Η κυβέρνηση, η πρεσβεία των ΗΠΑ και τα φερέφωνά τους παρουσιάζουν τη μετατροπή της Ελλάδας σε «ενεργειακό κόμβο» ως παράγοντα σταθερότητας και γεωπολιτικής αναβάθμισης. Η ίδια όμως η Εθνική Στρατηγική Ανθεκτικότητας, που ενέκρινε το ΚΥΣΕΑ την Πέμπτη έρχεται να αναδείξει και την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Στο κεφάλαιο όπου περιγράφε... Περισσότερα
ΔΕΘ: Τα ψίχουλα των εξαγγελιών και ο πραγματικός λογαριασμός για τον λαό
από Η Άλλη Άποψη
Διαρροές για «νέες παρεμβάσεις», εκτιμήσεις για τα «πακέτα», διαβουλεύσεις επί διαβουλεύσεων, αλλά πάνω απ' όλα ξεκαθαρίσματα ότι όλα θα είναι «κοστολογημένα».
Σε αυτήν τη σφαίρα κινείται η κυβερνητική προπαγάνδα ενόψει ΔΕΘ, με πυρήνα το αντιδραστικό αφήγημα ότι «όσο η οικονομία αναπτύσσεται, όσο βελτιώνονται τα δημόσια οικονομικά, τόσο επιστρέφει και "μέρισμα" στον λαό». 'Η όπως έλεγε προχθές ο Μητσοτάκης, η κυβέρνηση θα δημιουργεί πλεονάσματα και όταν «περισσεύει κάτι θα στηρίζει την κοινωνία». Δηλαδή, θα στραγγίζει όλο τον λαό για να «υπεραποδίδει» η οικονομία, ώστε να στηρίζονται οι επενδύσεις και θα πετάνε κανένα ψίχουλο πίσω σε αυτούς που στράγγιξαν περισσότερο.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούγονται τέτοιες διακηρύξεις από το βήμα της ΔΕΘ, καλλιεργώντας προσδοκίες και επιδιώκοντας να προσαρμόζονται οι απαιτήσεις του λαού στις αντοχές της κερδοφορίας του κεφαλαίου.
Η πείρα είναι πλούσια: Εκεί παρουσιάστηκαν τα προηγούμενα χρόνια η «ισχυρή Ελλάδα», η «δίκαιη ανάπτυξη», η «ανάκαμψη για όλους», η «έξοδος από τα μνημόνια», η «νέα εποχή». Κάθε χρόνο αλλάζουν τα συνθήματα. Αυτό που δεν αλλάζει είναι η ουσία της πολιτικής που υπηρετεί την ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου, τις δεσμεύσεις της ΕΕ και πλέον τις ανάγκες της πολεμικής οικονομίας.
Το ασφαλές κριτήριο
Γι' αυτό και το κριτήριο για τον λαό δεν μπορεί να ξεκινά από το «πόσα θα δώσει η κυβέρνηση», αλλά από το ποιος παράγει τον πλούτο, ποιος τον καρπώνεται και ποιος καλείται κάθε χρόνο να πληρώσει τον λογαριασμό.
Γιατί, την ώρα που η κυβέρνηση μιλά για «δημοσιονομικό χώρο», εκατομμύρια εργαζόμενοι συνεχίζουν να βλέπουν τον μισθό να εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας. Οι συνταξιούχοι μετρούν τις απώλειες δεκαπέντε χρόνων. Οι αυτοαπασχολούμενοι παλεύουν να επιβιώσουν με τη φοροληστεία και τις πολεμικές ανατιμήσεις. Τα νέα ζευγάρια αδυνατούν να βρουν κατοικία. Και όλα αυτά σε μια οικονομία που καταγράφει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και συνεχόμενα ρεκόρ κερδοφορίας για τους επιχειρηματικούς ομίλους και τα μερίσματα των μετόχων, ενώ τα δημοσιονομικά «υγιαίνουν».
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα υπάρξουν ορισμένες «ελαφρύνσεις» ή εισοδηματικές παρεμβάσεις, αλλά ποια ανάπτυξη υπηρετούν.
«Φοροελαφρύνσεις»: Το ...άλλο μισό της φοροληστείας του λαού
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα διαρροές, στο επίκεντρο του περιβόητου «πακέτου» θα βρεθούν οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μικρές επιχειρήσεις. Η κυβέρνηση εξετάζει αλλαγές στο τεκμαρτό εισόδημα, μειώσεις στην προκαταβολή φόρου, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, και μείωση του φορολογικού συντελεστή για εταιρείες.
Με το βλέμμα στις κάλπες παρουσιάζει μάλιστα αυτές τις παρεμβάσεις ως «απάντηση» στις αντιδράσεις που προκάλεσε η φορολογική της πολιτική.
Πρόκειται βέβαια για μέτρα που ακόμα κι αν επιβεβαιωθούν στους «πανηγυρικούς» της ΔΕΘ, αφήνουν άθικτο όλο το αντιλαϊκό οπλοστάσιο που έχει πνίξει στα χρέη τους αυτοαπασχολούμενους, όπως με την εκτεταμένη φοροληστεία, τις ψηφιακές «θηλιές» κ.ο.κ. Το κυριότερο; Είναι μέτρα που δεν παρέχουν καμιά προστασία απέναντι στις συνέπειες της πολεμικής εμπλοκής και των ανταγωνισμών που φέρνουν διαρκείς θυσίες για τα λαϊκά στρώματα.
Αλλωστε ακόμα και μέτρα, όπως τα παραπάνω, αφορούν κυρίως εταιρείες και όχι αυτοαπασχολούμενους που πληρώνουν βαρύ το μάρμαρο της φοροληστείας και της ανταγωνιστικότητας. Ειδικά δε, για τηντεκμαρτή φορολόγησητων ατομικών επιχειρήσεων που επιβάλλει φόρο σε ανύπαρκτα εισοδήματα, η κυβέρνηση ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να την καταργήσει, αλλά να κάνει μερικές διορθώσεις για να αμβλύνει τις αντιδράσεις. Οσο για τη«μείωση προκαταβολής φόρου»;Δεν είναι πραγματική ανακούφιση από τη βαριά φορολογία, αλλά χρονική μετάθεση μέρους των φόρων που πληρώνει ο επαγγελματίας για την επόμενη χρονιά.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση θεσπίζειπερισσότερα εργαλεία για να είναι πιο αποτελεσματική η υπάρχουσα φοροαφαίμαξη,όπως γίνεται με το ψηφιακό κυνηγητό (MyData, ψηφιακά τιμολόγια και πελατολόγια, open business κ.ά.), που αυξάνουν τη μάζα των φόρων από τους αυτοαπασχολούμενους. Ετσι, γιγαντώνεται η ψηφιακή γραφειοκρατία και γίνεται ακόμα πιο ασφυκτικό το πλαίσιο για ατομικές επιχειρήσεις, προσθέτοντας περισσότερα έξοδα αλλά και πρόστιμα για τους πιο μικρούς, που κατά κανόνα δεν έχουν ειδικευμένο προσωπικό ή οργανωμένο λογιστήριο. Οπότε η όποια «φοροελάφρυνση» θα πάει στον βρόντο, όπως έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν.
Οσο για τα νοικοκυριά;
Ακόμα κι αν ανακοινωθεί νέα μείωση στον φόρο εισοδήματος, η πείρα υπάρχει και από τις περσινές τέτοιες ανακοινώσεις, αφού τελικά το πραγματικό εισόδημα μειώθηκε.
Αλλωστε, η μεγάλη φορολογική αφαίμαξη των εργατικών και λαϊκών νοικοκυριών δεν γίνεται από τον φόρο εισοδήματος, αλλά συμβαίνει κάθε μέρα, σε κάθε επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο καυσίμων, στους λογαριασμούς ρεύματος και τηλεπικοινωνιών, στις Μεταφορές.
Κι αυτό γιατίο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης εξακολουθούν να αποτελούν το βασικό εργαλείο φορολόγησηςτου λαϊκού εισοδήματος. Πρόκειται για τους πιο άδικους φόρους αφού τους καταβάλλει το ίδιο, τόσο ο άνεργος και ο χαμηλόμισθος, όσο και ο μεγαλομέτοχος ενός ομίλου.
Αυτό το σύστημα αποτελεί βασικό πυλώνα της κυβερνητικής πολιτικής, καθώς έτσι το κράτος αντλεί τα έσοδα και οικοδομεί υπερπλεονάσματα για να χρηματοδοτεί την καπιταλιστική οικονομία, να «αξιολογείται» θετικά από τις αγορές και να ανοίγουν πεδία κερδοφορίας για περισσότερο και πιο φθηνό χρήμα στα μονοπώλια.
Βεβαίως, όταν πρόκειταιγια το μεγάλο κεφάλαιο, οι φορολογικές μειώσεις βαφτίζονται «αναπτυξιακά κίνητρα».Ετσι, π.χ. τα προηγούμενα χρόνια μειώθηκε ο φόρος στα επιχειρηματικά κέρδη, μειώθηκε στο μισό ο φόρος στα μερίσματα, επεκτάθηκαν δεκάδες επενδυτικά και φορολογικά κίνητρα για τους επιχειρηματικούς ομίλους.
Τελικά, η φορολογία δεν αποτελεί απλώς δημοσιονομικό εργαλείο, αλλά νευραλγικό μέσο για τη στήριξη του κεφαλαίου. Δεν πρόκειται για ιδεοληψία μιας κυβέρνησης, ούτε για μια απλή «μεροληψία» υπέρ των επιχειρηματικών ομίλων, που τάχα μπορεί να διορθωθεί με ένα άλλο «μείγμα», ώστε να γίνει πιο ...αμερόληπτη τάχα η ΑΑΔΕ. Τέτοια μέτρα είναι προϋπόθεση για να θωρακίζονται οι επιχειρηματικοί όμιλοι, δεν βγαίνει αλλιώς ο λογαριασμός τους.
Ο κατώτατος μισθός ανεβαίνει για να φτάνει μέχρι τις ...20 του μήνα
Η κυβέρνηση όπως φαίνεται θα επιχειρήσει ξανά να παρουσιάσει την αύξηση του κατώτατου μισθού ως απόδειξη ότι οι εργαζόμενοι «συμμετέχουν στην ανάπτυξη».
Ποια είναι η πραγματικότητα; Οτι ο εργαζόμενος δεν ζει με τα «ποσοστά αύξησης», αλλά με αυτά που απομένουν στο τέλος του μήνα για να ζήσει.
Τα καθαρά χρήματα του κατώτατου μισθού εξακολουθούν να εξανεμίζονται τις πρώτες εβδομάδες: Το ενοίκιο απορροφά πλέον ένα τεράστιο μέρος του εισοδήματος. Η ακρίβεια στα τρόφιμα παραμένει. Η Ενέργεια συνεχίζει να επιβαρύνει δυσανάλογα το λαϊκό εισόδημα. Οι ιδιωτικές δαπάνες για Υγεία και Παιδεία αυξάνονται.
Η πραγματικότητα είναι ότι ακόμα κι όταν αυξάνεται ο ονομαστικός μισθός,το κόστος ζωής εκτινάσσεται,οπότε η αγοραστική δύναμη μειώνεται. Η κυβέρνηση επικαλείται «εξωγενείς παράγοντες» για την τεράστια ακρίβεια και παρουσιάζει ως μέτρο αντιμετώπισης τις μουσαντένιες αυξήσεις.
Ομως και τα δύο είναι πλευρές της ίδιας πολιτικής: Η στήριξη των ομίλων και η εμπλοκή στον πόλεμο, η Ελλάδα - κόμβος Ενέργειας και σημείο εισόδου του πανάκριβου αμερικανικού LNG, η «πράσινη μετάβαση» κ.λπ. δεν είναι «εξωγενείς παράγοντες», αλλά στρατηγική της κυβέρνησης που στηρίζεται από όλο το αστικό πολιτικό σύστημα, αφού έτσι θωρακίζεται η κερδοφορία των ομίλων.
Από την άλλη, η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο, ο «κόφτης» στις ΣΣΕ, ώστε να προσαρμόζονται όλοι οι μισθοί στα όρια του κατώτατου μέσα από την «κοινωνική συμφωνία» κυβέρνησης - ΣΕΒ - ΓΣΕΕ και συνδικαλιστών των ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - Τσίπρα, αποτελούν επίσης πλευρές της θωράκισης της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου.
Τελικά, οτιδήποτε αφήνει «αρήμαχτο» η πολιτική που κάνει την ακρίβεια «κανονικότητα» έρχεται να το αποτελειώσει κάθε ρύθμιση προσαρμογής των μισθών στις αντοχές των ομίλων.
Συντάξεις πείνας; «Λύση» η επιστροφή στο μεροκάματο
Ανάμεσα στις εξαγγελίες που προετοιμάζει η κυβέρνηση περιλαμβάνονται και νέεςπαρεμβάσεις για τους συνταξιούχους.Διαρροές κάνουν λόγο για αύξηση του ετήσιου επιδόματος στους χαμηλοσυνταξιούχους, για επιτάχυνση της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς, ακόμη και για πρόσθετες αυξήσεις σε ορισμένες κατηγορίες συνταξιούχων.
Για άλλη μια φορά, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως κοινωνική πολιτική ένα μικρό μέρος όσων ρούφηξε διαχρονικά από τους συνταξιούχους η πολιτική όλων των κυβερνήσεων.
Η πραγματική εικόνα δεν αποτυπώνεται σε ένα ετήσιο βοήθημα λίγων εκατοντάδων ευρώ, αλλά στις δεκάδες περικοπές που υπέστησαν οι συντάξεις την προηγούμενη δεκαπενταετία, με την κατάργηση της 13ης και της 14ης σύνταξης, την αύξηση της συμμετοχής στα φάρμακα, την εμπορευματοποίηση της Υγείας, που αναγκάζει χιλιάδες ηλικιωμένους να πληρώνουν ολοένα περισσότερα από την τσέπη τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τηνπερικοπή της 13ης και της 14ης σύνταξης,την οποία συνεχίζει να εφαρμόζει η σημερινή κυβέρνηση, οι συνταξιούχοι κάθε χρόνο χάνουν 5 δισ. ευρώ.
Δεν χρειάζεται βέβαια κανένας συνταξιούχος να είναι «μάντης», για να διαπιστώσει ότι δεν πρόκειται η ΔΕΘ να φέρει καμιά ουσιαστική ανακούφιση. Αρκεί μια ματιά στο πώς διαφημίζει η κυβέρνηση τους χιλιάδες απόμαχους της δουλειάς που αποφάσισαν να επιστρέψουν στο μεροκάματο τα τελευταία χρόνια, για να «τσοντάρουν» στη σύνταξή τους. Αυτή την αθλιότητα πλασάρει ως διέξοδο από τις συντάξεις πείνας, οι οποίες κατά μέσο όρο είναι κάτω και από τον κατώτατο μισθό.
«Κοστολογημένα λεφτόδεντρα» υπάρχουν. Αλλά για ποιον;
Τελικά, παίζεται το ίδιο κακόγουστο έργο. Η κυβέρνηση επικαλείται τα «όρια της οικονομίας», για να ξεμπερδεύει με τις δίκαιες διεκδικήσεις των εργαζομένων.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα συγκαταλέγεται σταθερά στις χώρες του ΝΑΤΟ με τις υψηλότερες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, διαθέτοντας για το 2026 περίπου το 3,65% του ΑΕΠ, ενώ έχει συνυπογράψει τη συμφωνία της Συνόδου της Χάγης για σταδιακή αύξηση των συνολικών επενδύσεων στην Αμυνα έως το 5% του ΑΕΠ μέχρι το 2035. Για τα εργατικά - λαϊκά στρώματα απορρίπτεται ασυζητητί η κατάργηση του ΦΠΑ στα είδη πλατιάς - λαϊκής κατανάλωσης, και την ίδια στιγμή οι ΝΑΤΟικοί που αλωνίζουν στη χώρα μας έχουν «ατέλεια» στον ΦΠΑ ακόμα και στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς τους.
Αποκαλύπτεται, λοιπόν, με τον πιο καθαρό τρόπο το πραγματικό περιεχόμενο του περίφημου «δημοσιονομικού χώρου» και των «κοστολογημένων προγραμμάτων» για τα οποία τσακώνονται τα αστικά κόμματα, με τον «καβγά» τους να κλιμακώνεται ενόψει της ΔΕΘ.
Να κάνει ο λαός το δικό του «ταμείο»
Μπροστά στην πασαρέλα των αντιλαϊκών προγραμμάτων, μονόδρομος για τον λαό είναι να μη μείνει θεατής, αλλά να δείξει τη δύναμή του. Να βάλει στο στόχαστρο όχι απλά τη «σταθερότητα» της μιζέριας που του παρουσιάζουν ως «παροχή», αλλά την ίδια την πολιτική που του τσακίζει τη ζωή, την πολιτική του κέρδους.
Με την οργάνωση της πάλης του να κάνει επιλογή του τον δρόμο της σύγκρουσης και της ανατροπής αυτής της πολιτικής, σε συμπόρευση με το ΚΚΕ στους αγώνες και την κάλπη.
Σταθμός στον αγώνα του είναι τοπανελλαδικό - παλλαϊκό συλλαλητήριο στις 5 Σεπτέμβρη στη ΔΕΘ. Γιατί εκεί μπορεί να ακουστεί η πραγματική απάντηση, να δείξει ο λαός ότι δεν αναμένει από τα περισσεύματα, αλλά διεκδικεί τον πλούτο που παράγει, ότι δεν συμβιβάζεται με νέες θυσίες για τα κέρδη και τους πολέμους του κεφαλαίου.