«Επιτελικό» ή «αποκεντρωμένο» κράτος; Τεχνοκράτες υπουργοί ή εκλεγμένοι βουλευτές; Αυτά τα κάλπικα διλήμματα κυριαρχούν στην αντιπαράθεση των τελευταίων ημερών, στη σκιά της συγκάλυψης των σκανδάλων για να μείνει στο απυρόβλητο ο πραγματικός ένοχος: Το κράτος του κεφαλαίου, που κάθε λειτουργία του υπηρετεί την πολιτική του κέρδους, με ... Περισσότερα
Το κόμμα «συλλογικός διανοούμενος»
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
Η θεωρητική συζήτηση περί του κόμματος ‘συλλογικού διανοούμενου’ προσφέρει το έναυσμα για μία περαιτέρω θεωρητική εμβάθυνση. Το κόμμα ‘συλλογικός διανοούμενος’ αποτελεί μία «ποιοτική-διανοητική σύλληψη» του σπουδαίου Ιταλού μαρξιστή διανοητή Αντόνιο Γκράμσι. Το κόμμα που επιτελεί λειτουργίες ‘συλλογικού διανοούμενου’ «ιχνογραφεί» το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι, παράγει «ζώσα» ιδεολογία, διακρίνει τις δομικές μετατοπίσεις που συντελούνται στο πεδίο του κοινωνικού, ήτοι στο πεδίο των κοινωνικών τάξεων και των κοινωνικών συμμαχιών. Το κόμμα που επιτελεί τις παραπάνω λειτουργίες εφαρμόζει μία συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική επανακαθορισμού του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, ενώ, την ίδια στιγμή, διαχέει την ιδεολογία του στο εσωτερικό των κοινωνικών τάξεων που εκπροσωπεί.
«Οι ιδέες είναι μεγάλες στο βαθμό που είναι εφαρμόσιμες, δηλαδή στο βαθμό που φωτίζουν μια πραγματική σχέση που ενυπάρχει σε μια κατάσταση, και τη φωτίζουν στο βαθμό που δείχνουν συγκεκριμένα τη διαδικασία των πράξεων, με τις οποίες μια οργανωμένη συλλογική θέληση φέρνει στο φως αυτή τη σχέση, (τη δημιουργεί) ή αφού τη φέρει στο φως, την καταστρέφει, υποκαθιστώντας την».[1]
Η «οργανωμένη συλλογική θέληση» που αποκαλείται πολιτικό κόμμα εντοπίζει τις εγκάρσιες τομές που έχουν προκληθεί στο κοινωνικό «σώμα», διακρίνοντας τις δομικές μετατοπίσεις των κοινωνικών τάξεων και μερίδων. Η λειτουργία ενός πολιτικού κόμματος δεν αρθρώνεται μόνο στο πολιτικό οικοδόμημα, αλλά «διαχέεται» και στο πεδίο του κοινωνικού. Έτσι, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε ότι το πολιτικό κόμμα επιτελεί μία συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτική συναρμογή και συνάρθρωση: ως κρίσιμος «ενδιάμεσος χώρος» μετατοπίζει συγκεκριμένα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα στην πολιτική κονίστρα.
Με άλλα λόγια διατυπωμένο, μετατοπίζει μία κοινωνική τάξη (ή μερίδα) ως δομή-συσσωμάτωση στο «χώρο» της «ζώσας» πολιτικής, εκεί όπου επιτελείται ο μετασχηματισμός των κοινωνικών-ταξικών συμφερόντων σε πολιτική-ιδεολογική αντιπαράθεση και σύγκρουση. Το πολιτικό κόμμα αποτελεί την μορφή του «αντεστραμμένου ειδώλου» του κοινωνικού «είναι», καθότι δύναται να μετατοπίσει και να αποκρυσταλλώσει μία συγκεκριμένη κοινωνική τάξη ως δομή στο πολιτικό οικοδόμημα.
Η κοινωνική εκφορά ενός πολιτικού κόμματος μεταβάλλει και τους όρους της πολιτικής-ιδεολογικής σύγκρουσης. Θα μπορούσαμε να «αναγνώσουμε» διαφορετικά την συσχέτιση πολιτικού κόμματος-κοινωνικής τάξης: σε αυτό το πλαίσιο μία κοινωνική τάξη επιδρά στο πολιτικό επίπεδο λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά «πολιτικού κόμματος». Με αυτόν τον τρόπο η κοινωνική τάξη αποτελεί πολιτική «μορφή» που ενσωματώνει χαρακτηριστικά πολιτικής διάδρασης και δραστηριοποίησης. Σε συνθήκες προσίδιας επιτάχυνσης της κοινωνικής-ταξικής σύγκρουσης, η κοινωνική τάξη (οι κοινωνικές τάξεις) δύναται να «μετεγκατασταθεί» δομικά στο («κρισιακό» για την διευρυμένη αναπαραγωγή της) πολιτικό επίπεδο.
Η Οκτωβριανή επανάσταση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μίας δομικής μετατόπισης και «μετεγκατάστασης» μίας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης (εργατική τάξη) στο «χώρο» του κεντρικού πολιτικού οικοδομήματος, μεταβάλλοντας με ριζικό τρόπο το προτσές της κοινωνικής-ιστορικής κίνησης. Για να επανέλθουμε και στη σπουδαίας σημασίας γκραμσιανή αντίληψη περί κόμματος ‘συλλογικού διανοουμένου’ θα λέγαμε πως το κόμμα που επιτελεί καθήκοντα πλέριου πολιτικού ‘διανοούμενου’ προσλαμβάνει την μορφή και τον τύπο ενός πολιτικού «επόπτη».
Ο πολιτικός «επόπτης» δεν συγκροτείται ως απλή «παρακολουθητική υπόσταση», αλλά νοείται κύρια ως μορφή που «χαρτογραφεί» εκείνες τις κρίσιμες εξελίξεις που επανακαθορίζουν και νοηματοδοτούν το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Ο πολιτικός «επόπτης» εμπνέει και ιεραρχεί κοινωνικές εγκλήσεις και κοινωνικές προτεραιότητες. Παράγει ιδεολογία και πολιτική που διεκδικούν αξιώσεις ηγεμονικής άρθρωσης, ενώ, την ίδια στιγμή, διαχέει την ιδεολογία του στο εσωτερικό της κοινωνικής τάξης (και των κοινωνικών τάξεων) που εκπροσωπεί.
Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι «η έννοια της ηγεμονίας αποκτάει επίσης μιαν άλλη σημασία, που δεν υποδεικνύεται πραγματικά από τον Γκράμσι. Θα δούμε δηλαδή ότι το κεφαλαιοκρατικό Κράτος και τα ειδικά χαρακτηριστικά της πάλης των τάξεων μέσα σ’ έναν κεφαλαιοκρατικό σχηματισμό κάνουν δυνατή τη λειτουργία ενός «συνασπισμού στην εξουσία», αποτελούμενου από πολλές τάξεις ή μερίδες τάξεων πολιτικά κυρίαρχες».[2]
Το κόμμα ‘συλλογικός διανοούμενος’ αρθρώνει και συγκροτεί την δική του «ηγεμονική» κίνηση κύρια προς το μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων, προς το μπλοκ των σημερινών «πενήτων» κοινωνικών τάξεων ώστε με αυτόν τον τρόπο να συγκροτηθεί μια «αντιηγεμονία» της πράξης που θα αμφισβητήσει την προσίδια πράξη του «συνασπισμού στην εξουσία», ήτοι των τάξεων που είναι «πολιτικά κυρίαρχες».
Η ανάλυση του Νίκου Πουλαντζά υποδηλώνει ότι η οικονομική κυριαρχία και ηγεμονία δεν αποτελεί προϋπόθεση πολιτικής κυριαρχίας. Αντιθέτως, η πολιτική κυριαρχία συνίσταται στις κοινωνικές συμμαχίες που συγκροτεί το άρχον συγκρότημα εξουσίας, ακριβώς διότι επιδιώκει την διεύρυνση των όρων αναπαραγωγής και «συγκρότησης» του. Σε αυτό το πλαίσιο, επαναχαράσσει τα όρια του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι εντάσσοντας στο πλαίσιο της κυριαρχίας του τάξεις και μερίδες τάξεων, που εκείνη την στιγμή, τις «συγκροτεί» ως πολιτικά κυρίαρχες τάξεις μέσω της ιδεολογίας του «ενιαίου» των συμφερόντων, της «μακροπρόθεσμης» προοπτικής και της διάχυσης του οφέλους. Η «φαντασιακή» αυτή θέσμιση, λαμβάνει και πραγματικό «επίχρισμα» καθότι απομονώνεται από κρίσιμους κοινωνικούς συμμάχους το εργατικό μπλοκ.
Ο πολιτικός «επόπτης» και ταυτόχρονα συλλογικός διανοούμενος συγκροτείται και ανασυγκροτείται ιδεολογία σε αντίστιξη με την κυρίαρχη ιδεολογία, που, για να μιλήσουμε με σημερινούς όρους, είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, ήτοι του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας. Πέρα και πάνω από όλα απαιτείται η ιδεολογική σκευή και διάρθρωση που θα μετουσιωθούν σε «κρισιακή» κίνηση εκπροσώπησης και συνάρθρωσης κοινωνικών-ταξικών συμφερόντων.
«Τις τάξεις τις εκφράζουν τα κόμματα, τα κόμματα επεξεργάζονται τους πολιτικούς και κυβερνητικούς παράγοντες, τους ηγέτες της ιδιωτικής κοινωνίας και της πολιτικής κοινωνίας. Σ’ αυτές τις εκδηλώσεις και σ’ αυτές τις λειτουργίες πρέπει να υπάρχει μια κάποια σχέση χρήσιμη και γόνιμη. Δεν μπορεί να υπάρξει επεξεργασία των ηγετών εκεί όπου λείπει η θεωρητική δραστηριότητα, εκεί όπου δεν αναζητούνται συστηματικά και δεν μελετούνται οι λόγοι ύπαρξης και ανάπτυξης της εκπροσωπευόμενης τάξης. Έτσι προκύπτει στενότητα των πολιτικών και κυβερνητικών ανθρώπων, αθλιότητα της κοινοβουλευτικής ζωής, ευκολία στη διάλυση των κομμάτων μέσω της διαφθοράς και απορρόφηση των λίγων απαραίτητων ανθρώπων».[3]
Το πολιτικό κόμμα οφείλει να «θωρακίζει» και να «εξελίσσει» κοινωνικά, πολιτικά, και ιδεολογικά την κοινωνική τάξη. Και αυτός είναι ο ρόλος του κόμματος ‘συλλογικού διανοούμενου’, του κόμματος πολιτικού «επόπτη» που χαράσσει προτεραιότητες και στρατηγικές «ποιοτικής» διεύρυνσης των όρων κοινωνικής αναπαραγωγής της «εκπροσωπευόμενης» τάξης.