Του Αλέκου Χατζηκώστα
*
Πολλές συζητήσεις προκάλεσαν για
ια ακόμη φορά τα αποτελέσματα έρευνας PISA του ΟΟΣΑ για το 2025. Ας δούμε
ορισμένα ζητήματα αρχικά:
Η έρευνα PISA είναι εξετάσεις του
ΟΟΣΑ, έχει δηλαδή τη σφραγίδα του παγκόσμιου οικονομικού οργανισμού που
υπαγορεύει τα σκληρά αντιλαϊκά και αντεργατικά μέτρα και τις αναδια... Περισσότερα
Διαπιστώσεις με αφορμή την έρευνα PISA για την εκπαίδευση
από Η Άλλη Άποψη
Του Αλέκου Χατζηκώστα
*
Πολλές συζητήσεις προκάλεσαν για
ια ακόμη φορά τα αποτελέσματα έρευνας PISA του ΟΟΣΑ για το 2025. Ας δούμε
ορισμένα ζητήματα αρχικά:
Η έρευνα PISA είναι εξετάσεις του
ΟΟΣΑ, έχει δηλαδή τη σφραγίδα του παγκόσμιου οικονομικού οργανισμού που
υπαγορεύει τα σκληρά αντιλαϊκά και αντεργατικά μέτρα και τις αναδιαρθρώσεις σε
όλους τους τομείς (Υγεία, Παιδεία κ.λπ.) που θα θωρακίσουν το καπιταλιστικό
σύστημα. Με την αστική στρατηγική στον πυρήνα, γίνεται και η μέτρηση σε διεθνές
επίπεδο των επιδόσεων των μαθητών σε συγκεκριμένα πεδία, στη λογική των
δεξιοτήτων, σε μία λογική αποτίμησης και προώθησης των πολιτικών που αφορούν το
αστικό σχολείο και τις στοχεύσεις του. Βασικό συμπέρασμα, ότι οι
επιδόσεις των 15χρονων κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι οι χαμηλότερες
σε όλα τα αντικείμενα από την έναρξη της PISA το 2000. Ταυτόχρονα, παρατηρείται
παγκοσμίως μία διαρκής αύξηση όσων δεν διαθέτουν το ελάχιστο επίπεδο
εγγραμματισμού σε όλα τα αντικείμενα.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον πτώσης των δεικτών, το
υπουργείο Παιδείας, που παρουσίασε τα πορίσματα της έρευνας, εστιάζει στις
«συγκλίσεις» και τη «μείωση του χάσματος» ανάμεσα στις επιδόσεις των 15χρονων
στην Ελλάδα με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης και επιλέγει να
ερμηνεύει τα παραπάνω σαν «πράσινο φως» για συνέχιση της ίδιας πολιτικής στην
Παιδεία.
Το πρόβλημα του επιπέδου των
μαθητών επανέρχεται σε κάθε φάση που η αστική τάξη επιλέγει να προωθήσει
αντιδραστικές αλλαγές στο σχολείο και το υπουργείο Παιδείας φαίνεται να επέλεξε
να αναβαθμίσει σε σχέση με προηγούμενες χρονιές τη δημοσιοποίηση των
αποτελεσμάτων της PISA, εν μέσω «διαλόγου» για το νέο Λύκειο και το «εθνικό
απολυτήριο» και καθώς επιχειρεί να προωθήσει μέτρα όπως το πολλαπλό βιβλίο, τα
αναλυτικά προγράμματα, την «αξιολόγηση».
Η PISA 2025, όπως και οι
προηγούμενοι διαγωνισμοί, επαναφέρει ένα κρίσιμο ζήτημα: Οι μαθητές καλούνται
να κατανοούν, να ερμηνεύουν, να αξιολογούν πληροφορίες, να επιλύουν προβλήματα
και να χρησιμοποιούν τη γνώση σε διαφορετικές καταστάσεις στην καθημερινότητα.
Δεν μπορεί όμως να υπάρξει
ουσιαστική κριτική σκέψη χωρίς στέρεη γνώση. Δεν μπορεί να υπάρξει δυνατότητα
επίλυσης σύνθετων προβλημάτων όταν ο μαθητής δεν έχει κατακτήσει τις βασικές έννοιες
και τις μεταξύ τους σχέσεις. Δεν μπορεί να υπάρξει δημιουργική αξιοποίηση της
γνώσης όταν αυτή έχει αντικατασταθεί από αποσπασματικές πληροφορίες και διαρκή
προσαρμογή σε «δεξιότητες» που υποτίθεται ότι χρειάζεται κάθε φορά η αγορά.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις
βασικές αντιφάσεις του σημερινού αστικού σχολείου. Από τη μια πλευρά η ίδια η
ανάπτυξη της παραγωγής, της επιστήμης και της τεχνολογίας απαιτεί ανθρώπους με
σύνθετες ικανότητες: Ικανούς να κατανοούν επιστημονικές σχέσεις, να χειρίζονται
σύνθετα συστήματα, να σκέφτονται δημιουργικά και να αντιμετωπίζουν καινούργια
προβλήματα. Από την άλλη, το εκπαιδευτικό σύστημα δυσκολεύεται να εξασφαλίσει
για όλους τους μαθητές μια πραγματικά ολοκληρωμένη μόρφωση. Και αυτό δεν είναι
τυχαίο. Η πολιτική των «δεξιοτήτων» παρουσιάζεται ως σύγχρονη απάντηση
στις ανάγκες της εποχής, στην πραγματικότητα όμως δεν ανατρέπει τις βασικές
αιτίες των εκπαιδευτικών ανισοτήτων, μάλλον τις συντηρεί και τις αναπαράγει.
Αλλωστε, η πρόσβαση στην πολιτιστική και επιστημονική γνώση δεν είναι ίδια για
όλους. Οσο λοιπόν το σχολείο υποχωρεί από τον ρόλο του να εξασφαλίζει σε κάθε
παιδί ένα υψηλό και ενιαίο μορφωτικό επίπεδο, τόσο οι κοινωνικές ανισότητες
εκφράζονται ακόμα πιο έντονα σε μορφωτικές.
Η απάντηση στις σύγχρονες
ανάγκες δεν μπορεί να είναι ένα σχολείο που περιορίζει τη γνώση σε αυτό
που θεωρείται άμεσα «χρήσιμο» για την αγορά εργασίας. Χρειάζεται ένα σχολείο
που να δίνει σε όλους τους μαθητές πρόσβαση στα επιτεύγματα της επιστήμης, του
πολιτισμού και της ανθρώπινης σκέψης.
Από αυτήν την άποψη, η ουσιαστική
απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην απλή προσαρμογή των αναλυτικών προγραμμάτων
στους δείκτες της PISA, ούτε στην δήθεν πολλαπλότητα των σχολικών βιβλίων, που
τελικά καταλήγουν στην άρνηση της δυνατότητας κατάκτησης της γνώσης και του
αντικειμενικού χαρακτήρα της αλήθειας. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι ούτε η
επιστροφή στη στείρα απομνημόνευση, ούτε η εγκατάλειψη του μαθητή σε μια
υποτιθέμενη «αυτοκατασκευή» της γνώσης.
Η ουσιαστική απάντηση βρίσκεται
στη διεκδίκηση ενός σύγχρονου, ενιαίου δωδεκάχρονου σχολείου που θα
παρέχει σε όλα τα παιδιά υψηλού επιπέδου γενική μόρφωση, ανεξάρτητα από την
κοινωνική και οικονομική θέση της οικογένειάς τους.
Ενα τέτοιο σχολείο χρειάζεται
ενιαίο βασικό μορφωτικό περιεχόμενο, σύγχρονα επιστημονικά βιβλία, ουσιαστική
στήριξη των μαθητών, επαρκείς εκπαιδευτικούς και υποδομές. Χρειάζεται χρόνο για
διδασκαλία, και όχι διαρκή μετατόπιση από τη μία «καινοτομία» στην άλλη.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι
άνθρωπο θέλουμε να μορφώνει το σχολείο και για ποια κοινωνία. Αν η απάντηση
είναι ένας εργαζόμενος διαρκώς διαθέσιμος να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες
απαιτήσεις της αγοράς, τότε οι «δεξιότητες», η διαφοροποίηση, η εξατομίκευση
και η συνεχής αξιολόγηση αποτελούν συνεπή επιλογή.
Αν όμως ζητούμενο είναι ένας
άνθρωπος με επιστημονική γνώση, κριτική και δημιουργική σκέψη, ικανότητα να
κατανοεί τον κόσμο και να παρεμβαίνει συνειδητά σε αυτόν, τότε χρειάζεται άλλος
δρόμος. Και αυτός ο δρόμος περνά από ένα σχολείο που θα εξασφαλίζει σε όλα τα
παιδιά το δικαίωμα στη γνώση, στη μόρφωση και στην ολόπλευρη ανάπτυξη.