Κυριακή, 26 Ιουλ, 2026

  • Μ.Α.Σ. «Η Καλλιθέα»: Δυναμική πρεμιέρα για το ιστορικό Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών
  • To Ιράν αφήνει ανοιχτό το να «απαντήσει» στο ουκρανικό πλήγμα σε πλοίο του ενώ ο Ζελένσκι μιλά για ρωσική εμπλοκή στα ιρανικά αντίποινα
  • ΚΚΕ: Να ανακληθεί εδώ και τώρα η ελληνική πυροβολαρχία «Patriot» με το προσωπικό που τη συνοδεύει από τη Σαουδική Αραβία
  • Συνταξιούχοι του δημοσίου Ημαθίας: «Αγώνας ενάντια στις ανισότητες στις Συντάξεις Χηρείας
  • Σαν ... τρεις σταγόνες νερό για την Παιδεία
  • Συζήτηση για την Συνταγματική Αναθεώρηση: Κοινή αγωνία για θωράκιση της κυρίαρχης πολιτικής
Μ.Α.Σ. «Η Καλλιθέα»: Δυναμική πρεμιέρα για το ιστορικό Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών1 To Ιράν αφήνει ανοιχτό το να «απαντήσει» στο ουκρανικό πλήγμα σε πλοίο του ενώ ο Ζελένσκι μιλά για ρωσική εμπλοκή στα ιρανικά αντίποινα2 ΚΚΕ: Να ανακληθεί εδώ και τώρα η ελληνική πυροβολαρχία «Patriot» με το προσωπικό που τη συνοδεύει από τη Σαουδική Αραβία3 Συνταξιούχοι του δημοσίου Ημαθίας: «Αγώνας ενάντια στις ανισότητες στις Συντάξεις Χηρείας4 Σαν ... τρεις σταγόνες νερό για την Παιδεία5 Συζήτηση για την Συνταγματική Αναθεώρηση: Κοινή αγωνία για θωράκιση της κυρίαρχης πολιτικής6

Το Σχόλιο της Ημέρας

Ομολογίες

Ομολογίες

Η κυβέρνηση, η πρεσβεία των ΗΠΑ και τα φερέφωνά τους παρουσιάζουν τη μετατροπή της Ελλάδας σε «ενεργειακό κόμβο» ως παράγοντα σταθερότητας και γεωπολιτικής αναβάθμισης. Η ίδια όμως η Εθνική Στρατηγική Ανθεκτικότητας, που ενέκρινε το ΚΥΣΕΑ την Πέμπτη έρχεται να αναδείξει και την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Στο κεφάλαιο όπου περιγράφε... Περισσότερα

«Κανονικότητα» η ενεργειακή κρίση στην ΕΕ της πολεμικής προετοιμασίας

από Η Άλλη Άποψη
«Κανονικότητα» η ενεργειακή κρίση στην ΕΕ της πολεμικής προετοιμασίας

Με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο να κλιμακώνεται σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία, με υποδομές, πλοία, δρόμους μεταφοράς Ενέργειας να χτυπιούνται αλύπητα σε όλα τα μέτωπα ως μέρος της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης που βρίσκεται σε εξέλιξη, αντανακλώντας τη μάχη για το ποιός θα έχει το «πάνω χέρι» στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, οι προειδοποιήσεις για μια νέα ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη πυκνώνουν. Οι εξελίξεις δείχνουν ότι η Ενέργεια αποτελεί βασικό πεδίο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, με τις συνέπειες να τις πληρώνουν σε μόνιμη βάση οι λαοί, που φορτώνονται το κόστος άμεσα και έμμεσα.


Το ευρωπαϊκό συμβόλαιο αναφοράς φυσικού αερίου (TTF) κινείται πλέον κοντά στα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων μηνών, ενώ το πετρέλαιο Brent πέταξε ξανά πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Στην Ελλάδα η χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας επέστρεψε πάνω από τα 140 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ περίπου δεδομένο θεωρείται ότι οι αυξήσεις θα περάσουν το επόμενο διάστημα και στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος, με νέες αυξήσεις. Οι τιμές των καυσίμων κινούνται εκ νέου ανοδικά, με τη μέση τιμή της αμόλυβδης να βρίσκεται μια ανάσα από τα 2 ευρώ το λίτρο και αυτή του πετρελαίου κίνησης να ακολουθεί την ίδια πορεία, ενώ το νέο ράλι των τιμών προμηνύει νέο γύρο ανατιμήσεων στο σύνολο σχεδόν των προϊόντων λαϊκής κατανάλωσης. Παράλληλα μια σειρά από μεγέθη του κρατικού προϋπολογισμού δεδομένα επηρεάζονται, με ό,τι αυτό σηματοδοτεί και για τα νέα βάρη που θα φορτωθούν στον λαό.

Η «τέλεια καταιγίδα»

Την ίδια ώρα διάφοροι αναλυτές εκτιμούν ότι η συνέχιση και κλιμάκωση των πολεμικών επιχειρήσεων και μια παρατεταμένη περίοδος χαμηλών θερμοκρασιών τον προσεχή χειμώνα, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες ποσότητες φυσικού αερίου στις ευρωπαϊκές αποθήκες, θα μπορούσαν να εκτινάξουν τις τιμές του φυσικού αερίου μέχρι και πάνω από τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, συμπαρασύροντας το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας ακόμα ψηλότερα. Τα ευρωενωσιακά και άλλα αστικά επιτελεία με παρεμβάσεις τους επισημαίνουν ότι η «τέλεια καταιγίδα» είναι μπροστά, αφού η όξυνση των ανταγωνισμών χτυπάει ταυτόχρονα όλες τις πηγές τροφοδοσίας της ΕΕ, οι αντιφάσεις της στρατηγικής της φτάνουν «στον λαιμό του μπουκαλιού», ενώ τα δημοσιονομικά περιθώρια των παρεμβάσεων στενεύουν, λόγω της διαχείρισης των προηγούμενων κρίσεων και της πολεμικής προετοιμασίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι «διαβεβαιώσεις» της κυβέρνησης ότι θα παρέμβει για να περιορίσει τις συνέπειες της νέας ενεργειακής κρίσης και οι διαρροές για τον «δημοσιονομικό χώρο που βρίσκεται», μετά τις «εξαιρέσεις» που τάχα επιτρέπει η ΕΕ για τη στήριξη των νοικοκυριών, αποτελούν ωμή κοροϊδία απέναντι στον λαό. Πρόκειται για μέτρα - ψίχουλα, που όπως ρητά λένε Κομισιόν και ΔΝΤ πρέπει να είναι «στοχευμένα» και για περιορισμένο χρόνο, ώστε να μη διαταραχτούν οι «δημοσιονομικοί στόχοι» για τη στήριξη της πολεμικής οικονομίας, ενώ έχουν εξανεμιστεί πριν καν ανακοινωθούν, όπως δείχνουν π.χ. οι πρόσφατες κυβερνητικές εξαγγελίες για τις «μειώσεις στην αντλία». Επί της ουσίας, με την κυβέρνηση αυτονόητα να αρνείται να πειράξει έστω και μια τρίχα από τα κέρδη των ομίλων, τροφοδοτούν παραπέρα την ακρίβεια και τους τζίρους διυλιστηρίων και ενεργειακών ομίλων. Ενα μεγάλο κομμάτι εξάλλου απ' όσα εξαγγέλλονται αφορά απευθείας το κεφάλαιο, π.χ. τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να τις μπουκώσει και με νέο «ζεστό» χρήμα, με τον λογαριασμό να καταλήγει σε κάθε περίπτωση στον λαό. Την ίδια ώρα τα μέτρα αυτά όχι μόνο δεν αλλάζουν τη «μεγάλη εικόνα» που οδηγεί σε μεγαλύτερη ενεργειακή φτώχεια τον λαό, αλλά έρχονται για τα κέρδη του κεφαλαίου να στηρίξουν την πολιτική αυτή με τις τραγικές συνέπειες για τον λαό. Γι' αυτό και αποτελούν πρόκληση «απορίες» όπως αυτή του πρωθυπουργού τη βδομάδα που πέρασε, «τι μπορούμε να κάνουμε απέναντι σε μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε;», γιατί πολύ απλά η κυβέρνηση και όλα τα κόμματα που στηρίζουν την ίδια στρατηγική του κεφαλαίου αποτελούν μέρος του προβλήματος.

Η Ενέργεια ως όπλο του πολέμου...

Οι εξελίξεις άλλωστε δεν αποτελούν μια «συγκυριακή διαταραχή», ούτε μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στις πρόσφατες στρατιωτικές συγκρούσεις.

Αντίθετα, αναδεικνύουν ακριβώς τα αποτελέσματα της πολιτικής τους, της όξυνσης των ανταγωνισμών εντός της ΕΕ, όπως και με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τα αποτελέσματα του ενεργειακού σχεδιασμού με βάση τα συμφέροντα του κεφαλαίου, τις βαθύτερες αντιφάσεις της ενεργειακής στρατηγικής της ΕΕ.

Η όξυνση των πολεμικών συγκρούσεων τα τελευταία χρόνια έχει αναδείξει ότι η Ενέργεια δεν αποτελεί πλέον μόνο αντικείμενο οικονομικής αντιπαράθεσης, αλλά μετατρέπεται η ίδια σε μέσο άσκησης στρατιωτικής και γεωπολιτικής πίεσης. Οι ενεργειακές υποδομές, από τα διυλιστήρια και τους αγωγούς έως τους σταθμούς υγροποιημένου φυσικού αερίου και τα δεξαμενόπλοια, αντιμετωπίζονται όλο και περισσότερο ως στρατηγικοί στόχοι, των οποίων η καταστροφή μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικά την πορεία ενός πολέμου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συστηματική ουκρανική εκστρατεία εναντίον των ρωσικών διυλιστηρίων. Με δεκάδες επιθέσεις τους τελευταίους μήνες έχει πληγεί σημαντικό μέρος της ρωσικής δυναμικότητας διύλισης, προκαλώντας προσωρινές ελλείψεις καυσίμων, περιορισμούς στις εξαγωγές και αυξημένο κόστος επισκευών, ενώ επεκτείνουν τον πόλεμο σε όλη τη Μαύρη Θάλασσα - αλλά και ευρύτερα, ακόμα και στη Μεσόγειο - όπως δείχνει και το πρόσφατο χτύπημα ελληνόκτητων πλοίων. Αντίστοιχη είναι η κατάσταση στον Περσικό Κόλπο και στην Ερυθρά Θάλασσα, με τους Χούθι να ανακοινώνουν «ναυτικό αποκλεισμό» της Σαουδικής Αραβίας.

Οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια και η αυξανόμενη στρατιωτική ένταση σε κρίσιμους θαλάσσιους διαδρόμους έχουν στόχο και τον έλεγχο των ίδιων των ενεργειακών ροών. Η δυνατότητα ενός κράτους να εξάγει πετρέλαιο και φυσικό αέριο, να χρηματοδοτεί την πολεμική του προσπάθεια, να τροφοδοτεί τη βιομηχανία του και να ασκεί γεωπολιτική επιρροή μέσω της Ενέργειας, μετατρέπεται σε κρίσιμο πεδίο σύγκρουσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι η αμερικανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει πλέον ανοιχτά την ενεργειακή παραγωγή ως παράγοντα στρατιωτικής ισχύος. Ο επικεφαλής του Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας των ΗΠΑ, Νταγκ Μπέργκαμ, υποστήριξε χαρακτηριστικά ότι η «ενεργειακή κυριαρχία» που εξασφάλισε το σχιστολιθικό αέριο ήταν αποφασιστικός παράγοντας για να μπορέσουν να γίνουν οι βομβαρδισμοί στο Ιράν από τις ΗΠΑ (το 2025) και όχι από τότε που άρχισαν να σχεδιάζονται και να «προβάρονται», δηλαδή 22 ολόκληρα χρόνια πριν.

Η Ενέργεια βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε ισχυρά ιμπεριαλιστικά κέντρα, καθώς από αυτήν εξαρτάται όχι μόνο η οικονομική ανταγωνιστικότητα αλλά και η στρατιωτική ισχύς, η λειτουργία της βιομηχανίας, η «ανθεκτικότητα» των αστικών κρατών και η δυνατότητα άσκησης γεωπολιτικής επιρροής, σε συνθήκες κλιμάκωσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

...και της θωράκισης των συμφερόντων του κεφαλαίου

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι σχεδιασμοί της ΕΕ για την «ενεργειακή ασφάλεια» αποκτούν όλο και πιο έντονα χαρακτηριστικά πολεμικής προετοιμασίας. Η προστασία των λεγόμενων κρίσιμων ενεργειακών υποδομών, η στρατιωτικοποίηση των θαλάσσιων διαδρόμων μεταφοράς, η αναζήτηση νέων προμηθευτών και εναλλακτικών οδεύσεων φυσικού αερίου και πετρελαίου, αλλά και οι επενδύσεις σε υποδομές που εξυπηρετούν τη διαφοροποίηση των ενεργειακών ροών, εντάσσονται πλέον σε έναν συνολικότερο σχεδιασμό που συνδέει άμεσα την οικονομία με τις γεωπολιτικές και στρατιωτικές επιδιώξεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Το δε ενεργειακό κόστος συμπιέζει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, η οποία επιχειρεί να διαφυλάξει την κερδοφορία της μετακυλίοντας ολοένα μεγαλύτερο μέρος των βαρών στους λαούς. Η ακρίβεια στην Ενέργεια μεταφέρεται στους λογαριασμούς ηλεκτρισμού, στις μεταφορές, συνολικά στο κόστος ζωής, επιβεβαιώνοντας ότι οι συνέπειες των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών καταλήγουν να πληρώνονται από τα λαϊκά νοικοκυριά.

Καθόλου άμοιροι ευθυνών λοιπόν δεν είναι η κυβέρνηση και τα υπόλοιπα αστικά κόμματα που στηρίζουν την πολιτική της «Ελλάδας ενεργειακού κόμβου»: Για λογαριασμό των συμφερόντων της αστικής τάξης πρωτοστατούν και σε αυτά τα σχέδια για την «επαναχάραξη» του ενεργειακού χάρτη, για παράδειγμα μέσα από την προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου για το αμερικανικό LNG προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, που σημαίνει πανάκριβη Ενέργεια και νέους κινδύνους για τον λαό. Την ίδια ώρα πρωτοστατούν και στην προσπάθεια για τη θωράκιση των κερδών βιομηχάνων και λοιπών τμημάτων του κεφαλαίου, που σημαίνει αυξημένο κόστος για τον λαό. Παράλληλα, με πρόσχημα πλέον και την «ενεργειακή αυτονομία» της ΕΕ, προωθούν παραπέρα την πολιτική της «πράσινης μετάβασης», η οποία μεταξύ άλλων σηματοδοτεί και την εγκατάλειψη του φτηνού λιγνίτη, την υπονόμευση των παραγωγικών δυνατοτήτων που στο πλαίσιο μιας άλλης εξουσίας θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προς όφελος των λαϊκών αναγκών, με χαρακτηριστικές τις πρόσφατες εικόνες με την ανατίναξη των ταινιοδρόμων στην Κοζάνη.

Η «απεξάρτηση» που γίνεται μεγαλύτερη εξάρτηση

Είναι στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, που στο επίκεντρό της έχει το κέρδος, που οι ανταγωνισμοί οξύνονται παραπέρα, ενώ στους λαούς φορτώνονται και τα μεγάλα αδιέξοδα. Ενδεικτική είναι η αντίφαση που διαπερνά σήμερα την ενεργειακή πολιτική της ΕΕ και αποτελεί βασικό ζήτημα διαπάλης στο εσωτερικό του μπλοκ. Από τη μία οι Βρυξέλλες συνεχίζουν να προωθούν διαδοχικά πακέτα κυρώσεων κατά της Ρωσίας, παρουσιάζοντας την πλήρη απεξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες ως στρατηγικό στόχο. Το πρόσφατο 21ο πακέτο κυρώσεων κινείται στην ίδια κατεύθυνση - με την κυβέρνηση να επιχειρεί και εν μέρει να καταφέρνει να εξαιρέσει τις διατάξεις που πλήττουν τα ελληνικά εφοπλιστικά συμφέροντα - ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι έως το 2027 θα έχουν τερματιστεί οι εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου. Από την άλλη, η ίδια η πραγματικότητα της ευρωπαϊκής αγοράς αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Το α' εξάμηνο του 2026 οι εισαγωγές ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τη μονάδα Yamal έφτασαν σχεδόν τα 10 εκατομμύρια τόνους, σημειώνοντας αύξηση 16% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Περισσότερο από το 97% των φορτίων κατέληξε σε λιμάνια της ΕΕ, με τη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ισπανία να συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους εισαγωγείς. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι παρά τις διακηρύξεις περί «απεξάρτησης», η ευρωπαϊκή οικονομία εξακολουθεί να απορροφά σχεδόν το σύνολο της παραγωγής ενός από τα σημαντικότερα ρωσικά έργα LNG.

Η αντίφαση αυτή αντανακλά τις αντικειμενικές ανάγκες της ίδιας της καπιταλιστικής οικονομίας. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία, η ηλεκτροπαραγωγή και συνολικά η παραγωγική δραστηριότητα εξακολουθούν να εξαρτώνται από τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου, οι οποίες δεν μπορούν να αντικατασταθούν εύκολα ούτε γρήγορα από άλλες πηγές ή προμηθευτές. Ταυτόχρονα, οι επιχειρηματικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στην Ενέργεια, στις μεταφορές και στο εμπόριο καυσίμων προφανώς κινούνται με κριτήριο την κερδοφορία και την εξασφάλιση προμηθειών, ανεξάρτητα από τις πολιτικές διακηρύξεις των κυβερνήσεων. Την ίδια στιγμή τα ευρωενωσιακά επιτελεία ανησυχούν ότι η προσπάθεια «απεξάρτησης» από τη Ρωσία οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ, ενώ οι αντιθέσεις οξύνονται στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού άξονα.

Βαρυχειμωνιά από την ενεργειακή πολιτική της ΕΕ

Τα «όρια» σε όλα τα επίπεδα τα θέτουν σε κάθε περίπτωση τα συμφέροντα του κεφαλαίου και η πολιτική της «απελευθέρωσης» που τα υπηρετεί, και είναι βέβαια και αυτά που οδηγούν στα αδιέξοδα που φορτώνονται στους λαούς.

Χαρακτηριστική είναι η εικόνα στην αγορά φυσικού αερίου: Η αυξημένη εξάρτηση από τις εισαγωγές συμπίπτει με το γεγονός ότι τα αποθέματα στην Ευρώπη βρίσκονται αισθητά χαμηλότερα σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, ενώ οι ρυθμοί πλήρωσης των αποθηκών παραμένουν υποτονικοί. Παρά το γεγονός ότι η ΕΕ έχει θέσει ως στόχο την επαρκή αναπλήρωση των αποθεμάτων πριν την έναρξη του χειμώνα, αναλυτές της αγοράς εκτιμούν ότι εφόσον συνεχιστεί ο σημερινός ρυθμός εισροών, οι ευρωπαϊκές αποθήκες είναι πιθανό να φτάσουν μόλις στο 75% της χωρητικότητάς τους μέχρι αρχές Νοέμβρη, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από τα επίπεδα που θεωρούνται ασφαλή για την αντιμετώπιση μιας περιόδου αυξημένης ζήτησης.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την εικόνα παίζουν και οι συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Η περιορισμένη διαφορά μεταξύ των θερινών και των χειμερινών τιμών του φυσικού αερίου έχει αποδυναμώσει τα «οικονομικά κίνητρα» για την έγκαιρη πλήρωση των αποθηκών, ενώ η αβεβαιότητα που προκαλούν οι γεωπολιτικές εξελίξεις διατηρεί υψηλό το λεγόμενο «ασφάλιστρο κινδύνου» στις τιμές. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αρκετοί αναλυτές προειδοποιούν ότι ένας βαρύς χειμώνας ή μια νέα διαταραχή στις παγκόσμιες ροές LNG θα μπορούσαν να εκτινάξουν την τιμή του φυσικού αερίου ακόμα και πάνω από τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Οι επιπτώσεις όμως δεν περιορίζονται στην αγορά φυσικού αερίου. Στο ευρωπαϊκό μοντέλο ηλεκτροπαραγωγής οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν να διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό την οριακή τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε σημαντική άνοδος στην τιμή του καυσίμου μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, αυξάνοντας το ενεργειακό κόστος.

Απ' όπου δηλαδή και να εξετάσει κανείς το ζήτημα επιβεβαιώνεται ότι καύσιμα και Ενέργεια φτηνά για τον λαό σημαίνουν σύγκρουση με το κέρδος, την Ενέργεια - εμπόρευμα και την πολιτική που τα υπηρετεί.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ
Έχει διαβαστεί 165 φορές

Σχόλια

  • Δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το άρθρο.
 
Παρακαλώ περιμένετε...

Δεν σας επιτρέπεται η υποβολή σχολίων. Παρακαλούμε συνδεθείτε.

Αναζήτηση

Γλυκιά γιασεμιά μου

advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement
advertisement

Με ένα κλικ στο κανάλι μας στο Yutube!

advertisement

Το βιβλιοχαρτοπωλείο «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ» κοντά σας με υπηρεσία Delivery!

advertisement

Ημερολόγιο

Ποιός είναι online

Έχουμε online 396 επισκέπτες και 0 μέλη.