Του Αλέκου Χατζηκώστα *Ο Στέλιος Καζαντζίδης είχε τραγουδήσει προφητικά: «Το σύστημα είναι ένοχο/Και οι συνθήκες της ζωής/Το σύστημα είναι ένοχο/Μα δεν το δίκασε κανείς»Στις μέρες όπου τα σκάνδαλα και η σχετική συζήτηση έχει ανέβει στα ύψη και δημιουργεί πολιτικές εξελίξεις, χρειάζεται να δούμε κάποια ζητήματα βαθύτερα.Η αιτία τους βρί... Περισσότερα
Μικρό σχόλιο για την κατάσταση στις ΗΠΑ
από Η Άλλη Άποψη
Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφος διδάκτορας ΑΠΘ
«Γιατί ποιος άλλος μπορεί να κυριαρχεί πάνω στους ανθρώπους, αν όχι εκείνος που κυριαρχεί τη συνείδηση τους και που κρατάει στα χέρια το ψωμί τους; (Φιόντορ Ντοστογιέφσκη, ‘Ο Μέγας Ιεροεξεταστής΄).
Η δολοφονία 5 λευκών αστυνομικών στο Ντάλας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής θέτει επί τάπητος το ζήτημα της θανατηφόρας κατασταλτικής βίας, βίας που διαχέεται στο πεδίο του κοινωνικού, που «διευρύνεται» και «υποκειμενοποιείται» στα σώματα έγχρωμων, μεταναστών, λευκών προλετάριων και υπο-προλετάριων. Πραγματικά, η αστυνομική-κατασταλτική βία[1] στις ΗΠΑ λειτουργεί ως ιδιαίτερη ‘μορφή’ «απεδαφικοποίησης», ανάγεται, σε πραγματικό ‘κοινωνικό’ χρόνο, σε «πράξη» θανάτου, συμπυκνώνει τη διάσταση ενός φυλετικού ρατσισμού (και όχι μόνο), σπεύδει να ενσταλάξει στο πεδίο του κοινωνικού, στο πεδίο ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής (κεφαλαιοκρατικού), το δίπολο ιδεολογία-βία. Ο έγχρωμος «δομείται» αρνητικά, φοβικά, ως ταξικός λούμπεν, μη-γειωμένα, (χώρος του είναι ο μη-χώρος), αποτελώντας και το ‘υποκείμενο΄ του ρατσισμού της άλλης πλευράς.
Οι συνεχείς δολοφονίες Αφροαμερικανών παραπέμπουν σε ‘στιγμές’ άρσης της παρουσίας και της φυσικής τους ύπαρξης, και, πέρα από το θάνατο του σώματος και της ύπαρξης είναι ο ‘θάνατος’ των ευρύτερων χαρακτηριστικών και προσλαμβανουσών της ύπαρξης.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ο χώρος’ κατακερματίζεται, αποδομείται σε ζώνες ταξικής-κοινωνικής ισχύος, σε ιδιαίτερα πλέγματα υλικότητας.
Αυτό που αποκαλείται κουλτούρα της βίας είναι η ‘αντεστραμμένη’ κουλτούρα του ιμπεριαλισμού που ανακύπτει και ως εσωτερική κατάσταση-συνθήκη, που «συγκροτείται» ως αισθητή αντικειμενοποίηση (θα γίνει το καλύτερο για την εμπέδωση της ασφάλειας, για τη διασφάλιση του νόμου και της τάξης[2]), που διαμορφώνει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση συγκεκριμένων εσωτερικών & εξωτερικών χαρακτηριστικών: το ‘σοκ και δέος’ του εξωτερικού δύναται να είναι το ‘σοκ και βία’ του εσωτερικού. Η αναγκαιότητα επέκτασης σε νέα εδάφη (ιστορική τάση ‘εδαφικοποίησης’ του ισχυρού και κυρίαρχου ιμπεριαλισμού), συναρθρώνεται με την τάση και την διαμορφούμενη ανάγκη «αποίκησης» του εσωτερικού, του ίδιου ‘χώρου’ προς ταξική εκμετάλλευση-αλλοτρίωση.
Αυτό που ονομάσαμε κουλτούρα του ιμπεριαλισμού, διαπλέκεται με ιστορικές και κυρίαρχες ιδεολογικές πτυχώσεις, ενώ σε αυτό το πλαίσιο η κρατική-κατασταλτική βία αποκτά την «όψη» ενός ιδιαίτερου προτσές που διαβλέπει το κοινωνικό γίγνεσθαι ‘σχεσιακά’. Τα εσωτερικά «θύματα» αυτής της κουλτούρας και παράδοσης ισχύος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού «συναντούν» τα εξωτερικά του «θύματα». Στο εσωτερικό της αμερικάνικης κοινωνίας, διαμέσου της διαδικασίας της προσωποποίησης-συγκεκριμενοποίησης, η κοινωνική τάξη (τάξεις) προς εκμετάλλευση μετασχηματίζονται σε πρόσωπα προς εκμετάλλευση, αλλοτρίωση, θανάτωση.
Και μένουν πίσω οι συνηχήσεις της κατασταλτικής βίας που οδηγεί σε μορφές μίας ιδιότυπης ‘αυτοδικίας’, όπως αυτή του Ντάλας. Το αμερικάνικο κράτος και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του θα μπορούσαν να «φωνάξουν» σαν τον Μέγα Ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκη: «Διορθώσαμε το έργου Σου και το θεμελιώσαμε στο θαύμα στο μυστήριο και στο κύρος».[3]
Στο κύρος μίας εξουσίας που επιβάλλεται προς και έναντι, στο μεγάλο θαύμα της ισχύος, στο μυστήριο της θανάτωσης, που όμως φτάνει να μη θυμίζει μυστήριο.
[1] Για αστυνομικούς και για τμήμα-τμήματα των αστυνομικών σωμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο «εχθρός» δεν είναι βέβαια μόνο ο ‘μαύρος’, είναι ο συγκαιρινός εν δυνάμει: αυτός που δεν συγκλίνει στο κυρίαρχο πρότυπο-υπόδειγμα, αυτός που δεν «παράγει» ιδεολογία ενσωμάτωσης, ταύτισης, αυτός που δύναται να παρεκκλίνει. Ο ρατσισμός και η ίδια η έννοια του ρατσισμού, με αυτόν τον τρόπο προσλαμβάνει τα διφυή χαρακτηριστικά της φυλετικοποίησης-κοινωνικοποίησης: ο έγχρωμος, ο φτωχός, (έννοια που προσδιορίζει μία ταξική ένταξη) έχουν μία «έμφυτη» τάση-ροπή προς το έγκλημα και την παραβατικότητα. Και σε αυτό το σημείο ιδεολογικής και ‘πρακτικής’ τομής, η ιδεολογία μέρους των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους επιδιώκει να μετασχηματιστεί σε έναν ‘φορτισμένο’ λόγο, (ουδέτερο-θετικό),ουσιαστικά περί «έντονου ρεαλισμού»: κάνουμε τη δουλειά μας, πράττουμε το καθήκον μας, δρούμε προληπτικά, σταματούμε τους εν δυνάμει και μη επικίνδυνους ‘ταραξίες’ και ‘κλέφτες’.
[2] Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πως έχουμε να κάνουμε με μία ιδιαίτερη και ιδιότυπη ταύτιση με το σωματικό ‘πράττειν’: είναι τα «ρωμαλέα» και «δυνατά» σώματα των αστυνομικών, λευκών κατά πλειοψηφία, που θα επιβάλλουν και θα διασφαλίσουν την τάξη, την κανονιστική πειθαρχία, θα προτάξουν τη δική τους «ρώμη» προς τους επίφοβους άλλους. Ότι μετράει εκείνη τη στιγμή είναι η περιδίνηση.
[3] Βλέπε σχετικά, Ντοστογιέφσκη Φιόντορ, ‘Ο Μέγας Ιεροεξεταστής’, Μετάφραση από τα Ρωσικά: Αλεξάνδρου Άρης, Πρόλογος: Lawrence D. H., Μετάφραση Προλόγου-Επίμετρο: Μπλάνας Γιώργος, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2014, σελ. 50.