Μία ακόμα σκιαμαχία αναμένεται σήμερα στη Βουλή ανάμεσα στην κυβέρνηση και στα άλλα αστικά κόμματα, στη συζήτηση για το περιβόητο «κράτος δικαίου». Στη σκιά των σκανδάλων που παράγει με το τσουβάλι η πολιτική της, η κυβέρνηση ανακάλυψε «χρόνιες παθογένειες» του κράτους και υπόσχεται μεταρρυθμίσεις και αλλαγές, την ώρα που η συστημική α... Περισσότερα
Η απόβαση στη Νορμανδία και οι σύγχρονοι παραχαράκτες της ιστορίας
από Η Άλλη Άποψη
Οι πρόσφατες εκδηλώσεις για τα 70 χρόνια από την απόβαση των Αγγλοαμερικάνων στη Νορμανδία τον Ιούνη του 1944 και το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου κατά των χιτλερικών στην Ευρώπη, προβλήθηκε σαν το πιο σημαντικό γεγονός και πάντως αυτό που έκρινε το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. «Ημέρα μνήμης η 6η Ιούνη για όλη την ανθρωπότητα καθώς το 1944 στις ακτές της Νορμανδίας άλλαξε ο ρους της Ιστορίας. Η απόβαση των συμμάχων επιτάχυνε την ήττα της Γερμανίας». Αυτά έγραψαν , αποσιωπώντας ολόκληρη την ιστορική αλήθεια. Μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού, γίνεται συστηματική προσπάθεια από τα επιτελεία του ιμπεριαλισμού για παραχάραξη της ιστορίας και το ξαναγράψιμό της από τη δική του σκοπιά. Εδώ φαίνεται οτι εντάσσεται και ο γιορτασμός της απόβασης στη Νορμανδία. Ποιά όμως είναι η αντικειμενική πραγματικότητα, η πραγματική ιστορία;
Χωρίς αμφιβολία η επιχείρηση ήταν όντως σοβαρή. Επρόκειτο για την απόβαση στη Νορμανδία, μία από τις σημαντικότερες πολεμικές επιχειρήσεις στην ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η σημαντικότερη σύμφωνα με τη δυτική μεταπολεμική προπαγάνδα, που γίνεται ακόμη πιο προκλητική στις μέρες μας.
Για τους Σοβιετικούς ιστορικούς «η απόβαση των αγγλοαμερικανικών στρατευμάτων στη Νορμανδία, η οργάνωση και η διεύρυνση του προγεφυρώματος είναι η μεγαλύτερη αποβατική επιχείρηση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, επιχείρηση που σήμαινε το άνοιγμα του δευτέρου μετώπου στην Ευρώπη». Εντούτοις ήταν μια επιχείρηση που ερχόταν πολύ καθυστερημένα, ύστερα από σκληρές πιέσεις χρόνων της ΕΣΣΔ προς τους Δυτικούς συμμάχους της.
Η αναγκαιότητα να ανοίξει δεύτερο μέτωπο κατά των δυνάμεων του άξονα στη Δυτική Ευρώπη εμφανίστηκε ευθύς εξαρχής με τη στροφή του κέντρου βάρους του πολέμου προς την Ανατολική Ευρώπη, δηλαδή στις 22 Ιούνη 1941, όταν η χιτλερική Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στη Σοβιετική Ένωση. Μέχρι εκείνο το σημείο ήδη είχε παραχωρηθεί από τις δυνάμεις της Δύσης μεγάλη ελευθερία κινήσεων στα γερμανικά στρατεύματα. Θεωρητικά οι δυτικές δυνάμεις είχαν κηρύξει τον πόλεμο κατά του φασιστικού άξονα από το Σεπτέμβρη του 1939, όταν η Γερμανία εισέβαλε στην Πολώνια. Εντούτοις δεν πήραν την παραμικρή πρωτοβουλία για να εμποδίσουν την εφαρμογή των πολεμικών σχεδίων του Χίτλερ στην Ευρώπη, έχοντας την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να τον στρέψουν προς ανατολάς, ούτως ώστε να αχρηστεύσουν ή να εξασθενίσουν τη γερμανική απειλή στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ταυτόχρονα να λύσουν τους ταξικούς τους λογαριασμούς με την ΕΣΣΔ, πνίγοντας τη σοβιετική εξουσία. Έτσι μέχρι την επίθεση στην ΕΣΣΔ, η Γερμανία ανενόχλητη ή σχεδόν ανενόχλητη είχε καταφέρει να βάλει στο χέρι την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία, τη Νορβηγία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, τα Βαλκάνια, ενώ ενίσχυσε τις συμμαχίες της με άλλες ευρωπαϊκές -και μη- χώρες. Στην πραγματικότητα οι Αγγλοαμερικανοί είχαν παραχωρήσει στον Χίτλερ και το έδαφος και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές ούτως ώστε να συνεχίσει τον πόλεμο, αρκεί να έστρεφε -όπως και έκανε- την πολεμική του μηχανή προς την ΕΣΣΔ. Από την άλλη η χιτλερική Γερμανία δε συνιστούσε απειλή κατάλυσης της κρατικής οντότητας της Βρετανίας - πόσο μάλλον των ΗΠΑ, που βρίσκονταν πολύ μακριά.
Την ίδια τακτική, την τακτική δηλαδή της παραχώρησης στον Χίτλερ της αναγκαίας γι' αυτόν ελευθερίας κινήσεων, οι Δυτικοί ακολούθησαν και μετά την επίθεση της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση. Κι αυτό, παρά και ενάντια στο γεγονός ότι δήλωναν την αλληλεγγύη τους στην ΕΣΣΔ κατακεραυνώνοντας το φασισμό σε όλους τους τόνους.
Απόβαση των δυτικών δυνάμεων οι Γερμανοί στρατιωτικοί περίμεναν και το 1942 και το 1943, αλλά μάταια, γεγονός βεβαίως που δεν τους στενοχωρούσε καθόλου. Ήταν όμως ένα ζήτημα που προκαλούσε τεράστια προβλήματα στην ΕΣΣΔ, υποχρεώνοντάς τη, στην ουσία, να βγάλει μόνη της τα... κάστανα από τη φωτιά, να αντιμετωπίσει δηλαδή τη γερμανική πολεμική μηχανή αποκλειστικά με τις δικές της δυνάμεις.
Η σοβιετική ηγεσία κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες, στο πλαίσιο, ακόμη, των διαπραγματεύσεων για τη συγκρότηση της αντιχιτλερικής συμμαχίας, ώστε να αποσπάσει από τους Αγγλοαμερικανούς μια σαφή δέσμευση, αναφορικά με το χρόνο που το δεύτερο μέτωπο θα γινόταν πραγματικότητα. Επρόκειτο για ένα ζήτημα που ήτανε πάντοτε στην επικαιρότητα -αν και σε τελματώδη κατάσταση- αλλά από την άνοιξη του 1942 φάνηκε πως υπήρχαν βάσιμες ελπίδες για μια θετική εξέλιξη. Στις 12 Απρίλη του 1942 η σοβιετική κυβέρνηση πήρε από τον πρόεδρο Ρούσβελτ πρόσκληση να στείλει στην Ουάσιγκτον ειδική αντιπροσωπεία, ώστε να συζητηθούν οι τρόποι παροχής στρατιωτικής βοήθειας στην ΕΣΣΔ. Για την πρωτοβουλία του αυτή ο Αμερικανός πρόεδρος επικαλούνταν την πίεση της αμερικανικής κοινής γνώμης, κάτι που εξομολογούνταν σε επιστολή του προς τον Τσόρτσιλ στις 3 Απρίλη 1942. «Ο λαός σας και ο ιδικός μου -έγραφε Ο Ρούσβελτ προς τον Βρετανό πρωθυπουργό- απαιτούν τη δημιουργία ενός νέου μετώπου για να αλαφρύνουν τους Ρώσους από την πίεση που δέχονται, και οι λαοί μας είναι αρκετά πληροφορημένοι επίσης για να καταλαβαίνουν ότι οι Ρώσοι σκοτώνουν σήμερα περισσότερους Γερμανούς και καταστρέφουν περισσότερο υλικό από όσο εσείς και εμείς ηνωμένοι».
Η σοβιετική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε αμέσως στο αμερικανικό κάλεσμα και δεδομένου ότι η στρατιωτική ανάλυση των πραγμάτων οδηγούσε αβίαστα στο συμπέρασμα πως το δεύτερο μέτωπο μπορούσε να ανοίξει μόνο με τη συνεργασία των ΗΠΑ και της Βρετανίας και με βάση προετοιμασίας και εκκίνησης τα βρετανικά νησιά, έστειλε την ίδια αντιπροσωπεία και στο Λονδίνο.
Η σοβιετική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον υπουργό Εξωτερικών Β. Μολότοφ έφτασε στη βρετανική πρωτεύουσα το δεύτερο δεκαήμερο του Μάη 1942, αλλά σε πρώτη φάση δεν κατάφερε να αποσπάσει μια σαφή δέσμευση από τον Τσόρτσιλ για άνοιγμα του δευτέρου μετώπου μέσα στο 1942. Αντίθετα στην Ουάσιγκτον το κλίμα ήταν πολύ καλύτερο. Οι συζητήσεις ξεκίνησαν στις 29 Μάη και την επομένη ο πρόεδρος Ρούσβελτ ανακοίνωσε στη σοβιετική πλευρά πως οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να ανοίξουν το δυτικό μέτωπο μέσα στο 1942. Στο σοβιετοαμερικανικό ανακοινωθέν που δημοσιεύτηκε στις 12 Ιούνη 1942 αναφερόταν επί λέξει: «Στις διαπραγματεύσεις οι δύο πλευρές κατέληξαν σε πλήρη συμφωνία ότι είναι επιτακτικό καθήκον να δημιουργηθεί στα 1942 δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη». Ύστερα από αυτή την εξέλιξη ο Μολότοφ επέστρεψε στο Λονδίνο και συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με τον Άγγλο πρωθυπουργό, ο οποίος βλέποντας την αμερικανοσοβιετική προσέγγιση υποχρεώθηκε να δεχτεί να μπει και στο βρετανοσοβιετικό ανακοινωθέν ίδια διατύπωση για το δυτικό μέτωπο με αυτή που περιείχε το σοβιετοαμερικανικό. Ταυτόχρονα όμως, με μυστικό του υπόμνημα προς τη σοβιετική κυβέρνηση, αναιρούσε αυτή του τη δέσμευση αφήνοντας καθαρά να φανεί πως δεν ήταν στις βρετανικές προθέσεις να ανοίξει μέτωπο στη Δυτική Ευρώπη μέσα στο 1942.«Προετοιμαζόμεθα -έγραφε το υπόμνημα- για απόβαση στην ηπειρωτική Ευρώπη τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο 1942. Οπως ήδη έχει εξηγηθεί, το κυριότερο εμπόδιο που περιορίζει τον αριθμό των αποβατικών δυνάμεων είναι η έλλειψις ειδικών αποβατικών σκαφών. Είναι όμως φανερό ότι η ρωσική υπόθεσις, καθώς επίσης και η γενική συμμαχική υπόθεσις, δε θα κερδίσουν τίποτε αν, αποκλειστικά και μόνον από επιθυμία δράσεως διακινδυνεύσωμε μια επιχείρηση που θα ετελείωνε με καταστροφή και θα έδινε στον εχθρό την ευκαιρία να χαρή για την αποτυχία μας. Είναι αδύνατον να βεβαιώσωμε εκ των προτέρων κατά πόσον η κατάστασις θα μας επιτρέψη να πραγματοποιήσωμε την επιχείρηση αυτήν την προβλεπομένη στιγμή. Δεν ημπορούμε λοιπόν να υποσχεθούμε τίποτε σχετικά με το ζήτημα τούτο, αν όμως θεωρήσωμε την επιχείρηση δικαιολογημένη και σκόπιμη, δε θα διστάσωμε να εφαρμόσωμε τα σχέδιά μας». Ο κυνισμός του Τσόρτσιλ σ' αυτό το υπόμνημα είναι απαράμιλλος. Δεν αρκείται μόνο στα ήξεις - αφήξεις, ούτως ώστε να αρνηθεί το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου μέσα στο 1942. Ταυτόχρονα δηλώνει προς τη σοβιετική ηγεσία πως αυτή η επιχείρηση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τις ανάγκες του Κόκκινου Στρατού στην πάλη του κατά των ναζιστικών στρατευμάτων, αλλά από κάποιες άλλες ανάγκες. «Αν όμως θεωρήσωμε την επιχείρηση δικαιολογημένη και σκόπιμη, δε θα διστάσωμε να εφαρμόσωμε τα σχέδιά μας», λέει ο Τσόρτσιλ προς τους Σοβιετικούς. Με ποια κριτήρια όμως θα προέβαινε σε μια τέτοια θεώρηση της επιχείρησης;
Τη μεγαλύτερη ανάγκη του δεύτερου μετώπου στη Δυτική Ευρώπη η Σοβιετική Ενωση την ένιωσε στη διάρκεια της μάχης του Στάλινγκραντ, που κράτησε από τον Ιούλη του 1942 ως το Φλεβάρη του 1943. Η μάχη αυτή είχε αποφασιστική σημασία όχι μόνο για την ΕΣΣΔ, αλλά και για ολόκληρο τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο. Για την ΕΣΣΔ ήταν και μάχη ζωής ή θανάτου. Για τον πόλεμο ήταν η μητέρα όλων των μαχών. Κι ακριβώς γι' αυτό το λόγο κερδίζοντας αυτή τη μάχη η Σοβιετική Ενωση άλλαξε ολόκληρη τη ροή του πολέμου. Οι Δυτικοί... σύμμαχοι της ΕΣΣΔ γνώριζαν τη σημασία που είχε η μάχη του Στάλινγκραντ. Κι ακριβώς γι' αυτό το λόγο άφησαν τους Σοβιετικούς αβοήθητους, να τη δώσουν μόνοι τους.
Οι ΗΠΑ και η Αγγλία, έβλεπαν στη μάχη του Στάλινγκραντ τη δυνατότητα να υπάρξει, το λιγότερο, μια αμοιβαία εξασθένηση της ΕΣΣΔ και της Γερμανίας, που θα τους έδινε τη δυνατότητα να ξεμπερδεύουν με το σοσιαλισμό και να μοιράσουν τις παγκόσμιες αγορές αναμεταξύ τους, χωρίς να μπλέκεται στα πόδια τους ένας μεγάλος ανταγωνιστής, όπως ήταν η Γερμανία. Ετσι αρνήθηκαν να ανοίξουν ένα δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη, κατά των δυνάμεων του γερμανικού φασισμού κι έδωσαν τη δυνατότητα στο Χίτλερ να συγκεντρώσει στο ανατολικό μέτωπο τεράστιο αριθμό δυνάμεων και πολεμικού υλικού. Μάλιστα ο Τσόρτσιλ ταξίδεψε ο ίδιος στη Μόσχα για να ξεκαθαρίσει στον Στάλιν ότι μέσα στο 1942 οι ΗΠΑ και η Βρετανία δεν επρόκειτο να προχωρήσουν στο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου. Στα απομνημονεύματά του ο Βρετανός πρωθυπουργός ξεκαθαρίζει με άκρως αποκαλυπτικό τρόπο πως το σαμποτάζ στο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου ήταν συνέχεια της ίδιας αντισοβιετικής πολιτικής που ο ίδιος εφάρμοσε την προπολεμική περίοδο. Ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε μια αρκετά δυσάρεστη συνάντηση με τον Στάλιν, τον οποίο δεν κατάφερε να πείσει -παρά τη βοήθεια που του πρόσφερε ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Μόσχα, Χ. Χάριμαν- για το αδύνατον του ανοίγματος δεύτερου μετώπου στη Δυτική Ευρώπη μέσα στο 1942. Ταυτόχρονα έδειξε ετοιμότητα να στείλει βρετανικές δυνάμεις σε βοήθεια του σοβιετικού στρατού στον Καύκασο, πρόταση την οποία ο Σοβιετικός ηγέτης απέκρουσε με αδιαφορία12. Ήταν φανερό πως εκείνο που απασχολούσε περισσότερο τους Δυτικούς ήταν να «βάλουν πόδι» στη σοβιετική γη. Μάλιστα, προετοιμάζονταν προσεκτικά για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Από τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αποκαλύπτεται πως οι Αγγλοαμερικανοί ήταν έτοιμοι να καταλάβουν τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου σε περίπτωση νίκης των Ναζί στο Στάλινγκραντ, μη διστάζοντας ακόμη και να προχωρήσουν σε μια πλατιά αντισοβιετική συμμαχία με τους Γερμανούς, εφόσον δεν μπορούσαν να πράξουν αλλιώς13.
Η διάσκεψη της Τεχεράνης
Όπως ήταν φυσικό, το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου συνέχισε να έχει κεντρική θέση στον πόλεμο και δεσπόζουσα σημασία στις σχέσεις της ΕΣΣΔ με τους συμμάχους της, στο πλαίσιο της αντιχιτλερικής συμμαχίας. Ακριβώς γι' αυτούς τους λόγους δεν είναι καθόλου περίεργο που ουσιαστικά μονοπώλησε το ενδιαφέρον στη Διάσκεψη της Τεχεράνης, της πρώτης διάσκεψης στα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ των ηγετών της Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ενωσης.
Η διάσκεψη της Τεχεράνης διάρκεσε τέσσερις ημέρες, από 28 Νοέμβρη έως 1 Δεκέμβρη του 1943. Το σύνολο των συνομιλιών των ηγετών των τριών χωρών που πήραν μέρος, είτε εν ολομελεία, είτε ανά δύο -μαζί και των υπουργών Εξωτερικών, καθώς και των στρατιωτικών τους επιτελείων, που είχαν και ξεχωριστές συζητήσεις- έφτασε περίπου τις 35 ώρες. Απ' αυτές, οι δεκαοχτώ ώρες συζήτησης αφιερώθηκαν στο ζήτημα του ανοίγματος του δεύτερου μετώπου στη Δυτική Ευρώπη14. Εκδηλώθηκαν δύο στρατηγικές. Αυτή της ΕΣΣΔ, που ήθελε να ανακουφιστεί από το να σηκώνει μόνη της το κύριο βάρος του πολέμου και η στρατηγική των Αγγλοαμερικανών, που τώρα πια δεν επιδίωκαν -γιατί δεν μπορούσαν- να εξασθενήσουν την ΕΣΣΔ, αλλά να είναι σε θέση στην κατάλληλη χρονική στιγμή να ανακόψουν την προέλαση του Κόκκινου Στρατού στη Δυτική Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής ο Τσόρτσιλ προσπάθησε να πάρει τη συγκατάθεση των συμμάχων του -και κυρίως της ΕΣΣΔ- για πολεμικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο και στα Βαλκάνια, στέλνοντας ουσιαστικά στις καλένδες το ζήτημα του δεύτερου μετώπου στη Δυτική Ευρώπη. Τελικά τα αντισοβιετικά σχέδια των ιμπεριαλιστών δεν πέρασαν. Ο Τσόρτσιλ δεν κατάφερε να πάρει έγκριση για τα πολεμικά του σχέδια στα Βαλκάνια. Ετσι ΗΠΑ και Μ. Βρετανία υποχρεώθηκαν να έρθουν σε συμφωνία με την ΕΣΣΔ, που προέβλεπε ότι το Μάη του 1944 θα άνοιγαν το δεύτερο μέτωπο στη Γαλλία16.Αυτή τη φορά τα συμφωνηθέντα τηρήθηκαν κι έτσι φτάσαμε στην απόβαση στη Νορμανδία.
Η απόβαση στη Νορμανδία
Το σχέδιο της αποβατικής επιχείρησης στη Νορμανδία εγκρίθηκε το Φλεβάρη του 1944 και προέβλεπε την απόβαση από τη θάλασσα και τον αέρα αγημάτων, στην παραλία του κόλπου του Σηκουάνα, στον τομέα από τον όρμο Βέι μέχρι τις εκβολές του ποταμού Ορν, σε μήκος 80 χλμ περίπου και την οργάνωση προγεφυρώματος σε βάθος 15-20 χλμ. Αργότερα οι δυνάμεις που είχαν αποβιβαστεί θα καταλάμβαναν τη χερσόνησο Κοταντέν με το λιμάνι του Χερβούργου και την εικοστή ημέρα της επιχείρησης θα έφταναν στη γραμμή Αβράνς, Ντομφρόν, Φαλέζ. Ημέρα της επιχείρησης ορίστηκε η 6η Ιούνη 1944 που πήρε και την κωδική ονομασία «Ημέρα D». Για τηναπόβαση οι Αγγλοαμερικανοί θα χρησιμοποιούσαν 36 μεραρχίες. Δέκα ακόμη μεραρχίες θα χρησιμοποιούνταν για απόβαση στη Νότια Γαλλία και άλλες 40 μεραρχίες θα έμεναν ως εφεδρεία. Επίσης στη διάθεση του Αϊζενχάουερ -που ήταν ο επικεφαλής της επιχείρησης- υπήρχαν 5.049 καταδιωκτικά, 1.467 βαριά βομβαρδιστικά, 1.645 μεσαία και ελαφρά βομβαρδιστικά, 2.316 μεταγωγικά αεροπλάνα και 2.591 ανεμοπλάνα. Τέλος, για την εισβολή είχαν συγκεντρωθεί οι στόλοι -πολεμικοί και εμπορικοί- της Αγγλίας, των ΗΠΑ, του Καναδά, της Ολλανδίας, της Νορβηγίας, της Πολωνίας, της Γαλλίας και της Ελλάδας, συνολικά 6.483 πλοία.
Απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις οι Γερμανοί είχαν συντριπτικό μειονέκτημα. Συνολικά στη Δυτική Ευρώπη είχαν 60 μεραρχίες αφού ο κύριος όγκος των δυνάμεών τους βρισκόταν στην Ανατολική Ευρώπη και πολεμούσε κατά του Κόκκινου Στρατού. Στη Νορμανδία, δηλαδή στην περιοχή που έγινε ηαπόβαση, βρίσκονταν 9 μεραρχίες πεζικού και μία μεραρχία αρμάτων μάχης. Επιπλέον οι γερμανικές δυνάμεις στη Δυτική Ευρώπη αποτελούνταν κατά 70% από άνδρες παλαιών υλικών, το πολεμικό υλικό τους ήταν εξαιρετικά περιορισμένο και στο σημείο της απόβασης στην αρχή υπήρχαν 300 και αργότερα 600 γερμανικά αεροπλάνα. Το πόσο τραγική ήταν η κατάσταση των Γερμανών προκύπτει αβίαστα από τα όσα είπε ο επικεφαλής των στρατιωτικών τους δυνάμεων στη Δυτική Ευρώπη, στρατάρχης Ρούντστετ, στον Λίντελ Χαρτ: «Είχον να καλύψω μιαν γραμμήν ακτών πλέον των 3.000 μιλίων από τα ιταλικά σύνορα εις τον νότον μέχρι των γερμανικών συνόρων εις τον βορράν και μόνον 60 μεραρχίας, με τας οποίας να την υπερασπισθώ. Αι πλείσται εξ αυτών ήσαν χαμηλής αξίας μεραρχίαι, τινές δε απλοί σκελετοί».
Σε τέτοιες συνθήκες πραγματοποιήθηκε η απόβαση στη Νορμανδία και θα ήταν απίθανο να μη στεφθεί με επιτυχία. Χρειάστηκε όμως ως τις 24 Ιούλη για να ολοκληρωθεί. Την ίδια στιγμή τα γερμανικά στρατεύματα έδιναν τιτάνιο αγώνα στο ανατολικό μέτωπο για να εμποδίσουν την προέλαση του Κόκκινου Στρατού Κάθε λεπτό του πολέμου στο μέτωπο αυτό υπήρχαν κατά μέσο όρο 9 νεκροί, κάθε ώρα 507 και κάθε μέρα 1.400. Ετσι φτάσαμε στον απολογισμό οι δύο στους πέντε νεκρούς του πολέμου να είναι Σοβιετικοί πολίτες, με τελικό αποτέλεσμα η ΕΣΣΔ να έχει πληρώσει τον πόλεμο με το φοβερό αριθμό των 20.000.000 και πάνω νεκρών.