Του Αλέκου Χατζηκώστα *Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ δεν είναι μία αντιπολιτευόμενη εφημερίδα. Στηρίζει από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας της το καπιταλιστικό σύστημα, δεν παύει όμως να κάνει αναλύσεις που «πατάνε» στην πραγματικότητα και δημιουργούν προβληματισμούς. Διαβάζουμε λοιπόν στο άρθρο με τίτλο « «Πληθωρισμός κερδών» (3/5- Κ. Καλλίτσης) τα ... Περισσότερα
"Τα τρυκ": Ενα διήγημα με αφορμή το δημοψήφισμα
Τελευταία ενημέρωση από Η Άλλη Άποψη
του Αλέκου Χατζηκωστα
Τι μέρες και κείνες. Η δικτατορία είχε πέσει. Όμως παντού έριχνε ακόμη βαριά τη σκιά της. Τα «σταγονίδια στο στρατό» υπήρχαν και έκαναν έντονα την παρουσία τους. Οι απαγορεύσεις μπορεί να είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να εκλείπουν, όμως ο κίνδυνος μιας επιστροφής υπήρχε. Το κλείσιμο των φυλακών και των τόπων εξορίας η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, έδωσε μία ανάσα. Τα πολιτικά κόμματα και οι πολυάριθμες οργανώσεις είχαν αρχίσει να λειτουργούν. Και μαζί οι πολιτικές συζητήσεις που φούντωναν σε κάθε γειτονιά, χώρο δουλειάς, καφενείο.
Η έναρξη της σχολικής χρονιάς τον βρήκε σε μία κατάσταση πολιτικής ενεργοποίησης. Τα όσα μεσολάβησαν με την επιστράτευση του πατέρα του (του αυτοκινήτου του για να κυριολεκτούμε) αλλά και οι συζητήσεις στο σπίτι και η συναναστροφή με φοιτητές της γειτονιάς του το καλοκαίρι του 1974, τον βοήθησαν να ενηλικιωθεί πολιτικά. Οι εκλογές του Νοέμβρη και ο πρώτος γιορτασμός του Πολυτεχνείου τον ωρίμασαν παραπέρα.
Η συμμετοχή του στις εκλογές με το ψηφοδέλτιο της «Ενωμένης Αριστεράς» ήταν το βάπτισμα του πυρός. Συμμετείχε με χίλιες προφυλάξεις στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση. Πέταξε ψηφοδέλτια στις αυλές γειτονιών μακριά από τη δική του. Στο σχολείο οι πολιτικές συζητήσεις σε κάθε διάλειμμα έδιναν και έπαιρναν υπό το βλέμμα των καθηγητών που αρκετοί από αυτούς είχαν πρωτοστατήσει στη χούντα και στην προσπάθεια της να εμφυσήσει τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη στη νεολαία. Αργότερα στις αρχές του ’80 μάλιστα, ορισμένοι από αυτούς εμφανίστηκαν και ως «αντιστασιακοί» και όσοι από εμάς θυμόταν το παρελθόν τους, μας «αποστόμωναν» λέγοντας ότι «ήμασταν υπάλληλοι τι να κάναμε»…
Η συμμετοχή του στις εκλογές, παρά τα μέτρα προφύλαξης, δεν έμεινε άγνωστη σ’αυτούς που είχαν τάξει τον εαυτό τους «να φυλάττουν τα ιδεώδη της φυλής». Οι παρατηρήσεις του πατέρα του έντονες. «Πρόσεχε τις παρέες σου» του είπε. «Ο χωροφύλακας της γειτονιάς μου έστειλε τα μαντάτα «να προσέξω τον γιομου. Να κοιτά τα μαθήματα του και να αφήσει τα πολιτικά». Ο δε γυμνασιάρχης τις μέρες εκείνες καλώντας τον με το πρόσχημα ότι «αυθαδίασε σε καθηγητή του» του το είπε ωμά: «Παιδί μου μπορεί να είσαι άριστος μαθητής και γόνος καλής οικογένειας. Αυτό σε σώζει και δεν προχωρώ στην αποβολή σου».
Νιώθοντας πλέον «μπαρουτοκαπνισμένος» χάρηκε για την πραγματοποίηση του δημοψηφίσματος. Επιτέλους ο λαός θα μπορούσε μέσω ενός δημοψηφίσματος να απαλλαγεί από την μισητή Βασιλεία.
Η επιτροπή αντιβασιλικού αγώνα, στήθηκε γρήγορα. Συμμετείχαν επώνυμοι κάτοικοι της πόλης από όλο το τότε πολιτικό φάσμα. Οι φοιτητές ανέλαβαν την οργάνωση της δραστηριότητας των μαθητών. Άρχισε να πηγαίνει καθημερινά στο γραφείο της επιτροπής αλλά και στον τοπικό φοιτητικό σύλλογο. Μακριά μαλλιά, τσιγάρα, έντονες πολιτικές συζητήσεις για το μέλλον της επανάστασης στην Ελλάδα, αλλά και ετοιμασία των υλικών για το δημοψήφισμα. Ακόμη θυμάται τη φασαρία αλλά και το ξύλο που έφαγε από τη μητέρα του όταν στο υφασμάτινο παντελόνι του βρήκε σημάδι από κόκκινη μπογιά…
Όσο πλησίαζε το δημοψήφισμα του Δεκέμβρη, τόσο και περισσότερο έλειπε από το σπίτι ξεφουρνίζοντας κάθε φόρα τα πιο απίθανα ψέματα. Όμως ο πατέρας του επέμενε στις συνήθειες του. Η εξώπορτα έκλεινε στις 9μ.μ τις καθημερινές και στις 10 τα Σάββατα. Και άντε μετά να ψήσεις τη μητέρα ν’ ανοίξει ή την αδελφή να σε βάλει κρυφά από το παράθυρο.
Ο μπαρμπα Μήτσος ο παλαίμαχος αγωνιστής ήταν αμετάπειστος: «θα τους πιάσουμε στα πράσα. Ακριβώς στις 10 την Παρασκευή προπαραμονή του δημοψηφίσματος, θα γίνει η δουλειά από τη μεγαλύτερη πολυκατοικία στο κέντρο της πόλης. Θα είστε υπεύθυνοι οι δύο σας. Να μην το μάθει κανένας. Πρόκειται για σοβαρή εμπιστευτική αποστολή»
Τα στήθη του φούσκωσαν με περηφάνια. Να λοιπόν που παρά το νεαρό της ηλικίας, του ανέθεταν πλέον και εμπιστευτικές αποστολές. Όλα πια είχαν πια κανονιστεί. Οι γονείς του είχαν πειστεί ότι ήταν σε φιλικό αγώνα –προπόνηση με ομάδα της Θεσσαλονίκης και έτσι θα γυρνούσε γύρω στις 10. Ένας από τους ενοίκους της πολυκατοικίας είχε πειστεί να αφήσει εκείνη την ώρα τυχαία ανοικτή την εξώπορτα. ..
Να λοιπόν πως η μεγάλη μέρα είχε έλθει. Ο αθλητικός του σάκος είχε γεμίσει με εκείνα τα περίφημα τρυκ που έδειχναν ένα πιτσιρίκο να κάνει την ανάγκη του σ’ένα στέμμα. Ανέβηκαν γύρω στις δέκα σαν τους κλέφτες στην ταράτσα της πολυκατοικίας. Έλα όμως που το περιπολικό δεν έλεγε να φύγει από κάτω.Η ώρα πήγε 11 μαζί και με τη καρδιά του που χτυπούσε δυνατά βλέποντας ότι είχε ξεπεράσει το όριο της αδείας του από το σπίτι. Επιτέλους το περιπολικό έφυγε. Με γρήγορη κίνηση άδειασαν το περιεχόμενο του σάκου. Τα τρυκ αφού χόρεψαν το δικό τους χορό, σαν χιονονιφάδες παρασυρμένα από τον χειμωνιάτικο αέρα ,διασκορπίστηκαν στον κεντρικό δρόμο. Η επιτυχία ήταν απόλυτη. Την άλλη μέρα είχε γίνει αντικείμενο συζήτησης από πολλούς. Ας πάει στο διάβολο το ξύλο που έφαγε από τον πατέρα του. Ήταν ήσυχος, γιατί έκανε το καθήκον του…
(Δημοσιεύτηκε στην «ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ» και είναι εμπνευσμένο από το δημοψήφισμα του 1974)