«Η γεωπολιτική αστάθεια δεν είναι πλέον παροδική, αλλά μόνιμη, οπότε η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη». «Η κατάσταση μπορεί να διαρκέσει και να επεκταθεί πολύ περισσότερο», «ο χειμώνας θα είναι ακόμα πιο δύσκολος...»: Τοποθετήσεις όπως οι παραπάνω, από μεγαλοστελέχη ενεργειακών ομίλων, επιβεβαιώνουν ότι το ξάφρισμ... Περισσότερα
Ενεργειακό ξάφρισμα του λαου
από Η Άλλη Άποψη
«Η γεωπολιτική αστάθεια δεν είναι πλέον παροδική, αλλά μόνιμη, οπότε η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη». «Η κατάσταση μπορεί να διαρκέσει και να επεκταθεί πολύ περισσότερο», «ο χειμώνας θα είναι ακόμα πιο δύσκολος...»: Τοποθετήσεις όπως οι παραπάνω, από μεγαλοστελέχη ενεργειακών ομίλων, επιβεβαιώνουν ότι το ξάφρισμα στο λαϊκό εισόδημα και οι ανατιμήσεις, σαν αυτές που ζουν ήδη οι εργαζόμενοι μετά τη νέα πολεμική κλιμάκωση στο Ορμούζ, μόνο προσωρινά δεν είναι.
Όταν μάλιστα οι ίδιοι που κερδίζουν από το «ξάφρισμα» ξεκαθαρίζουν ότι η κατάσταση αυτή αποτελεί τη νέα κανονικότητα, γίνεται σαφές με τι έχει να αναμετρηθεί ο λαός. Αν κάτι επιβεβαιώνεται είναι ότι η ενεργειακή φτώχεια είναι δεδομένη, ότι πηγάζει από τη στρατηγική της «απελευθέρωσης», της «πράσινης μετάβασης» και της απολιγνιτοποίησης, της «ενεργειακής διαφοροποίησης» και της Ελλάδας - ενεργειακού κόμβου, που θα υλοποιείται από όλες τις κυβερνήσεις και τη βολική αντιπολίτευση σε αυτές, που θα συναινεί.
Ένας σχεδιασμός που ξεκινά από την εγκατάλειψη του φτηνού καυσίμου, είτε αυτός είναι ο λιγνίτης, λόγω των «πράσινων» μπίζνες και των επενδύσεων στις ΑΠΕ, είτε το ρωσικό φυσικό αέριο, λόγω της εμπλοκής στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς. Και φτάνει μέχρι τον «Κάθετο Διάδρομο» και τις τεράστιες επενδύσεις στους τερματικούς σταθμούς για την εισαγωγή του πανάκριβου αμερικανικού LNG. Ετσι «κατακτιέται» το όραμα της αστικής τάξης για Ελλάδα - ενεργειακό κόμβο, με τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων που πρωταγωνιστούν στα παραπάνω να έχουν δύο όψεις: Από τη μία πανάκριβη Ενέργεια για τον λαό και από την άλλη ακόμα πιο βαθιά εμπλοκή στις πολεμικές αναμετρήσεις, αφού μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ο «κόμβος».
Το δίλημμα προβάλλει καθαρό:
Από τη μία είναι οι «διαφορετικοί» δρόμοι που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα: Κέρδη για τους ενεργειακούς ομίλους, εφιάλτη με τους λογαριασμούς για τα λαϊκά νοικοκυριά.
Και από την άλλη είναι ο δρόμος της αντεπίθεσης για να ξηλωθεί το κριτήριο του κέρδους, για Ενέργεια κοινωνικό αγαθό, με κοινωνικοποιημένα τα μέσα παραγωγής, με τον λαό να τα διευθύνει με τη δική του εξουσία, ώστε να αξιοποιεί κάθε πηγή προς όφελός του και να αναπτύσσει διεθνείς σχέσεις αμοιβαίου οφέλους, με κριτήριο την εξασφάλιση φτηνής Ενέργειας και όχι τη «μοιρασιά της λείας», όπως συμβαίνει σήμερα. Σε αυτόν τον δρόμο, της αμφισβήτησης όλων όσα ενώνουν τα κόμματα του κεφαλαίου, γίνεται ακόμα πιο ισχυρή η διεκδίκηση για κατάργηση φόρων στα καύσιμα, για πλαφόν στις τιμές κ.λπ., για να χάσει δηλαδή το κεφάλαιο ώστε να πάρει ο λαός πραγματικές ανάσες.
Κάθε άλλη επιλογή, κάθε άλλος δρόμος έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί στην ενεργειακή φτώχεια, στην απαξίωση σύγχρονων δυνατοτήτων για φτηνή και επαρκή Ενέργεια, και αυτό επιβεβαιώνεται και από τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης και των άλλων αστικών κομμάτων που διεκδικούν το κυβερνητικό χρίσμα.
Τι λέει η ΝΔ; Οτι το πρόβλημα αυτό την «ξεπερνά», ότι δεν είναι στο χέρι της να το αντιμετωπίσει, αφού πρόκειται για μία ακόμα «εισαγόμενη κρίση». Οπότε το «καλύτερο» που μπορεί να κάνει είναι τα pass της κοροϊδίας, που επιδοτούν τα κέρδη των ομίλων, ή κάτι «συμφωνίες κυρίων» μαζί τους, που θωρακίζουν τις τιμές στα ύψη.
Την ίδια στιγμή ΕΕ και ΔΝΤ προειδοποιούν τις κυβερνήσεις να αποφεύγουν οριζόντιες παρεμβάσεις, προκειμένου να μη διαταραχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι, που αποτελούν και το περίγραμμα των «κοστολογημένων προγραμμάτων» όλων των «πρόθυμων» διαχειριστών.
Η σοσιαλδημοκρατία σε όλες τις εκδοχές της, ΠΑΣΟΚ, κόμμα Τσίπρα, ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ., βάζει τις δικές της «πινελιές» για το πώς θα γίνει πράξη ο παραπάνω στρατηγικός σχεδιασμός, και μάλιστα με τις λιγότερες δυνατές αντιστάσεις. Αλλωστε αυτόν τον σχεδιασμό έχουν υπηρετήσει και από κυβερνητικές θέσεις. Γι' αυτό και το ΠΑΣΟΚ π.χ. παριστάνει ότι υπερασπίζεται την πιο «ήπια» απολιγνιτοποίηση ενώ επαναφέρει την καραμέλα των «ενεργειακών κοινοτήτων», των εργαλείων δηλαδή για τη διεύρυνση των πανάκριβων ΑΠΕ. Ζητά μια «καλύτερη λειτουργία» του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, με βασικό κριτήριο την εξασφάλιση φτηνότερης Ενέργειας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, ώστε να μην πλήττεται η ανταγωνιστικότητά τους. Και, βέβαια, υπερασπίζεται τη γεωστρατηγική αναβάθμιση της αστικής τάξης και τις υποδομές που μετατρέπουν τη χώρα σε «κόμβο», ζητώντας απλώς «ανταποδοτικά οφέλη», για να «χωνέψουν» δηλαδή οι εργαζόμενοι και ο λαός περιοχών όπως της Δυτικής Μακεδονίας τα αποτελέσματα της απολιγνιτοποίησης.
Επομένως, και από το παράδειγμα της Ενέργειας γίνεται ξεκάθαρο το τι κρίνεται σήμερα για τον λαό, που ζει τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής στο βενζινάδικο και στους λογαριασμούς ρεύματος, που βλέπει τη χώρα να εμπλέκεται σε θανάσιμους ανταγωνισμούς με επίκεντρο και τα μεγάλα ενεργειακά πρότζεκτ.
Κρίνεται το πώς θα χαραχτεί η γραμμή της σύγκρουσης με τη στρατηγική του κεφαλαίου, που του φορτώνει τα σπασμένα μίας ακόμα κρίσης. Το πώς θα οργανωθεί για να βαδίσει στον δρόμο της ανατροπής αυτής της πολιτικής, πώς με τον αγώνα του θα αντιπαλέψει και τις δραματικές επιπτώσεις της.
Κρίνεται το πώς θα ενισχυθεί η πάλη με στόχο να ξεμπερδεύει με την Ενέργεια - εμπόρευμα, πώς θα απαλλαγεί από τον βραχνά των αγορών, πώς θα αναμετρηθεί με το Χρηματιστήριο Ενέργειας, που εξασφαλίζει τα κέρδη για τους ομίλους λεηλατώντας το εισόδημά του. Πώς θα απαλλαγεί τελικά από ένα σύστημα που με την πολεμική κλιμάκωση να καθορίζει τις εξελίξεις θα του φορτώνει διαρκώς τα σπασμένα, και στην Ενέργεια.
Σε αυτόν τον δρόμο της ανατροπής καλεί το ΚΚΕ τον λαό να βαδίσει μαζί του, στους αγώνες και στις εκλογές, όποτε γίνουν. Αυτός ο δρόμος είναι και ο μόνος που μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στη ζωή του.