Δευτέρα, 17 Αυγ, 2026

  • "Εφυγε" ο Παντελής Ζωγράφου
  • Όλοι στη μάχη για το πανελλαδικό συλλαλητήριο στη ΔΕΘ στις 5 Σεπτέμβρη
  • Φοιτητική στέγη εμπόρευμα και οικογένειες σε απόγνωση
  • Η Τουρκία ανακήρυξε «Εθνικά Θαλάσσια Πάρκα» σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο στο φόντο των ιμπεριαλιστικών διευθετήσεων στην περιοχή
  • ΚΚΕ: Τεράστιες οι ευθύνες του επιτελικά ανίκανου κράτους να προστατεύσει την ανθρώπινη ζωή και το φυσικό πλούτο που τα θεωρεί «κόστος»
  • Νέοι κρίκοι εμπλοκής από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή
"Εφυγε" ο Παντελής Ζωγράφου1 Όλοι στη μάχη για το πανελλαδικό συλλαλητήριο στη ΔΕΘ στις 5 Σεπτέμβρη2 Φοιτητική στέγη εμπόρευμα και οικογένειες σε απόγνωση3 Η Τουρκία ανακήρυξε «Εθνικά Θαλάσσια Πάρκα» σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο στο φόντο των ιμπεριαλιστικών διευθετήσεων στην περιοχή4 ΚΚΕ: Τεράστιες οι ευθύνες του επιτελικά ανίκανου κράτους να προστατεύσει την ανθρώπινη ζωή και το φυσικό πλούτο που τα θεωρεί «κόστος»5 Νέοι κρίκοι εμπλοκής από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή6

Το Σχόλιο της Ημέρας

Δύσκολα

Δύσκολα

Δύσκολες ώρες για τον ...μεγαλύτερο και ισχυρότερο στρατό του κόσμου. Ο διοικητής των αμερικάνικων δυνάμεων που επιχειρούν στον Κόλπο γράφει τη μια έκθεση μετά την άλλη για τις αεροπορικές και πυραυλικές επιθέσεις σε βάρος του Ιράν που δεν μπορούν να προκαλέσουν άλλη καταστροφή, ούτε να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση. Οπότε, δεν έχει νόημα ... Περισσότερα

Εκδήλωση στη Καλλιθέα της Βέροιας για την Γενοκτονία των Ποντίων

Τελευταία ενημέρωση από Η Άλλη Άποψη
Εκδήλωση στη Καλλιθέα της Βέροιας για την Γενοκτονία των Ποντίων

Παρουσία πλήθους κόσμου (μεταξύ αυτών και η δήμαρχος Βέροιας Χαρούλα Ουσουλτζόγλου) πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 19/5 στην αίθουσα του πάντα δραστήριου πολιτιστικού συλλόγους «ΜΑΣ Η ΚΑΛΛΙΘΕΑ» εκδήλωση αφιερωμένη στην Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού. Τους παρευρισκόμενους καλωσόρισε ο πρόεδρος του συλλόγου Κώστας Τοπαλίδης, ενώ ομιλητής ήταν ο Δημήτρης Καρασάββας δημοσιογράφος-ιστορικός ερευνητής που ανέπτυξε το θέμα «Η πνευματική ζωή στον Πόντο» Παρακάτω παραθέτουμε ολόκληρη την εισήγηση του.

 

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

 

Εισαγωγικά

Συνηθίζεται, κάθε χρόνο αυτή την περίοδο, να αναφερόμαστε στην τραγωδία που έπληξε τον Ποντιακό Ελληνισμό, εστιάζοντας την ιστορική μνήμη στα αιματηρά και αποτρόπαια εγκλήματα που την συνοδεύουν. Όμως, το έγκλημα, ούτως ή άλλως καταγραμμένο στην συλλογική μνήμη, επιδρά ανασταλτικά στην γενική εικόνα ενός Ελληνικού Κόσμου που στην οργανωμένη ζωή του άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της προοδευτικής παρουσίας του. Αν αναφερόμαστε, ορθά, σε Αλησμόνητες Πατρίδες, αυτό συμβαίνει για να επισημανθεί η άδικη και βίαιη διακοπή της Ζωής, όχι μόνο ως καθημερινότητα, όσο ως πολιτισμική δράση, με όλα όσα αυτή συνοδεύει και επιδρά καθοριστικά στην Εθνική Συνείδηση του Ελληνισμού της Διασποράς. Ειδικότερα και επικεντρώνοντας στον Ποντιακό Ελληνισμό, οι αναφορές, ποικίλες και εξόχως ενδιαφέρουσες, εύκολα μας οδηγούν σε συμπεράσματα που αναδεικνύουν έναν Πολιτισμό που επιδρά εμφανώς στην καθημερινότητα ενός πληθυσμού που ζει επί αιώνες από την Σινώπη έως το Βατούμ και την ενδοχώρα τους, που τον χαρακτηρίζει το ομόαιμον, το ομόγλωσσον και το ομόθρησκον, και που στο ιστορικό γίγνεσθαι κατείχε, μέχρι τον ξεριζωμό του, την όμορφη Χώρα του Πόντου. Σ’ αυτήν την Χώρα λοιπόν, μαζί με τους Ανθρώπους ευτύχησε κι ο Πολιτισμός.

 

Από την Γενοκτονία στην Έξοδο

Πριν αναφερθούμε στην Πνευματική και Πολιτιστική Κίνηση του Ελληνικού Πόντου είναι πρέπον να μνημονεύσουμε τον τραγικό ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου. Είναι γνωστά πλέον όλα τα στοιχεία της τραγωδίας που έπληξε τον Ποντιακό Ελληνισμό, μέσα από την ιστορική έρευνα και την ογκώδη βιβλιογραφία που την συνοδεύει. Όπως είναι γνωστή και η συνεισφορά στο θέμα, του δικού μας Καθηγητή Κωνσταντίνου Εμμ. Φωτιάδη. Η έστω επιφανειακή αναφορά στο τραγικό τέλος κρίνεται αναγκαία, ώστε να επισημανθεί η βίαιη διακοπή της ζωής γενικά στον Πόντο.

Από τα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. τα Βαλκάνια σαρώνονται από ένα εθνικιστικό παροξυσμό, που αναπόφευκτα οδηγεί στην ενοχοποίηση κάθε μειονότητας. Στον Πόντο, η πολιτική των Νεοτούρκων για τον πλήρη εκτουρκισμό του μεταοθωμανικού κράτους ήρθε αντιμέτωπη με την παρουσία του ελληνικού στοιχείου που ζούσε για αιώνες στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Βεβαίως, οι Νεότουρκοι ακολούθησαν από την αρχή πολιτική εθνοκάθαρσης που έλαβε διαστάσεις γενοκτονίας. Όμως η πολιτική εκδίωξης και αφανισμού του Ποντιακού Ελληνισμού ξεκίνησε ήδη από τις αρχές του 20ου αι. και εκτυλίχθηκε σε τρεις φάσεις, αρχικά το 1908-1914 και το 1915-1918, από τους Νεότουρκους, που έφτασε στο αποκορύφωμά της το 1919-1923, εποχή της μικρασιατικής περιπέτειας που κατέληξε σε καταστροφή, από τους Κεμαλικούς.

Αυτή η πολιτική, όπως ήταν επόμενο έφερε τα καραβάνια των εξαθλιωμένων Ελλήνων του Πόντου, που κατά κύματα έφταναν άλλοι στην ηπειρωτική Ελλάδα κι άλλοι στην τσαρική, αρχικά, ή αργότερα την κομμουνιστική Ρωσία. Άλλοι πάλι, εντάχθηκαν υποχρεωτικά στα «αμελέ ταμπουρού», τα φρικτά «τάγματα εργασίας», όπου και βρήκαν τον θάνατο σε μία βασανιστική και επιθανάτια πορεία. Η αντίδραση των Ελληνοχριστιανών Ποντίων, στην πολιτική αφανισμού τους ήταν να οργανώσουν αντάρτικο για να αμυνθούν. Περί τις 20.000 Ποντίων κατέφυγαν στα ορεινά σχηματίζοντας αντάρτικες ομάδες για να αντιμετωπίσουν τις διώξεις και τον αφανισμό. Όμως, οι δυσμενείς εξελίξεις στο μικρασιατικό μέτωπο, και παρά την δική τους ηρωική αντίσταση, σημάδεψαν την μοίρα τους και ανέτρεψαν πλήρως την φυσιογνωμία της περιοχής. Η κατάρρευση του μετώπου οδήγησε στην οριστική απαγκίστρωση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου, από τις προγονικές εστίες τους.

Έτσι, κοντά στα λάθη τακτικής και στρατηγικής εκ μέρους της ελληνικής πλευράς, πρέπει να σημειώσουμε και την ανάλγητη πολιτική ορισμένων Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, που προκειμένου να προωθήσουν τα δικά τους στρατηγικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα στην Εγγύς Ανατολή, σιώπησαν ή και υπέθαλψαν ακόμη και τις στυγνές επιδιώξεις και τα εγκλήματα των Νεοτούρκων. Η μοίρα, λοιπόν, των Ελλήνων του Πόντου είχε προδιαγραφεί, επιταχύνθηκε και επισφραγίστηκε με την Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Από τα 2.000.000 Έλληνες του μικρασιατικού χώρου, 1.280.000 κατέφυγαν στην Ελλάδα, ενώ οι υπόλοιποι είτε βρήκαν μαρτυρικό θάνατο, είτε κατέφυγαν στην κομμουνιστική Ρωσία, ή και ανεξακρίβωτος αριθμός τους παρέμεινε στην περιοχή, αφού ασπάστηκε τον μουσουλμανισμό, για λόγους επιβίωσης κι από τους οποίους θα εμφανιστεί τα κατοπινά χρόνια το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών[1].

Η επί αιώνες συνεχής ελληνική παρουσία στον Πόντο, που άρχισε με την Αργοναυτική Εκστρατεία, τερματίστηκε βίαια. Εκείνοι που διώχτηκαν άφησαν πίσω τους πολλά και ανεκτίμητα, κράτησαν όμως την Μνήμη, που ως άσβηστος πυρσός ή και καντήλι, εξακολουθεί να φωτίζει στα όνειρά τους την όμορφη Χώρα του Πόντου.

 

Η Πνευματική και Πολιτιστική Ανάπτυξη στον Πόντο

Πρέπει να διευκρινιστεί όμως, τι εννοούμε όταν σημειώνουμε ότι, η ζωή διακόπηκε βίαια στον Πόντο. Πως προσδιορίζεται η ζωή και ποια στοιχεία την χαρακτηρίζουν; Είναι ζωή μόνον η ποικιλόμορφη καθημερινότητα, ανάμεσα στις συμπληγάδες των οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων ή είναι και τα δομικά στοιχεία που καθορίζουν μία κοινωνία ως ξεχωριστό κόσμο; Και σ’ αυτά τα δομικά στοιχεία δεν πρέπει να συμπεριλάβουμε την γλώσσα, τα ήθη και έθιμα, την οικιστική και αρχιτεκτονική οργάνωση, τις ενδυματολογικές και διατροφικές συνήθειες, τον δημόσιο και ιδιωτικό βίο, την παιδεία, την κοινοτική και κοινωνική οργάνωση, τον τύπο, τα εικαστικά και φιλολογικά, και τόσα άλλα πάμπολλα που ανάμεσα στα άλλα σηματοδοτούν ενισχυτικά την γενικότερη ανάπτυξη μιας κοινωνίας και ειδικότερα το πνευματικό επίπεδο και την πολιτιστική ταυτότητά της; Εστιάζοντας στον Πόντο, στα πλαίσια αυτής της ομιλίας, θα αναφερθούμε επιλεκτικά στα θέματα της γλώσσας, της παιδείας, της πνευματικής κίνησης και τον ενισχυτικό ρόλο των εντύπων, για να γίνει κατανοητό πώς και πόσο η πνευματική και εν γένει πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου επηρέασε τον τρόπο σκέψης και ζωής των ανθρώπων.

*Η Ποντιακή Διάλεκτος. Η γλωσσική μορφή που χρησιμοποιούσαν οι ελληνικής καταγωγής κάτοικοι των Νότιων παραλίων του Εύξεινου Πόντου υπήρξε αντικείμενο  ενδελεχούς έρευνας και συνοδεύεται από ογκώδη βιβλιογραφία. Από τον 8ο αι. π.Χ., με τους πρώτους Ίωνες αποίκους, μέχρι και τον 12ο αι. μ.Χ., οι κάτοικοι του Πόντου, αφού πέρασαν από διάφορες ιστορικές φάσεις, δεν έχασαν ποτέ την ελληνική συνείδηση και γλώσσα τους. Μάλιστα, η γλωσσική ιδιαιτερότητα τους, εντοπίζεται στην πληθώρα των δημοτικών τραγουδιών, ήδη από τον 6ο αι. μ.Χ., στην βυζαντινή εποχή. Τα δε αρχαϊκά στοιχεία που διατηρήθηκαν στην ποντιακή διάλεκτο και την συνδέουν με την αρχαία ελληνική κυρίως της ελληνιστικής εποχής, δηλ. τον 3ο με 1ο αι. π.Χ. -, πρέπει να οφείλονται στην γεωγραφική και γλωσσική απομόνωση της περιοχής του Πόντου. Αυτά τα στοιχεία σχετίζονται κυρίως με φωνητικά, μορφολογικά και λεξιλογικά χαρακτηριστικά και συνδέουν την ποντιακή διάλεκτο με την αρχαία ελληνική. Ωστόσο, την ποντιακή την ξεχωρίζουμε και σε τρεις ομάδες, ανάλογα της γεωγραφικής προέλευσης των κατοίκων που την ομιλούν, δηλαδή στο ιδίωμα των δυτικών παραλίων (τα οινονυτιακά), στα ανατολικά (τραπεζουντιακά) και στα νοτιανατολικά (χαλδιώτικα). Παρά τις όποιες όμως τοπικές γλωσσικές ιδιομορφίες, πρέπει να εννοήσουμε την ποντιακή ως μία γλώσσα που ομιλείται επί αιώνες στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, σ’ αυτήν την γλώσσα μορφώνονται οι άνθρωποι που τον κατοικούν, και μέσα από αυτήν την γλώσσα άφησαν το πολιτιστικό τους στίγμα. Αυτή η γλώσσα παραμένει και στις μέρες μας ζωντανή, μέσα από τις αφηγήσεις των προσφύγων, στοιχείο καθοριστικό και ενισχυτικό της μνήμης που δεν επιτρέπει να ξεχαστεί η Αγαπημένη Πατρίδα τους[2].

*Τα Σχολεία. Αν και τα στοιχεία, για τους πρώτους δυόμιση αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας, είναι ελλιπή, ώστε να μιλήσουμε για οργανωμένη σχολική παιδεία στον Πόντο, είναι βέβαιο ότι στις Μονές Σουμελά, Περιστερεώτα και Βαζελώνα, λειτουργούσαν κάποια σχολεία. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουμε από την ύπαρξη πλούσιων τεκμηρίων στις βιβλιοθήκες τους, από χειρόγραφα αντίγραφα έργων και κώδικες, που ήταν γνωστοί μέχρι τους νεώτερους χρόνους. Εξάλλου η ύπαρξη μεγάλου αριθμού λογίων ή μορφωμένων, ανάμεσα στους κληρικούς και λαϊκούς, ενισχύει τα παραπάνω.

Από τα τέλη όμως του 17ου αι. η προγραμματισμένη και οργανωμένη σχολική παιδεία κάνει την εμφάνισή της στον Πόντο. Αρχικά το 1682, όταν ο Σεβαστός Κυμινήτης ίδρυσε το σχολείο του στην Τραπεζούντα, που αργότερα έγινε ονομαστό ως «Φροντιστήριον», και στην συνέχεια, το 1722 με πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου Χαλδίας Ιγνατίου Α’ ιδρύεται σχολείο στην Αργυρούπολη. Την περίοδο 1820-1860, παρατηρείται μία συνεχής ακμή και άνοδος της σχολικής παιδείας, τόσο στον αριθμό των μαθητών, τάξεων και δασκάλων, όσο και στο επίπεδο των παρεχόμενων γνώσεων. Οι λόγοι που συνέβαλαν σ’ αυτήν την θετική εξέλιξη είναι, αφενός η ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830), που παρά την μεγάλη οικονομική αδυναμία του, ενίσχυε με έμμεσους τρόπους τους υπόλοιπους υπόδουλους Έλληνες, στον οικονομικό, κοινωνικό και ιδιαίτερα εκπαιδευτικό τομέα, κι αφετέρου οι μεταρρυθμίσεις που υποχρεώθηκε να κάνει η Οθωμανική Αυτοκρατορία, στη νομοθεσία και τη διοίκησή της, με τα γνωστά Χάτι Σερίφ (1839) και Χάτι Χουμαγιούν (1856), που σε συνάρτηση με τους Εθνικούς Κανονισμούς που εκδόθηκαν από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (1862), έφεραν νέο πνεύμα και δημιούργησαν νέα κατάσταση στα εκκλησιαστικά και κοινοτικά πράγματα των υπόδουλων Ελλήνων.

Ενδεικτικά αναφέρουμε πως η εξέλιξη της σχολικής παιδείας στον Πόντο πέρασε από διάφορα στάδια. Στην αρχή ήταν τα Γραμματοδιδασκαλεία, που ξεκίνησαν δειλά, αθόρυβα, ακόμη και κρυφά, μέσα σε κελιά μοναστηριών, νάρθηκες εκκλησιών, σε σπίτια ή και καλύβες, όπου απλοϊκοί ιερωμένοι και αυτοδίδακτοι λαϊκοί δίδασκαν ανάγνωση και γραφή, συνήθως μέσα από εκκλησιαστικά βιβλία. Αργότερα, αυτά τα σχολεία, όταν πέρασαν στην διαχείριση της οργανωμένης κοινότητας βελτιώθηκαν και μετεξελίχθησαν σε Κοινοτικά Σχολεία και αποτελούσαν τη βάση της  εκπαίδευσης στον Πόντο. Τα απλά ή πλήρη σχολεία σε επίπεδο δημοτικής εκπαίδευσης χρησιμοποιούσαν, σύμφωνα με τις κρατούσες τότε παιδαγωγικές αντιλήψεις αλλά και για λόγους οικονομίας, την αλληλοδιδακτική μέθοδο. Μετά το 1880, εφαρμόστηκε η συνδιδακτική μέθοδος (δηλαδή αντιστοίχηση τάξεων και δασκάλων), κυρίως σε πολυτάξια σχολεία. Τα σχολεία στα χωριά λειτουργούσαν με δύο τάξεις κι ακολουθούσαν εκείνα με τέσσερις. Όσοι αποφοιτούσαν από το τετραετές δημοτικό σχολείο μπορούσαν να συνεχίσουν στο «ελληνικό» σχολείο ή Σχολαρχείο, με τρεις τάξεις σε ισάριθμα χρόνια φοίτησης. Ένας άλλος τύπος σχολείου, ήταν το Αστικό, το οποίο λειτουργούσε με τέσσερις τάξεις του δημοτικού ενωμένες με δύο ή τρεις τάξεις του «ελληνικού», και υπήρξε πραγματικό φυτώριο εγγράμματων ανθρώπων, που άσκησαν πρακτικά επαγγέλματα ή στελέχωσαν την κοινοτική και εκκλησιαστική διοίκηση της περιοχής τους. Στις έδρες των μητροπόλεων, σε κεντρικές ενορίες ή κεφαλοχώρια λειτουργούσε κεντρικό σχολείο που ανάλογα με τον τύπο του ονομαζόταν «Κεντρική Δημοτική Σχολή» ή «Κεντρική Αστική Σχολή» ή απλά «Κεντρική Σχολή». Σε όποιες πόλεις ή και κωμοπόλεις λειτουργούσαν «ελληνικά» ή «αστικά» σχολεία, προσθέτονταν από μία έως τρεις γυμνασιακές τάξεις και μετατρέπονταν σε Ημιγυμνάσια, τα οποία αποτελούσαν την κατώτερη βαθμίδα της Μέσης Εκπαίδευσης, ενώ τα Γυμνάσια την ολοκληρωμένη. Στον δε κύκλο της Ανώτερης Εκπαίδευσης μπορούμε να εντάξουμε το Ιεροδιδασκαλείο Πρασάρεως, κοντά στην Κερασούντα (1909-1914), και να αναφέρουμε δύο κατώτερες Ιερατικές Σχολές, βραχύβιας λειτουργίας, της Κάβζας (1910) και της Τοκάτης (1914).

Για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα της εξέλιξης της σχολικής παιδείας στον Πόντο, αναφέρουμε ότι, γύρω στα 1865 σε όλη την γεωγραφική του περιφέρεια, λειτουργούν 100 σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και 15 «ελληνικά», με κύριο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου την επέκταση της εκπαίδευσης στην γυναικεία μόρφωση, κι αφού ήδη έχει ιδρυθεί (1846) το φημισμένο Παρθεναγωγείο της Τραπεζούντας. Όμως, λίγο πριν το 1914, σε όλη την περιοχή του Πόντου, και σε πληθυσμό π. 700.000 κατοίκων ελληνοχριστιανικής ταυτότητας, λειτουργούσαν 2 ολοκληρωμένα Γυμνάσια, 9 Ημιγυμνάσια, 1047 «ελληνικά» (Σχολαρχεία), Αστικά και Δημοτικά Σχολεία, στα οποία φοιτούσαν 75.953 μαθητές και μαθήτριες, και δίδασκαν 1236 Καθηγητές, Δάσκαλοι και Δασκάλες[3].

*Η Πνευματική Κίνηση. Ήδη από την εποχή των Κομνηνών, στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ο Πόντος διακρίθηκε για τους Λόγιους, τους Συγγραφείς και τους Επιστήμονες της εποχής, που διατηρούσαν στενές σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη και καλλιέργησαν την πνευματικότητα της περιοχής. Ξεκινώντας από τον Τραπεζούντιο Νομικό και Θεολόγο Καθηγητή Ιωάννη Ξιφιλίνο, που δίδαξε στη Νομική Σχολή του Μιχαήλ Ψελλού και αργότερα έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ακολουθεί μία λαμπρή σειρά φωστήρων του πνεύματος. Ο Αστρονόμος και Μαθηματικός Γρηγόριος Χιονιάδης που ίδρυσε την Σχολή Αστρονομίας και Μαθηματικών στην Τραπεζούντα και κατέστη σημαντικό κέντρο στις Θετικές Επιστήμες στα βυζαντινά χρόνια. Ο επίσης Αστρονόμος και Μαθηματικός Κωνσταντίνος Λουκίτης (τέλη 13ου – μέσα 14ου αι.). Ο Λόγιος από την Κωνσταντινούπολη Ανδρέας Λιβαδηνός, που μετακινήθηκε στην Τραπεζούντα και συνέγραψε γεωγραφικές και ιστορικές πραγματείες. Ο Ιατρός Γεώργιος Χρυσοκοκκής (14ος αι.) που ασχολήθηκε με την Αστρονομία και την Γεωγραφία. Ο Μιχαήλ Πανάρετος που έγραψε την ιστορία των Μεγάλων Κομνηνών. Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας (1364-1368) Ιωσήφ Λαζαρόπουλος, με πλούσιο ιστορικό, εθνολογικό, γεωγραφικό, τοπογραφικό και θρησκευτικό έργο. Ο Ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος (Πτωχοπρόδρομος). Ο Ιστορικός Θεωνάς που συνέγραψε την Ιστορία της Τραπεζούντας (των ετών 1112-1241). Ο Φιλόσοφος Γεώργιος Αμιρούτζης (τέλη 14ου – αρχές 15ου αι.), που σύμφωνα με μία παράδοση διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Τραπεζούντας στους Οθωμανούς. Ο γνωστός Βησσαρίων (Τραπεζούντα 1403 – Ρώμη 1472), Φιλόσοφος και Θεολόγος (μαθητής στον Μυστρά του φημισμένου Φιλόσοφου Γεωργίου Πλήθωνα-Γεμιστού), που χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Νικαίας, ορίστηκε αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας για την «ένωση» των Εκκλησιών και στην συνέχεια ενστερνίστηκε τον Καθολικισμό και υπήρξε δύο φορές υποψήφιος για τον παπικό θρόνο. Και τέλος, ο Γεώργιος ο Τραπεζούντιος (τέλη 15ου – αρχές 16ου αι.), Φιλόσοφος, Θεολόγος, Αστρονόμος και Ιστορικός, με πλούσιο έργο.

Την περίοδο της Οθωμανοκρατίας, με τους ποικίλους περιορισμούς, τον ρόλο της πνευματικής ανάπτυξης αναλαμβάνουν τα μοναστήρια. Καθοριστική είναι η συμβολή των Μονών Παναγίας Σουμελά, Αγίου Ιωάννου του Βαζελώνα, Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα, Παναγίας Θεοσκεπάστου (όλες στην περιοχή της Τραπεζούντας), και Παναγίας Γουμερά (στην Χαλδία), που αναδείχτηκαν σε πραγματικές πνευματικές εστίες. Με τις βιβλιοθήκες τους, με τα πλούσια τεκμήρια της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας και της Βυζαντινής Πνευματικής Παράδοσης, κράτησαν ζωντανή την φιλομάθεια και την αγάπη προς την γνώση στον Ελληνικό Πόντο. Παράλληλα, το πρόβλημα της γεωγραφικής απομόνωσης και γειτνίασης μόνον με την συντηρητική τσαρική Ρωσία, λύνεται από τους εμπόρους, που κυρίως μέσω των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, γίνονται οι φορείς των Ιδεών του Διαφωτισμού, των Μηνυμάτων της Γαλλικής Επανάστασης, καθώς και της νέας Ευρωπαϊκής Επιστημονικής Σκέψης.

Το «Φροντιστήριον Τραπεζούντος», που ίδρυσε το 1682 ο Δάσκαλος του Γένους Σεβαστός Κυμινήτης, Θεολόγος και Φιλόλογος, παρά την συντηρητικότητά της, προσανατολισμένη στην Φιλοσοφία, την Φιλολογία και την Θεολογία κατέστη πραγματικός πνευματικός πυλώνας του Πόντου. Την λαμπρή του παράδοση ακολούθησαν, το «Φροντιστήριον Αργυρουπόλεως», που ίδρυσε το 1723 ο Ιγνάτιος Α. Σκρίβας, και το «Φροντιστήριον Κερασούντος», που άρχισε να λειτουργεί το 1865. Αξίζει να σημειωθεί η λειτουργία Παρθεναγωγείων, όπως στην Τραπεζούντα (1846), την Αργυρούπολη (1873) και την Κερασούντα (1870), όπου τα κορίτσια με την εγκύκλιο μόρφωση που αποκτούσαν αναλάμβαναν σταδιακά έναν νέο ρόλο στην ποντιακή κοινωνία. Επίσης, υπήρχαν και ιδιωτικά σχολεία, που χρηματοδοτήθηκαν από δωρεές ομογενών του εξωτερικού ή τοπικών πλουσίων, καθώς και μεικτά, από κοινοτικές και ιδιωτικές εισφορές, όπως η «Ψωμιάδειος Σχολή» στα Κοτύωρα, ή ακόμη τα σχολεία των Αδελφοτήτων, όπως των Κρωμναίων της Τραπεζούντας. Βαρύνουσας σημασίας ήταν και τα ιδρύματα των ξένων ιεραποστολών, όπως το αμερικανικό «Κολλέγιο Ανατόλια» στην Μερζιφούντα. Έτσι, μέσα από τα εκπαιδευτήρια, πάσης φύσεως, η πνευματική καλλιέργεια θα διευρύνει τους ορίζοντες των ανθρώπων, θα ανυψώσει το βιοτικό τους επίπεδο και θα συμβάλλει αποφασιστικά στην δημιουργία αστικής τάξης στον Πόντο.

Η λειτουργία, για πρώτη φορά, ελληνικού τυπογραφείου στην Τραπεζούντα, το 1880, συνοδεύτηκε από μία πλούσια εκδοτική παραγωγή σε βιβλία, φυλλάδια, εφημερίδες και περιοδικά. Μέσα από τις εκδόσεις της εποχής, φαίνεται ότι, οι μεν λόγιοι έγραφαν στην ελληνική αρχαϊζουσα, οι δε υπόλοιποι στην καθομιλουμένη ποντιακή. Αξιοσημείωτο είναι ότι, το λογοτεχνικό είδος που καλλιεργείται περισσότερο είναι το θέατρο, που γράφεται στην ποντιακή και δημιούργησε μία ξεχωριστή παράδοση. Θεατρικοί Συγγραφείς, που το έργο τους πλούτισε το Ποντιακό Θέατρο (τα έτη 1860-1914), είναι οι : Ι. Βαλαβάνης, Κ.Γ. Κωνσταντινίδης, Ελ. Φοινικόπουλος, Φ.Π. Φιλιππίδης, Γ.Κ. Φωτιάδης, Γ.Χ. Κανονίδης-Τοπχαράς, Στ. Χρ. Παυλίδης, Μ. Λέντης (Μ. Μισαηλίδης)[4].

*Τα Έντυπα. Ξεχωρίζοντας τα καθαρά φιλολογικά έντυπα, το περιοδικό «Εύξεινος Πόντος», που εκδόθηκε το 1880 στην Τραπεζούντα, είναι το πρώτο ελληνικό έντυπο στον Πόντο. Είναι καθαρά φιλολογικό και ακολουθεί την λογική και αισθητική του φημισμένου «Λόγιου Ερμή» (1811). Γράφεται σε αυστηρή καθαρεύουσα και τα ενδιαφέροντά του στρέφονται στην λογοτεχνία, την τοπική λαογραφία και τα εκπαιδευτικά της πόλης. Θα ακολουθήσει ο «Αστήρ του Πόντου», αλλά κι αυτό το περιοδικό θα έχει επίσης βραχύβιο βίο. Την πρώτη δεκαετία του 20ου αι. μία ενθουσιώδης συντροφιά νεαρών Τραπεζούντιων δημιουργεί ένα νέο φιλολογικό περιοδικό, που το ονομάζουν «Επιθεώρησις», και θα έχει επίσης σύντομο βίο. Ανάμεσα στην παρέα των νεαρών ξεχωρίζουν, ο υποψήφιος τότε φοιτητής της Ιατρικής Φίλωνας Κτενίδης, που αργότερα θα εκδώσει στην Ελλάδα την «Ποντιακή Εστία» (το μακροβιότερο ποντιακό έντυπο του ελλαδικού χώρου), και ο Νίκος Καπετανίδης, που θα εκδώσει αργότερα στην Τραπεζούντα, πρώτα την βραχύβια εφημερίδα «Σάλπιγγα» και μετά την «Εποχή», για να περάσει στο πάνθεον των Εθνομαρτύρων μαχόμενος για την υπόθεση της Δημοκρατίας του Πόντου. Τελευταία απόπειρα έκδοσης ελληνικού περιοδικού στην Τραπεζούντα αποτελούν οι «Κομνηνοί», την περίοδο της ρωσικής κατοχής της πόλης (1916-1918), με εκδότη τους τον Μητροπολίτη Χρύσανθο (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών).- Στον δε επαγγελματικό χώρο του Τύπου στον Πόντο, κυκλοφορούσαν (τα έτη 1900-1924), οι Εφημερίδες : «Φάρος της Ανατολής», «Εποχή», «Ηχώ του Πόντου», «Ανεξάρτητος», «Λόγος», «Δράσις», «Ποντικός» και «Σάλπιγξ» (στην Τραπεζούντα), «Άγκυρα», «Διογένης» και «Φως» (στην Σαμψούντα), «Αρητιάς» (Κερασούντα), «Βελζεβούλ» (Ορτού), και «Φωνή» (Σούρμενα).-  Πρέπει να σημειωθεί, ότι, είτε για τα φιλολογικά περιοδικά είτε για τις επαγγελματικές εφημερίδες, η συμβολή τους ήταν καίριας σημασίας στην πολιτιστική ανάπτυξη του Πόντου[5].

 

Επιλογικά

Η Γενοκτονία των Ποντίων έχει αναγνωριστεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο (1994) και η 19η Μαίου έχει καθιερωθεί ως Ημέρα Μνήμης της[6]. Με την ομιλία μας θελήσαμε να επισημάνουμε τι ακριβώς βρίσκεται πίσω από το τραγικό γεγονός για να γίνει αντιληπτή η διακοπή του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των Ποντίων. Συνειδητά επιλέξαμε το θέμα μας το οποίο και παραπέμπει στην λατρεία των Ποντίων για τα Γράμματα. Οι Έλληνες που διώχτηκαν από τον Πόντο, άφησαν πίσω τους καμένα χωριά, καμένα όνειρα, χαμένες ζωές και αλησμόνητες πατρίδες. Όμως, η Ψυχή του Ανθρώπου είναι η Κιβωτός της Παράδοσης, και οι Πόντιοι με το φιλοπρόοδο πνεύμα τους συνέβαλαν στην αναγέννηση της Νέας Ελλάδας. Έτσι, η ποντιακή διάλεκτος, ενενήντα χρόνια μετά την αναγκαστική εκρίζωσή της, εξακολουθεί να επιβιώνει, χάρη στην ηθική αντίσταση των απογόνων των ξεριζωμένων Ποντίων[7]. Το Ιερό Πάθος των Ποντίων για τα Γράμματα, συνεχίζει το ίδιο θεριεμένο στις γενιές των απογόνων τους, που διακρίνονται σε όλους τους τομείς[8]. Ο Ποντιακός Τύπος, με το φιλοπρόοδο πνεύμα του, συμβάλλει στην πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη της Ελλάδας[9]. Και δεν είναι υπερβολή να τονιστεί ότι η εθνική ιδεολογία των Ποντίων, σε συνάρτηση με τον κοσμοπολιτισμό, την μόρφωση, τις γνώσεις και την εργατικότητά τους, γέννησε έναν νέο πολύπλευρο Ελληνικό Πολιτισμό[10].

 

Δ. Ι. ΚΑΡΑΣΑΒΒΑΣ

Ερευνητής

 

*ΠΗΓΗ : Οι Πατρίδες του Ελληνισμού – ΠΟΝΤΟΣ, (τόμοι 4), Εκδ. «National Geographic» - «4π», Αθήνα 2011.

*Εκφωνήθηκε στις 19.05.2014, σε εκδήλωση του Μ.Α.Σ. «Η Καλλιθέα» Βέροιας, για την Γενοκτονία των Ποντίων.

 



[1] Μιχαηλίδης Δ. Ιάκωβος «Γενοκτονία και Έξοδος» στο Οι Πατρίδες του Ελληνισμού – Πόντος (1), Ιστορία και Γεωγραφία, Εκδ. «National Geographic» - «4π», Αθήνα 2011, σ. 92-97.

[2] Χατζησαββίδη Σωφροσύνη, «Η Ποντιακή Διάλεκτος : Η Ιστορία και η Χρήση της στον Ελλαδικό Χώρο Σήμερα», στο Οι Πατρίδες του Ελληνισμού – Πόντος (3), Κοινωνική και Επαγγελματική Ζωή, Εκδ. «National Geographic» - «4π», Αθήνα 2011, σ. 8-18.

[3] Λαζαρίδης, Θεμ. Διαμαντής «Η Ελληνική Σχολική Παιδεία στον Πόντο (1682-1922)», στο Οι Πατρίδες του Ελληνισμού – Πόντος (3), Κοινωνική και Επαγγελματική Ζωή, Εκδ. «National Geographic» - «4π», Αθήνα 2011, σ. 50-58.

[4] Μπουμπουγιατζή Δ. Ευαγγελία, «Πνευματική και Πολιτιστική Ανάπτυξη των Ελλήνων του Ιστορικού Πόντου» στο Οι Πατρίδες του Ελληνισμού – Πόντος (3), Κοινωνική και Πνευματική Ζωή, Εκδ. «National Geographic» - «4π», Αθήνα 2011, σ. 60-70.

[5] Πιπερίδης Δημήτρης, «Ο Τύπος των Ποντίων στον Πόντο, τον Καύκασο και την Ελλάδα», στο Οι Πατρίδες του Ελληνισμού – Πόντος (3), Κοινωνική και Πνευματική Ζωή, Εκδ. «National Geographic» - «4π», Αθήνα 2011, σ. 92-107.

 

[6] Μιχαηλίδης, ό.π., σ. 97.

[7] Χατζησαββίδης, ό.π., σ. 18.

[8] Λαζαρίδης, ό.π., σ. 56.

[9] Πιπερίδης, ό.π., σ. 103-107.

[10] Μπουμπουγιατζή, ό.π., σ. 70.

 

Έχει διαβαστεί 798 φορές

Σχόλια

  • Δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το άρθρο.
 
Παρακαλώ περιμένετε...

Δεν σας επιτρέπεται η υποβολή σχολίων. Παρακαλούμε συνδεθείτε.

Αναζήτηση

Γλυκιά γιασεμιά μου

advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement

Με ένα κλικ στο κανάλι μας στο Yutube!

advertisement

Το βιβλιοχαρτοπωλείο «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ» κοντά σας με υπηρεσία Delivery!

advertisement

Ημερολόγιο

Ποιός είναι online

Έχουμε online 596 επισκέπτες και 0 μέλη.