέες διασυνδέσεις προς τα Βαλκάνια και στα σχέδια για νέους αγωγούς και υποδομές μεταφοράς Ενέργειας. Ολες αυτές οι υποδομές παρουσιάζονται ως έργα «ενεργειακής ασφάλειας» και «ανθεκτικότητας», στην πραγματικότητα όμως υπηρετούν τη στρατηγική απεξάρτησης της ΕΕ από το ρωσικό φυσικό αέριο και την ενίσχυση των αμερικανικών εξαγωγών του πανάκριβου LNG προς την Ευρώπη.
Χαρακτηριστική είναι και η πρόσφατη παρέμβαση της διευθύνουσας συμβούλου του ΔΕΣΦΑ, Μαρίας Σφερούτσα, η οποία περιέγραψε τη γεωπολιτική αστάθεια όχι ως μια παροδική κρίση αλλά ως το νέο περιβάλλον μέσα στο οποίο θα σχεδιάζονται οι ενεργειακές υποδομές των επόμενων δεκαετιών. Παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως «στρατηγική ενεργειακή πύλη» της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, έδωσε έμφαση στις υποδομές LNG, στις διασυνοριακές διασυνδέσεις και στον Κάθετο Διάδρομο, ως έργα που ενισχύουν τη θέση της χώρας στους ευρωπαϊκούς ενεργειακούς σχεδιασμούς.
Η μετατροπή της Ελλάδας σε «ενεργειακό κόμβο» δεν αφορά μόνο την ανάπτυξη νέων υποδομών. Εχει ως βασικό προαπαιτούμενο την όλο και βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για τον έλεγχο των δρόμων μεταφοράς της Ενέργειας, των αγορών και των πηγών εφοδιασμού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον λαό.
Η «νέα κανονικότητα» των ενεργειακών κρίσεων
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο του τελευταίου διαστήματος είναι ότι οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των μεγάλων ενεργειακών ομίλων μιλούν ανοιχτά για μια νέα περίοδο μόνιμης αστάθειας.
Ο νέος γύρος κλιμάκωσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου στη Μέση Ανατολή φαίνεται να ανατρέπει τις μέχρι πρότινος εκτιμήσεις των επιτελείων του κεφαλαίου για μια σύντομη ενεργειακή αναταραχή. Κοινός παρονομαστής δηλώσεων, αναρτήσεων και αναλύσεων των τελευταίων ημερών είναι ότι οι πόλεμοι, οι κυρώσεις, οι αποκλεισμοί θαλάσσιων διαδρόμων και οι διαταραχές στις ενεργειακές ροές δεν θεωρούνται πλέον εξαιρέσεις, αλλά σταθερά χαρακτηριστικά της νέας «κανονικότητας» πάνω στην οποία σχεδιάζονται η ενεργειακή πολιτική, οι επενδύσεις και η κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων.
Ενδεικτικές είναι οι δηλώσεις του επικεφαλής της ισπανικής «Enagas», Αρτούρο Γκονζάλο, ότι η σημερινή γεωπολιτική αστάθεια «δεν είναι πλέον παροδική αλλά δομική». «Η γεωπολιτική τάξη γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη και οι κρίσεις επαναλαμβάνονται», πρόσθεσε, ενώ ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ προκάλεσαν «άμεση και έντονη πίεση» στις διεθνείς ροές LNG και στις τιμές του φυσικού αερίου.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ισπανική «Naturgy». Η εταιρεία προειδοποίησε ότι η Ευρώπη πρέπει από τώρα να προετοιμαστεί για έναν δύσκολο χειμώνα, κάνοντας λόγο για πιθανές ελλείψεις φυσικού αερίου και νέες εκρήξεις στις τιμές εφόσον συνεχιστεί η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και οι ευρωπαϊκές αποθήκες παραμείνουν χαμηλά. Παράλληλα, στελέχη της αφήνουν ανοιχτό ακόμα και το ενδεχόμενο επανεξέτασης του πλαισίου απαγόρευσης των ρωσικών εισαγωγών φυσικού αερίου, υποστηρίζοντας ότι οι αποφάσεις εκείνες ελήφθησαν σε μια αγορά με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από τα σημερινά.
Εξίσου χαρακτηριστική είναι η εκτίμηση εμπόρου Ενέργειας την οποία επικαλείται το «Montel» ότι η αποκλιμάκωση, που θεωρήθηκε δεδομένη μετά το μνημόνιο κατανόησης ΗΠΑ - Ιράν, αποδείχθηκε «ψεύτικη ηρεμία». «Η αγορά πίστεψε ότι όλα είχαν τελειώσει. Σήμερα αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι η κατάσταση μπορεί να διαρκέσει και να επεκταθεί πολύ περισσότερο», σημειώνει, ενώ προειδοποιεί ότι «το Ιράν είναι έτοιμο να φτάσει μέχρι τέλους. Οι ΗΠΑ έχουν πολύ περισσότερα να χάσουν, όμως ενδέχεται να προετοιμάζουν χερσαία επιχείρηση. Αυτό μπορεί να πάει πάρα πολύ μακριά».
Αλλωστε και η Μ. Σφερούσα του ΔΕΣΦΑ στο άρθρο της κάνει λόγο για μια «καθοριστική περίοδο για το ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης», σε ένα περιβάλλον «διαρκώς αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας». Και προσθέτει ότι «τα τελευταία χρόνια ανέδειξαν με σαφήνεια μια νέα πραγματικότητα: Η ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι στατική, ούτε μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Απαιτεί συνεχή ενίσχυση και διαρκή προσαρμογή. Βασίζεται σε υποδομές ικανές να λειτουργούν υπό συνθήκες πίεσης, να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά σε διαταραχές και να διατηρούν τη σταθερότητα του συστήματος μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας και έντονων διακυμάνσεων στις αγορές Ενέργειας».
Οι τοποθετήσεις ενεργειακών ομίλων και διαχειριστών δικτύων δείχνουν ότι ο πόλεμος, οι ενεργειακοί ανταγωνισμοί και η γεωπολιτική αστάθεια αντιμετωπίζονται πλέον ως μόνιμο στοιχείο του σχεδιασμού της ΕΕ και του κεφαλαίου. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εντάσσεται και η στρατηγική αναβάθμισης της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο, με τον λαό να καλείται να πληρώσει το κόστος τόσο της ακρίβειας όσο και της βαθύτερης εμπλοκής της χώρας στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς.