Του Αλέκου Χατζηκωστα * Το πρόβλημα είναι υπαρκτό και παίρνει διαστάσεις. Η κρίση ψυχικής υγείας στα παιδιά παγκοσμίως επιδεινώνεται και έφθασε σε κρίσιμο σημείο, από την «ανεξέλεγκτη εξάπλωση» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης , σύμφωνα για παράδειγμα με έκθεση της οργάνωσης για τα δικαιώματα των παιδιών «KidsRig... Περισσότερα
Έφη Παυλίδου ιστορικός, συγγραφέας: «Το συγκεκριμένο βιβλίο συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου που αντιμετωπίστηκε «ο εκάστοτε Άλλος» από τους ταγούς του ελληνικού εθνικισμού την περίοδο του Μεσοπολέμου»
από Η Άλλη Άποψη
Τηλεφωνική συνέντευξη στο ΡΑΔΙΟ-ΑΙΧΜΗ και στην εκπομπή
«Λόγια σταράτα» με τον δημοσιογράφο Αλέκο Χατζηκώστα έδωσε η ιστορικός και
συγγραφέας Έφη Παυλίδου την Παρασκευή 26/11.
Η Έφη Παυλίδου είναι πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας
του ΑΠΘ και διδάκτωρ του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης
του ΑΠΘ. Στα ερευνητικά της ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται θέματα
που αφορούν την ιδεολογία του εθνικισμού, τη συγκρότηση των εθνικών
κρατών και τη διαμόρφωση εθνικής ταυτότητας, καθώς και θέματα σχετικά
με την ιστορία της εκπαίδευσης.
Αφορμή της συνέντευξης η πρόσφατη έκδοση του βιβλίου της
«Εκπαίδευση και εθνογλωσσική ενσωμάτωση των ξενόφωνων πληθυσμών στην Ελλάδα την
περίοδο 1912 1940» (εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ)
Παραθέτουμε τις απαντήσεις στα ερωτήματα μας:
Ποιο είναι το
αντικείμενο του βιβλίου σας; Με τι ασχολείται;
Το βιβλίο αυτό, όπως άλλωστε υποδηλώνεται και στον τίτλο
του, είναι μία συγκριτική μελέτη της εκπαιδευτικής πολιτικής που εφάρμοσε το
ελληνικό κράτος την περίοδο του Μεσοπολέμου, απέναντι στους ξενόφωνους
πληθυσμούς των Νέων Χωρών και συγκεκριμένα στους Μουσουλμάνους της Δυτικής
Θράκης, στους σλαβόφωνους της Δυτικής Μακεδονίας, στους ρουμανίζοντες
Κουτσόβλαχους της Ηπείρου και της Μακεδονίας και στους Τσάμηδες της Θεσπρωτίας,
προκειμένου βεβαίως να τους ενσωματώσει ή να τους αφομοιώσει στον εθνικό κορμό.
Ως γνωστό, ο Μεσοπόλεμος είναι μία από τις κατεξοχήν περιόδους εθνογένεσης,
οπότε ο ερευνητικός στόχος ήταν η ανάδειξη αυτής της ιδιαίτερης σχέσης ανάμεσα
στο εκπαιδευτικό σύστημα και στην ιδεολογία του ελληνικού εθνικισμού, κατά την
επιδίωξη του τελευταίου να επιτύχει την πολυπόθητη εθνική ομογενοποίηση.
Τι νέο έχει να
προσφέρει;
Σε ό, τι αφορά το ερευνητικό κενό που καλύπτει το βιβλίο, να
σημειώσω ότι για το ζήτημα των μειονοτήτων γενικά έχουν εκδοθεί διάφορα,
σημαντικά και αξιόλογα έργα. Ωστόσο, το θέμα της εκπαιδευτική πολιτικής του
ελληνικού κράτους απέναντι στις μειονοτικές ομάδες από το 1912 μέχρι το τέλος
του Μεσοπολέμου αποτελούσε είτε μία σύντομη αναφορά στο πλαίσιο μιας ευρύτερης
μελέτης για το μειονοτικό ζήτημα είτε μία λεπτομερή μεν μελέτη αλλά μίας μόνο
μειονότητας ή μίας σύντομης χρονικής περιόδου.Απουσίαζε δηλαδή μία συνολική εργασία για την εκπαιδευτική πολιτική του
ελληνικού κράτους απέναντι στις τέσσερις μειονότητες των Νέων Χωρών για μία
μεγάλη χρονική περίοδο, όπως αυτή από το 1912 έως το 1940. Αυτό το κενό
επιχείρησε να καλύψει το συγκεκριμένο βιβλίο.
Ποιες οι πηγές του;
Η συγκεκριμένη μελέτη, εκτός από την πλούσια βιβλιογραφία,
βασίστηκε σε ένα εξαιρετικά πλούσιο αρχειακό υλικό, ειλημμένο από ποικίλες
πηγές. Ενδεικτικά θα αναφέρω: περιοδικό και ημερήσιο τύπο της περιόδου
1912-1940, νομοθεσία, Γενικά αρχεία του Κράτους, μεταξύ αυτών και τα ΓΑΚ
Ημαθίας, το Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας, το Διπλωματικό και Ιστορικόαρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, το αρχείο του
Υπουργείου Παιδείας, και μάλιστα ένα σημαντικό μέρος αυτού του υλικού ήταν και
αταξινόμητο την εποχή που διεξαγόταν η έρευνα.
Τι σχέση έχει το
περιεχόμενό του με την κατάσταση της εκπαίδευσης στην Ημαθία;
Το ειδικότερο ενδιαφέρον για την περιοχή της Ημαθίας αφορά
ως επί το πλείστον τους ρουμανίζοντες Κουτσόβλαχους της Βέροιας, που
αποτελούσαν μία σημαντική κοινότητα βάσει των βιβλιογραφικών και αρχειακών
δεδομένων. Στο βιβλίο λοιπόν περιλαμβάνονται σχετικές πληροφορίες και στοιχεία.
Ποια η σημασία του
στο σήμερα;
Ο τρόπος αντιμετώπισης του «Άλλου» από την κυρίαρχη εθνική
ομάδα αποτελεί επίκαιρο ζήτημα, δεδομένου του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα που
παίρνει η σύγχρονη κοινωνία, με την αύξηση των μεταναστευτικών και προσφυγικών
ροών. Επίσης, ορισμένες εθνοπολιτισμικές ομάδες που απαντώνται σήμερα στην
ελληνική κοινωνία είναι κατάλοιπα ιστορικών εξελίξεων που συνδέονται άμεσα με
τη διαδικασία εθνογένεσης στον χώρο των Βαλκανίων. Επομένως, το συγκεκριμένο
βιβλίο συμβάλλει, κατά την άποψή μου, στην κατανόηση του τρόπου που
αντιμετωπίστηκε «ο εκάστοτε Άλλος» από τους ταγούς του ελληνικού εθνικισμού,
γεγονός άμεσα συνυφασμένο και με τη διαμόρφωση και παγίωση των βασικών
στοιχείων της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Και βεβαίως αναδεικνύει την
βαρύνουσα αποστολή που καλείται να επιτελέσει ο εκπαιδευτικός μηχανισμός στην
διάδοση ή/ και επιβολή αυτής της εθνικής ταυτότητας.
Και κατέληξε:
«Ευπρόσδεκτες τυχόν παρατηρήσεις και επισημάνσεις που θα
διευκόλυναν την έναρξηενός εποικοδομητικού
διαλόγου και τον περαιτέρω εμπλουτισμό αυτού του εγχειρήματος, καθώς η ιστορική
έρευνα επί του θέματος συνεχίζεται.»