Δύσκολες ώρες για τον ...μεγαλύτερο και ισχυρότερο στρατό του κόσμου. Ο διοικητής των αμερικάνικων δυνάμεων που επιχειρούν στον Κόλπο γράφει τη μια έκθεση μετά την άλλη για τις αεροπορικές και πυραυλικές επιθέσεις σε βάρος του Ιράν που δεν μπορούν να προκαλέσουν άλλη καταστροφή, ούτε να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση. Οπότε, δεν έχει νόημα ... Περισσότερα
Η Αριστερά σήμερα
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
Σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης, τα πολιτικά κόμματα που αυτοπροσδιορίζονται ως Αριστερά, διεκδικούν την οργανική εκπροσώπηση του μπλοκ των λαϊκών-καταπιεσμένων τάξεων. Το κόμμα του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), με βάση και τα αποτελέσματα των διπλών εκλογών του 2012, αλλά και των ευρωεκλογών του 2014, εκπροσωπεί ένα σημαντικό τμήμα-κομμάτι του μπλοκ των καταπιεσμένων τάξεων. Όμως αυτή η εκπροσώπηση και η συνάρθρωση συμφερόντων δεν έχει καταστεί οργανική, στο βαθμό που δεν έχει μετασχηματιστεί σε βασική «συνιστώσα-έκφραση» μίας ευρύτερης κοινωνικής-πολιτικής συμμαχίας η οποία και θα επιδιώξει την «υπέρβαση» της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης προς όφελος των κυριαρχούμενων τάξεων.
Με βάση τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων στη χώρα έχει αλλάξει ο συσχετισμός δύναμης στο εσωτερικό της Αριστεράς. Η κατίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσε τους όρους και τις προϋποθέσεις για την αποκρυστάλλωση μίας «νέας» πολιτικής πραγματικότητας στον χώρο της Αριστεράς, στον βαθμό που το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ μετασχηματίστηκε σε κόμμα-διεκδικητή της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτή η προσίδια και δομική αλλαγή συντελέστηκε κύρια σε βάρος του ΚΚΕ, το οποίο είδε τα εκλογικά του ποσοστά να μειώνονται σημαντικά προς όφελος του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η πολιτική και εκλογική υποχώρηση του ΚΚΕ, έλαβε χώρα σε συνθήκες βαθιάς και οξυμένης οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης, επηρέαζοντας την δυνατότητα του κόμματος να διαμορφώσει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο κοινωνικής και πολιτικής παρέμβασης.
Το ΚΚΕ, αν και εξαρχής είχε «προβλέψει» τις συνέπειες και το «βάθεμα» της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης, αν και έκανε λόγο εξαρχής για μία συστημική κρίση υπερσυσσώρευσης, αν και διείδε, χρόνια πριν την πολιτική, προγραμματική, ιδεολογική σύγκλιση των δύο «παραδοσιακών» κομμάτων εξουσίας (Ν.Δ-ΠΑΣΟΚ), δεν κατάφερε να «δρέψει τους καρπούς» της πολιτικής στάσης και στρατηγικής του. Στο ευρύτερο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που έχει διαμορφώσει η οικονομική-καπιταλιστική κρίση το ΚΚΕ αδυνατεί να προβεί σε μία οργανική σύνθεση της «συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης» με τον «ορίζοντα» ενός ελπιδοφόρου σοσιαλιστικού μέλλοντος.
Ταυτόχρονα, αποφεύγει να προχωρήσει σε μία σαφή ανάλυση της «νέας» κοινωνικής «γεωγραφίας» της χώρας, όπως έχει προκύψει μετά από 6 χρόνια βαθιάς οικονομικής ύφεσης και στασιμότητας. Η ανάλυση των «νέων» ταξικών κοινωνικών συμμαχιών που έχουν προκύψει, ο ταξικός συσχετισμός δύναμης, η ριζική «μετατόπιση» πλούτου προς την πλευρά του άρχοντος συνασπισμού εξουσίας, η ανάδυση ενός ιδιότυπου «αυταρχικού κρατισμού» πρέπει να τεθούν στο αντικείμενο ανάλυσης ενός Κομμουνιστικού κόμματος το οποίο και διεκδικεί την οργανική εκπροσώπηση των συμφερόντων του μπλοκ των καταπιεσμένων τάξεων.
Το ΚΚΕ, προβαίνοντας σε έναν δομικό αναγωγισμό του τύπου ‘’Κομμουνιστικό Κόμμα=Εργατική Τάξη’’ παραβλέπει το εύρος των «νέων» κοινωνικών συμμαχιών που έχουν προκύψει, θεωρώντας απλοϊκά ότι, παρά τα μεγάλα προβλήματα και τις εγγενείς δυσκολίες, το τοπία θα ξεκαθαρίσει, και η εργατική τάξη, έχοντας ως πολιτική πρωτοπορία το Κομμουνιστικό Κόμμα, θα προχωρήσει στην σταδιακή οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
«Καμία κοινωνική τάξη δεν «αναγνωρίζεται» αυτομάτως σε κάποιο κόμμα, και αντίστροφα κανένα κόμμα δεν γεννιέται έχοντας «μια τάξη κολλημένη στην πλάτη του», κατά την έκφραση του Νίκου Πουλαντζά».[1] Η ευφυής διαπίστωση του Νίκου Πουλαντζά, ισχύει στο ακέραιο, ιδιαίτερα σήμερα που το κράτος λειτουργεί ως το οιονεί πολιτικό κόμμα της κυρίαρχης αστικής τάξης. Ο προσίδιος κατακερματισμός της εργατικής τάξης, έχει επηρεάσει την πολιτική τακτική και στρατηγική του ΚΚΕ, το οποίο και υποπίπτει σε «λάθη» που θολώνουν το ταξικό του στίγμα.
Ο βασικός εκπρόσωπος του ανιστυστημικού Ευρωπαϊσμού εν Ελλάδι, υποπίπτει σε αντιφάσεις, όταν η πρώην γενική γραμματέας του κόμματος, Αλέκα Παπαρήγα, είχε δηλώσει σε τηλεοπτική εκπομπή ότι μία έξοδος της χώρας από την Ευρωζώνη δεν αποβεί προς όφελος των εργαζόμενων. Η συγκεκριμένη «εργαλειακή» θεώρηση και αντίληψη της Αλέκας Παπαρήγα, «συσκοτίζει» την ίδια στιγμή τον βαθύτατα ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ΟΝΕ αλλά και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πέρα από τις έωλες διαπιστώσεις των αστών δημοσιολόγων, διαπιστώσεις που εκκινούν από την διαστρέβλωση των θέσεων του ΚΚΕ, η αντίληψη της Αλέκας Παπαρήγα, που γίνεται στο όνομα της υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων, φαίνεται να αγνοεί το προτσές της ιστορικής-κοινωνική κίνησης του κεφαλαίου, βασικές μερίδες του οποίου συμφύονται οργανικά με την επιδίωξη «Ευρωπαϊκής λύσης» του προβλήματος της κρίσης. Το βασικό πρόβλημα του ΚΚΕ συνίσταται στην απροθυμία ανάλυσης της «νέας» και σύνθετης κοινωνικής πραγματικότητας, μία ανάλυση που πρέπει να γίνει με την χρησιμοποίηση του μαρξιστικού επιστημονικού «οπλοστασίου».
Και εδώ προκύπτει μία σημαντική «ευκαιρία» για τα κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, (βλ. ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Η αύξηση της «κοινωνικής» και της συνδικαλιστικής επιρροής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, καταδεικνύει τον ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο που καλείται να διαδραματίσει το κόμμα σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης. Η ώσμωση αντιφασιστικού και εργατικού αγώνα, η αλληλοσυμπλήρωση τους, διαμορφώνουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για την εδραίωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρωτίστως στις συνειδήσεις των εργαζομένων και των πλατιών λαϊκών στρωμάτων.
Η αναγκαιότητα της ανάδυσης του κόμματος «συλλογικού διανοούμενου» συμπίπτει με την δραστηριοποίηση των κομμάτων της Αριστεράς. Η ανάδυση και η πολιτική αποκρυστάλλωση του κόμματος «συλλογικού διανοούμενου» που θα λειτουργεί ως ο οργανωτής των συμφερόντων των πλατιών λαϊκών στρωμάτων, συνδέεται με την εκφορά και την άρθρωση ενός αντιηγεμονικού, βαθύτατα αντικαπιταλιστικού πολιτικού και ιδεολογικού λόγου που θα στρέφεται ενάντια στο άρχον συγκρότημα εξουσίας και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του. Και «οι ΙΜΚ (σ.σ: Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους) λειτουργούν με κυριαρχικό στοιχείο την ιδεολογία».[2] Μία αντιιδεολογία πρέπει να «επικαλύψει» το μπλοκ των κυριαρχούμενων τάξεων και θα συνδέεται με την πρακτική, πολιτική και συνδικαλιστική «δουλειά».
[1] Βλ.σχετικά, Βερναρδάκης Χριστόφορος, ‘’Πολιτικά Κόμματα, Εκλογές & Κομματικό Σύστημα’’. Οι μετασχηματισμοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης, 1990-2010, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2011, σελ. 154.