Του Αλέκου Χατζηκώστα *Ο Στέλιος Καζαντζίδης είχε τραγουδήσει προφητικά: «Το σύστημα είναι ένοχο/Και οι συνθήκες της ζωής/Το σύστημα είναι ένοχο/Μα δεν το δίκασε κανείς»Στις μέρες όπου τα σκάνδαλα και η σχετική συζήτηση έχει ανέβει στα ύψη και δημιουργεί πολιτικές εξελίξεις, χρειάζεται να δούμε κάποια ζητήματα βαθύτερα.Η αιτία τους βρί... Περισσότερα
Ήμαστε 2, ήμαστε 3, είμαστε 1013!
από Η Άλλη Άποψη
«Τη νύχτα ηρωική κινητοποίηση του λαού φωνάξανε ηρωικά και ασώπαστα χωνιά. Και όπου είχε στάξει το αίμα τους και στο ντουβάρι της εκτέλεσης, από ψηλά, κρυφά κρυφά από τους τοίχους, σκεπάστηκαν όλα παντού λουλούδια και γύρω γύρω στεφάνια. Αυτό ήταν των ζωντανών προς τους νεκρούς αγωνιστές το μνημόσυνο… Έτσι γίνηκε η εκτέλεση των 200 ηρώων. Έτσι γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στην Αθήνα το 1944.»
Λίγο πριν την Πρωτομαγιά του 2026, το Σκοπευτήριο της Καισαριανής γέμισε ξανά. Από άκρη σε άκρη. Με ανθρώπους όλων των ηλικιών. Μπαίνοντας στον χώρο, η αίσθηση ήταν άμεση. Κάτι που δεν το είχες ξαναδεί στο Θυσιαστήριο. Χιλιάδες και χιλιάδες κόσμου. Από πολύ νωρίς καταλάβαινες ότι έπρεπε να σταματήσεις κάπου, γιατί σε λίγο δεν θα μπορούσες να κινηθείς. Δεν έλειπε κανείς.
Μια βόλτα μέσα σε αυτό το πλήθος αρκούσε για να το καταλάβεις. Ήταν όλοι εκεί. Ο Κώστας από το σχολείο. Η Μυρτώ από τη σχολή. Ο Πάνος από τη δουλειά. Ο κύριος Γιώργος από τη γειτονιά. Όντας κομμάτια ενός κόσμου που συναντιέται ξανά. Εκείνου του κόσμου που παράγει, που διεκδικεί, που επιμένει. Απέναντι στον κόσμο εκείνων που καρπώνονται, που εκμεταλλεύονται, που επιβάλλουν.
Και χωρίς να μπορείς να το εξηγήσεις, πρόσωπα όλων των ηλικιών είχαν μια κοινή έκφραση. χαμόγελα, τραγούδια, μάτια που έλαμπαν. Μια περίεργη, μια δυνατή συνύπαρξη συγκίνησης και αισιοδοξίας. Ένας παλμός που δύσκολα περιγράφεται με λόγια στο χαρτί, που μπορείς όμως να νιώσεις μόνο όταν βρίσκεσαι σε τέτοιες συγκεντρώσεις των κομμουνιστών…
Όσο η βόλτα προχωρούσε, τίποτα δεν άλλαζε. Μόνο ο κόσμος πλήθαινε. Ήταν παντού. Ακόμη και αργά, μετά τις δέκα και μισή το βράδυ, ο κόσμος συνέχιζε να μπαίνει στο χώρο του Θυσιαστηρίου, να πλησιάζει σιωπηλά το σημείο της εκτέλεσης. Παρέες φοιτητών στέκονταν συγκεντρωμένες γύρω του, ανάμεσα στα κυπαρίσσια, ανάμεσα στα τρία κόκκινα πανιά που υψώνονταν πάνω τους και έγραφαν: ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ.
Όλοι, το Σάββατο, περπατήσαμε πάνω στα ίδια βήματα. Πάνω στα βήματα εκείνων που, 82 χρόνια πριν, περπάτησαν για να σταθούν με υψωμένες τις γροθιές τους μπροστά στον τοίχο της Καισαριανής.
Και φέτος, ήταν ξανά εκεί. Τα πρόσωπά τους ήταν εκεί. Βρίσκοντας οι φωτογραφίες τους για πρώτη φορά το φως της ιστορίας. Πρόσωπα που κοιτούν κατάματα τον φακό τη στιγμή που βαδίζουν προς την εκτέλεση. Για τον αγώνα τους. Για τον αγώνα μας. Για το δίκιο τους. Για το δίκιο μας. Το δίκιο του λαού.
Για να σταθούν. Να μην υποχωρήσουν. Να περάσουν στην ιστορία όρθιοι. ΑΘΑΝΑΤΟΙ.
Είναι δύσκολο να περιγράψεις τι προκαλούν αυτές οι εικόνες. Δεν είναι απλώς συγκίνηση. Είναι κάτι πιο βαθύ, πιο σιωπηλό, πιο βαρύ. Μια συνειδητοποίηση που σε διαπερνά δίχως θόρυβο.
Και μέσα σε αυτή τη νύχτα, μέσα σε αυτό το πλήθος, αυτή η συνειδητοποίηση δεν έμενε στο παρελθόν. Έβρισκε συνέχεια. Όπως ειπώθηκε και στην ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος, οι "200" ήξεραν ότι δεν πεθαίνουν μάταια, ακριβώς γιατί υπήρχαν άλλοι που θα παραλάμβαναν τη σκυτάλη και ο αγώνας τους θα συνεχιζόταν.
Και αυτό δεν ακουγόταν σαν λόγος. Ήταν ήδη μπροστά σου…
Στους ανθρώπους που στέκονταν σιωπηλοί μπροστά στο μνημείο. Στους νέους που γέμιζαν τον χώρο μέχρι αργά. Στα βλέμματα που πήγαιναν από το παρελθόν στο παρόν χωρίς να χάνονται.
Η Καισαριανή το σαββατόβραδο δεν ήταν μόνο τόπος μνήμης. Ήταν τόπος συνέχειας.
Και ίσως, μέσα σε αυτό το πλήθος, να γινόταν ξανά αυτό που είχε γραφτεί κάποτε για εκείνη τη νύχτα του 1944. Ένα μνημόσυνο των ζωντανών προς τους νεκρούς. Μόνο που αυτή τη φορά, οι ζωντανοί δεν ήρθαν μόνο να θυμηθούν.
Ήρθαν για να σταθούν στο κάλεσμα της ιστορίας. Να συνεχίσουν…