Του Αλέκου Χατζηκώστα * «Μ’ από την κόλασή μου, σου φωνάζω:Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω» (Γαλάτεια Καζαντζάκη) Μια γροθιά στο στομάχι ήταν τα λόγια της 17χρονης μαθήτριας στο γράμμα που άφησε στους γονείς της όταν αποφάσισε να αυτοκτονήσει μαζί με τη φίλη της στην Ηλιούπολη: "Μπαμπά και μαμά, τρία χρόνια τώρα εί... Περισσότερα
Η συμφωνία του Λονδίνου του 1953 για το γερμανικό χρέος , μύθοι και πραγματικότητα
από Η Άλλη Άποψη
Η Συμφωνία του Λονδίνου στις 27/2/1953 «περί εξωτερικών γερμανικών χρεών» που έχει κυρωθεί με το νόμο 3480 από την Ελληνική Βουλή στις 30/12//1955 (Εφημερίς της Κυβερνήσεως Τεύχος πρώτον αρ. φύλ. 6 σελ. 331) αποτελεί μια συμφωνία ρύθμισης κρατικών χρεών μεταξύ καπιταλιστικών κυβερνήσεων που χωρίς να είναι αρκετά γνωστή, χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα για τη διεκδίκηση της διαγραφής (από μη κυβερνητικές οργανώσεις όπως η ATTAC κ.ά.) του χρέους των υπερχρεωμένων αναπτυσσόμενων χωρών του Τρίτου Κόσμου από τις δεκαετίες ακόμα του 1980 - '90.Στις μέρες μας με την καπιταλιστική κρίση να βρίσκεται σε εξέλιξη, οι σοσιαλδημοκράτες του ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρουν το γερμανικό παράδειγμα ως μια φιλολαϊκή ρύθμιση του χρέους του ελληνικού κράτους με τους διεθνείς συμμάχους δανειστές τους.Σ' αυτό το πλαίσιο, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και σε πρόσφατη δήλωσή του.
Ας δούμε όμως τι πραγματικά και κυρίως γιατί συνέβη
Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού πολέμου έχει βρει τη Γερμανία του Γ΄ Ράιχ ηττημένη και χωρισμένη με βάση τη Συνθήκη του Πότσδαμ (17 Ιούλη - 2 Αυγούστου) 1945 σε 4 ζώνες κατοχής αντίστοιχα από τα κράτη της αντιχιτλερικής συμμαχίας, Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ και Σοβιετική Ενωση. Ανάλογο είναι και το καθεστώς στην πρωτεύουσα Βερολίνο, που, ενώ βρισκόταν εντός της σοβιετικής ζώνης χωρίστηκε σε 4 αντίστοιχους τομείς.
Στο κείμενο της Συνθήκης, μεταξύ των άλλων, προβλέπονταν τα εξής:
«Σχετικά με το μηχανισμό ελέγχου της Γερμανίας, η ανώτατη εξουσία στη Γερμανία ασκείται από τους ανώτερους διοικητές των ενόπλων δυνάμεων της ΕΣΣΔ, των ΗΠΑ, του Ενωμένου Βασιλείου και της Γαλλικής Δημοκρατίας, από τον καθένα στη δική του ζώνη ...και από κοινού σε ζητήματα που αφορούν ολόκληρη τη Γερμανία, σαν μελών του Συμβουλίου Ελέγχου» (Τεχεράνη, Γιάλτα, Πότσδαμ. Ντοκουμέντα «Σύγχρονη Εποχή» 1976, σελ. 419).
«Στην περίοδο της κατοχής, η Γερμανία πρέπει να θεωρείται σαν ενιαίο οικονομικό σύνολο» (ό.π. σελ. 422).«Στην κατάρτιση του οικονομικού σχεδίου της Γερμανίας πρέπει να παραχωρηθούν τα απαραίτητα μέσα για τις εισαγωγές, οι οποίες θα εγκριθούν από το Συμβούλιο Ελέγχου στη Γερμανία» (ό.π. σελ. 424).
Στη μεταπολεμική αντιπαράθεση καπιταλισμού - σοσιαλισμού από τις καπιταλιστικές χώρες προωθήθηκε μελετημένα και σταδιακά η ανατροπή της πολιτικής γραμμής που χαράχτηκε στο Πότσδαμ, σχετικά με τη Γερμανία, με μονομερείς ενέργειες αγνοώντας τη Σοβιετική Ενωση και το Συμβούλιο Ελέγχου. Πιο συγκεκριμένα:
Στις 2 Δεκέμβρη 1946 οι κυβερνήσεις ΗΠΑ και Αγγλίας υπέγραψαν διμερή συμφωνία για τη συγχώνευση των ζωνών κατοχής των χωρών τους. Την 1η Γενάρη 1947 σχηματίσθηκε το Οικονομικό Συμβούλιο της αγγλοαμερικανικής ζώνης.
Στο Λονδίνο, το 1948 από το Φλεβάρη έως το Μάρτη σε σύσκεψη των ΗΠΑ, Αγγλίας, Γαλλίας και από τον Απρίλη έως τον Ιούνη με τη συμμετοχή και των Βελγίου, Ολλανδίας, Λουξεμβούργου, αποφασίστηκε η συγχώνευση των τριών ζωνών κατοχής σε ενιαίο «Δυτικό Τμήμα», που πραγματοποιήθηκε την 1/8/1948. Από τις 20 Ιούνη προωθήθηκε η νομισματική μεταρρύθμιση (αλλαγή νομίσματος) που επεκτάθηκε και στο «Δυτικό» Βερολίνο, ενώ παράλληλα το «Δυτικό Τμήμα» εντάχθηκε στο Σχέδιο Μάρσαλ.
Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου (1948), η κατοχική αρχή επεξεργάστηκε σχέδιο συντάγματος όπου, μετά και από την έγκριση των στρατιωτικών διοικητών ΗΠΑ, Αγγλίας, Γαλλίας, στις 23 Μάη 1949 εξαγγέλθηκε ως σύνταγμα του Δυτικού Γερμανικού κράτους, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΟΔΓ).
Το σύνταγμα χαρακτήριζε την ΟΔΓ ως μεταβατικό κράτος (άρθρο 23) όλων των Γερμανών και προέβλεπε την ενσωμάτωση και των υπόλοιπων τμημάτων της Γερμανίας που δεν περιλαμβάνονταν στο «Δυτικό Τμήμα».
Με το άρθρο 146, αξιωνόταν και επίσημα η επέκταση της ΟΔΓ έως τα σύνορα του Γ΄ Ράιχ της 1ης Ιανουαρίου 1937. (Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 6, σελ. 734).
Τον Αύγουστο του 1949 έγιναν βουλευτικές εκλογές και στις 20 Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου σχηματίστηκε κυβέρνηση με πρωθυπουργό (καγκελάριο) τον Κόνραντ Αντενάουερ, ενώ παρέμενε ακόμα ως ανώτατη κρατική αρχή ο Συμμαχικός Αρμοστής.Το Σεπτέμβρη του 1950, στη Διάσκεψη της Νέας Υόρκης οι ΗΠΑ, η Αγγλία και η Γαλλία πρότειναν στην ΟΔΓ μια συνολική αναθεώρηση του κατοχικού καθεστώτος, υπό τον όρο ότι η ΟΔΓ να αναγνώριζε τα προπολεμικά χρέη του γερμανικού Ράιχ.Από αυτό το σημείο και σε μια πορεία διαβουλεύσεων για τα προπολεμικά χρέη που φθάνει έως τη Συμφωνία του Λονδίνου στις 27/2/1953 προωθείται η διεθνής αναγνώριση της ΟΔΓ: Στις 7/8/1950 γίνεται μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Στις 18/4/1951 μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινοπραξίας Ανθρακα και Χάλυβα, στις 27/5/1952 μέλος της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας. Τον ίδιο χρόνο (1952) οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της ΟΔΓ υπόγραψαν στη Βόννη (πρωτεύουσα) τη «Γενική Συνθήκη» που ανακήρυξε την κυριαρχία της ΟΔΓ και τη διακοπή του κατοχικού καθεστώτος.
Η ίδρυση της ΟΔΓ ήταν η κατάληξη της αποκατάστασης και εδραίωσης της εξουσίας των γερμανικών μονοπωλιακών ομίλων με τη βοήθεια των σύμμαχων καπιταλιστικών κρατών στο έδαφος της «Δυτικής Ζώνης» και της ενσωμάτωσής της στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Ολες οι προπολεμικές βιομηχανίες και τράπεζες του Γ΄ Ράιχ (Κρουπ Τίσσεν, AEG, Ζήμενς, Ντόιτσε Μπανκ, κ.ά.) γνώρισαν μέχρι το 1950 τεράστια ανάπτυξη. Στις 22 Νοέμβρη 1949, οι σύμμαχες χώρες παραιτήθηκαν και από τη διάλυση των πολεμικών βιομηχανιών που προβλέπονταν από τη συμφωνία του Πότσδαμ.Το Νοέμβρη του 1951 απαγορεύτηκε δικαστικά η λειτουργία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας, ο δε κρατικός μηχανισμός, αφού διώχθηκαν οι «πολιτικά ύποπτοι», κατακλύσθηκε από τους πρώην ναζί αξιωματικούς, δικαστές και υπαλλήλους του Γ΄ Ράιχ.
Η Συμφωνία του 1953
Η γερμανική κυβέρνηση, όταν, από τον Σεπτέμβρη του 1950, μπήκε από τους συμμάχους το ζήτημα των προπολεμικών δανείων, δε δίστασε καθόλου να τα αποδεχτεί. Μη αποδοχή τους σήμαινε ασυνέχεια του νέου γερμανικού κράτους με το προπολεμικό Ράιχ, πράγμα που θα ήταν αντίθετο με τις πολιτικές και διπλωματικές επιδιώξεις τις δικές της και των συμμάχων της. Το πρόβλημα της αποδοχής της κληρονομιάς των χρεών του Ράιχ για τη γερμανική κυβέρνηση ήταν ως πού θα έφθανε το ύψος τους και ο τρόπος αποπληρωμής τους και αυτό το διαπραγματεύτηκε.
Η αποδοχή των προπολεμικών χρεών, πέρα από τα δάνεια και τις πιστώσεις, ξανάνοιγε τα ζητήματα των πολεμικών αποζημιώσεων που προβλέπονταν από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις πολεμικές αποζημιώσεις για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις οποίες οι Σύμμαχοι έβαλαν στο ψυγείο:
«Αρθρον 5: Απαιτήσεις αποκλειόμενες της παρούσας Συμφωνίας:
1. Η εξέτασις των κυβερνητικών απαιτήσεων απέναντι της Γερμανίας αίτινες πηγάζουν εκ του πρώτου παγκοσμίου πολέμου αναβάλλεται μέχρι οριστικού γενικού διακανονισμού του ζητήματος τούτου.
2. Η εξέτασις των απαιτήσεων αίτινες πηγάζουν εκ του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ... θέλει αναβληθεί μέχρι του οριστικού διακανονισμού του προβλήματος των επανορθώσεων» (Εφημερίς Ελληνικής Κυβερνήσεως, σελ. 385).
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη οικονομική διευκόλυνση από μεριάς των συμμάχων. Δηλαδή, η ρύθμιση ότι οι πολεμικές αποζημιώσεις και οι αποζημιώσεις κατοχής χωρών παρέμεναν παγωμένες για όσο χρονικό διάστημα υπήρχε η ΓΛΔ, αφού σχετικό άρθρο αναφέρει:
«Αρθρον 25: Αναθεώρησις της Συμφωνίας κατά την επανενοποίησιν της Γερμανίας» (ό.π. σελ. 397).
Τελικά στις 6 Μαρτίου 1951, ο Αντενάουερ με επιστολή του στον Υπατο Αρμοστή αναφέρει ότι η ΟΔΓ αποδέχεται ότι ευθύνεται διά τα προπολεμικά εξωτερικά χρέη του Γερμανικού Ράιχ:«Απαντών εις την υμετέραν επιστολήν τις 23 Οκτωβρίου 1950....Η Ομόσπονδος Δημοκρατία επιβεβαιοί διά της παρούσης ότι ευθύνεται διά τα προπολεμικά εξωτερικά χρέη του Γερμανικού Reich..... εκφράζει την επιθυμίαν αυτής όπως επαναλάβη τας καταβολάς» (ό.π. σελ. 434).
Η απάντηση της Υπατης Συμμαχικής Αρμοστείας με ίδια ημερομηνία προς τον καγκελάριο αναγνωρίζει ότι με την ανταλλαγή των επιστολών «έκλεισε συμφωνία» για τις «υποχρεώσεις της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως αίτινες αναφέρονται εις την ευθύνην της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας ως προς τα εξωτερικά προπολεμικά χρέη του γερμανικού Reich και το χρέος όπερ πηγάζει εκ της οικονομικής βοηθείας ήτις εδόθη εις την Γερμανίαν υπό των τριών κυβερνήσεων από 8ης Μαΐου 1945» (ό.π. σελ. 434 - 435).Σε διάσκεψη που διήρκεσε από 28 Φλεβάρη μέχρι 8 Αυγούστου στο Λονδίνο, το 1952, οι κυβερνήσεις Γαλλίας, Αγγλίας και ΗΠΑ αποδέχονται τις μειώσεις των μεταπολεμικών χρεών που διαπραγματεύεται η ΟΔΓ για να αναγνωρίσει τα προπολεμικά χρέη του Ράιχ.«Είχον δώσει εις την κυβέρνησην της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας διαβεβαιώσεις ως προς τας ελαττώσεις και τους όρους διακανονισμού ους θα ήταν πρόθυμοι να δεχθούν ως προς τας μεταπολεμικάς αυτών απαιτήσεις εκ της οικονομικής βοηθείας ην παρέσχον αύται εις την Γερμανίαν υπό τον όρον όπως πραγματοποιηθεί ικανοποιητικός τις και δίκαιος διακανονισμός των προπολεμικών χρεών» (ό.π. σελ. 436).
Στις 27/2/1953 οι πιστωτές της Γερμανίας με πρωτοβουλία των ΗΠΑ συγκεντρώθηκαν στο Λονδίνο για να διευθετήσουν το χρέος της Γερμανίας και συγκεκριμένα αυτό της Δυτικής Γερμανίας. Το γερμανικό χρέος (προπολεμικό και μεταπολεμικό) ανερχόταν σε 32 δισεκατομμύρια μάρκα, χωρίς να υπολογίζονται οι πολεμικές επανορθώσεις και αποζημιώσεις. Στους πιστωτές περιλαμβάνονταν χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, το Ιράν, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελβετία, η Γιουγκοσλαβία, η Νότιος Αφρική και η Ελλάδα. Η Ρωσία και οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δεν συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις.
Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν περίπου έξι μήνες και στις 8 Αυγούστου1953 υπεγράφη η Συμφωνία του Λονδίνου για τα Γερμανικά Εξωτερικά Χρέη (London Agreement on German External Debts), που προέβλεπε «κούρεμα» κατά 60% και αποπληρωμή τους με μάρκα σε 30 χρόνια. Ένας σημαντικός όρος της συμφωνίας ήταν ότι αποπληρωμή θα γινόταν εφόσον η Δυτική Γερμανία είχε εμπορικό πλεόνασμα και η εξυπηρέτηση του χρέους δεν θα ξεπερνούσε το 3% των εσόδων της από το εξαγωγικό εμπόριο. Από ελληνικής πλευράς, τη συμφωνία υπέγραψε ο πρεσβευτής μας στο Λονδίνο, Λέων Β. Μελάς, και κυρώθηκε από τη Βουλή με το νόμο 3480/56 (ΦΕΚ 6/7.1.1956).
Εχει γραφτεί ότι τόσο τα γερμανικά προπολεμικά δάνεια όσο και τα μεταπολεμικά «κουρεύτηκαν» σε ποσοστό πάνω από 50% και το ετήσιο ποσό που έπρεπε να καταβάλει από το 1953 η ΟΔΓ έως το 1980 ήταν σχετικά ασήμαντο, περίπου το μισό δισεκατομμύριο γερμανικά μάρκα, δηλ. το 4% των εξαγωγών της για το ίδιο έτος. (ΤΑ ΝΕΑ/Le monde/21/9/2012/TOY WES HULMANN ZURICH).Δηλαδή, αποτελούσε ένα ελάχιστο ποσοστό της παραγωγικής δυνατότητας της γερμανικής καπιταλιστικής οικονομίας που αναπτυσσόταν με γρήγορους ρυθμούς και λόγω της στήριξής της από τους καπιταλιστές συμμάχους της, ενώ η «αποστρατιωτικοποίησή» της σε εκείνη την περίοδο λειτούργησε επίσης ευνοϊκά για την παραγωγική της ανάπτυξη, πολύ πριν γίνουν οι σχετικές ρυθμίσεις των χρεών της.
Συμπέρασμα
Η Συμφωνία του Λονδίνου αποτελεί μια ιμπεριαλιστική συμφωνία που αποτυπώνει το συσχετισμό μεταξύ καπιταλιστικών κρατών στη συγκεκριμένη εποχή του «ψυχρού πολέμου», τις αντιθέσεις τους αλλά κυρίως τη συμφωνία τους όπως η ΟΔΓ αναλάβει το ρόλο αιχμής του δόρατος στο αντίπαλο δέος - το σοσιαλισμό.Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πραγματοποιήθηκε στη Δυτική Ευρώπη και με τη στήριξη των αμερικανικών κεφαλαίων η καπιταλιστική ανασυγκρότηση που έδωσε ώθηση ιδιαίτερα στην ΟΔΓ.Το «οικονομικό θαύμα» της καπιταλιστικής ΟΔΓ είχε ήδη γίνει πολύ πριν τις ρυθμίσεις του γερμανικού χρέους. Το όποιο «κούρεμά του» ήταν μια σταγόνα στον ωκεανό της βαρβαρότητας του καπιταλισμού μπροστά στη διεθνή καταστροφή κεφαλαίου από τον πόλεμο. Είναι κάλπικο, λοιπόν, το επιχείρημα ότι η Συμφωνία του Λονδίνου είναι η αιτία που δημιούργησε το γερμανικό «οικονομικό θαύμα».